ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑΝ ΓΕΡΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΑΕΙ:
Με θυμάσαι; Και ο γέρος του λέει όχι.
Ο νεαρός λοιπόν του λέει ότι ήταν μαθητής του. Και ο καθηγητής τον ρωτάει: – Ω ναι; Και τι κάνεις τώρα;
Ο νεαρός απαντά: – Λοιπόν, είμαι δάσκαλος.

  • Ω, πόσο όμορφο σαν εμένα; του λέει ο γέρος.
  • Λοιπόν, ναι. Στην πραγματικότητα έγινα δάσκαλος γιατί με ενέπνευσες να σε μοιάσω.
    Περίεργος ο γέρος ρωτάει τον νεαρό να του πει γιατί. Και ο νεαρός του λέει αυτή την ιστορία: – Μια μέρα, ένας φίλος μου, και συμμαθητής, έφτασε στο σχολείο με ένα όμορφο ρολόι, καινούργιο και το έκλεψα. Λίγο μετά, η φίλη μου παρατήρησε τη ληστεία και αμέσως παραπονέθηκε στον δάσκαλο. Λοιπόν, είπε στην τάξη:
  • Το ρολόι του συμμαθητή σας κλάπηκε κατά τη διάρκεια της σημερινής ημέρας στην τάξη. Ποιος το έκλεψε παρακαλώ να το επιστρέψει.
    Αλλά δεν το έδωσα πίσω γιατί δεν ήθελα.
    Ύστερα έκλεισε την πόρτα και είπε σε όλους να σηκωθούν όρθιοι γιατί θα ελέγξει τις τσέπες μας μία-μία. Αλλά πρώτα, μας είπε να κλείσουμε τα μάτια μας. Έτσι κάναμε και έψαξε τσέπη τσέπη και όταν ήρθε σε μένα βρήκε το ρολόι και το πήρε.
    Συνέχισε να ψάχνει τις τσέπες όλων και όταν τελείωσε είπε: – Ανοίξτε τα μάτια σας. Βρήκα το ρολόι.
    Δεν μου είπε ποτέ τίποτα και δεν ανέφερε ποτέ το επεισόδιο. Δεν ανέφερε ποτέ το όνομα του ποιος το έκλεψε. Εκείνη τη μέρα, έσωσε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Ήταν η πιο ντροπιασμένη μέρα της ζωής μου. Δεν μου είπε ποτέ τίποτα και παρόλο που ποτέ δεν μου φώναξε ή με κάλεσε για να μου δώσει ηθικό μάθημα, πήρα ξεκάθαρα το μήνυμα. Και χάρη σε αυτόν κατάλαβα ότι αυτό που πρέπει να κάνει ένας αληθινός εκπαιδευτικός. Θυμάστε αυτό το επεισόδιο, καθηγητά;
    Και απάντησε ο καθηγητής: – Θυμάμαι την κατάσταση, το κλεμμένο ρολόι, να έχω ψάξει τις τσέπες όλων αλλά δεν σε θυμόμουν, γιατί και εγώ έκλεινα τα μάτια μου ενώ έψαχνα.
    Αυτή είναι η ουσία της ευπρέπειας.
    ′′ Αν για να διορθώσεις πρέπει να ταπεινώσεις,
    τότε δεν ξέρεις πώς να διδάξεις.”

Άγνωστος συγγραφέας

Πηγή: φίλοι της τέχνης και της φιλοσοφίας.

Δυστυχείς είναι όσοι…

Από το βιβλίο «Ο δρόμος της πνευματικότητας» του Χόρχε Μπουκάι

Ένας ηλικιωμένος ιερέας είχε φτάσει λίγο πάνω από τα εκατό και ζούσε σ’ ένα χωριουδάκι, στην ενδοχώρα της Αργεντινής. Έπασχε σχεδόν από όλες τις ασθένειες, από τις χρόνιες ως τις οξείες, από τις ασήμαντες ως τις πιο σοβαρές, από τις πιο απλές ως τις πιο περίπλοκες… Για μένα, φοιτητή τότε της ιατρικής, ο γέροντας εκείνος έμοιαζε ένα ζωντανό εγχειρίδιο παθολογίας.

Αν τον συναντούσες και τον ρωτούσες πως τα πάει, απαντούσε πάντα:
«Από ποια άποψη με ρωτάς παιδί μου;»
«Από ποια άποψη, πάτερ; Ας πούμε… γενικά, από κάθε άποψη… Πως πάει;» επέμενε ο ερωτών, αμήχανος με το σχόλιο του γέροντα.
«Ααα… Τώρα μπορώ να σου απαντήσω, παιδί μου… Από κάθε άποψη, γενικά, είμαι ευτυχισμένος!»
Ήταν άρρωστος, μπορεί να είχε όλους τους πόνους του κόσμου και είχε όλους τους πόνους του κόσμου και είχε στ’ αλήθεια πολλές φυσικές αναπηρίες, αλλά όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν «από κάθε πλευρά», ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.
Ποιο ήταν το μυστικό του;
Σήμερα, υποθέτω ότι είχε με το μέρος του τον χρόνο, τη σοφία και την αποφασιστικότητα να διασχίσει προς κάθε κατεύθυνση αυτό το πεδίο –του πνεύματος-, μέχρι να γνωρίσει και τις πιο κρυφές πτυχές του. Σήμερα, πιστεύω πως η ευτυχία του βασιζόταν στο γεγονός ότι είχε μπορέσει να τοποθετήσει εκεί όλα όσα είχε χάσει το σώμα του.

 

Στον αντίποδα ακριβώς, ο Αμπντεραμάν ο 3ος, ο σχεδόν παντοδύναμος χαλίφης της Κόρδοβα του 10ου αιώνα, έλεγε:
«Κυβερνάω πάνω από πενήντα χρόνια, κι έχω στο ενεργητικό μου νίκες και περιόδους ειρήνης. Οι υπήκοοί μου μ’ αγαπάνε, οι εχθροί μου με φοβούνται και οι σύμμαχοί μου με σέβονται. Με μια μου λέξη, τα πλούτη, οι τιμές, η εξουσία και οι απολαύσεις απλώνονται στα πόδια μου. Δεν υπάρχει κοσμική τελετή που να μου ξέφυγε, ούτε αρρώστια που να άντεξε στη δύναμή μου. Με τέτοια ζωή που έζησα, κατέγραψα επιμελώς τις μέρες της γνήσιας και ολοκληρωτικής ευτυχίας που απόλαυσα: ανέρχονται σε δεκατέσσερις».  

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, βρισκόμαστε εμείς. Πιεσμένοι από κάποιο βαθμό νεύρωσης, σε κατάθλιψη, αγχωμένοι ή εξοργισμένοι, υπομένουμε εκείνη την αδιόρατη και χρόνια έλλειψη ικανοποίησης που μας επιφύλαξε η ύπαρξη.
Οι ειδικοί σήμερα γνωρίζουμε με σιγουριά ότι αυτή η έλλειψη ικανοποίησης (την οποία σύμφωνα με κάποιες στατιστικές, βιώνει πολύ πάνω από το μισό του πληθυσμού) δεν έχει να κάνει με την απουσία επιτυχίας, ούτε με τις οικονομικές στερήσεις, ούτε με την έλλειψη υλικών αγαθών ή προσδοκιών. Η δυστυχία, από την σκοπιά του ειδικού, είναι πάντα αποτέλεσμα της κάκιστης προσαρμογής του ανθρώπου σε μια πραγματικότητα όπου υποθέτει ότι δεν έχει πιθανότητες ν’ αποκτήσει αυτό που πιστεύει ότι του είναι απαραίτητο.

Δυστυχείς είναι όσοι, αντί ν’ αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, προσπαθούν να την αποφύγουν.
Δυστυχείς είναι όσοι, αντί να θέτουν τις προσπάθειες και την ενεργητικότητά τους στην υπηρεσία της επίλυσης ενός προβλήματος, προτιμούν να αρνούνται τόσο την ύπαρξή του όσο και τις περιστάσεις που το δημιούργησαν.
Δυστυχείς είναι όσοι, αντί να αποδεχτούν τον πόνο μιας ματαίωσης ή μιας απώλειας, γεμίζουν τη ζωή τους με υποκατάστατα και περισπασμούς για να μην τον σκέφτονται.
Δυστυχείς είναι όσοι αρνούνται ότι δεν είναι δυνατόν να είναι σε όλους αρεστοί, και γι’ αυτό επινοούν να επιδεικνύουν ένα ευχάριστο προσωπείο στους ανθρώπους που τους περιβάλλουν.
Δυστυχείς είναι όσοι θεωρούν ότι η πραγμάτωσή τους εξαρτάται από το τι κάνουν ή σκέφτονται οι άλλοι.
Δυστυχείς είναι, τέλος, αυτοί που τίποτα δεν τους φαίνεται ποτέ αρκετό.

Δώστε σ’ έναν άνθρωπο όλα όσα επιθυμεί,και την ίδια στιγμή θα σκεφτεί ότι όλα αυτάδεν είναι πια όλα.
ΙΜΑΝΟΥΕΛ ΚΑΝΤ