Σενέκας: Έχω ζήσει

Οι Πύργοι Χρόνου: Πώς να οργανώνουμε καλύτερα το χρόνο

Γράφει η  Έλσα Νικολαΐδου

Το πέρασμα του χρόνου συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από το υποκείμενο που το βιώνει. Οι αλλαγές είναι αργές και ανεπαίσθητες, όταν αθροιστούν όμως συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές οι αλλαγές του περιβάλλοντος γύρω μας είναι εκείνες που αφυπνίζουν το πνεύμα, ώστε να παρατηρήσει το γήρας του δικού του σώματος. Δεν γερνάμε όμως όλοι. Όσοι καταφέρνουν να αγγίξουν μια μεγάλη ηλικία, μόνο να παραπονούνται δεν αξίζει. Τα γερατειά (παρά τα όσα σωματικά δεινά συνεπάγονται) μόνο φρίκη δεν πρέπει να προκαλούν. Αντιθέτως, κάθε μέρα μετράει.

Ο Σενέκας γράφει στον Λουκίλιο, για να του μιλήσει για τα γηρατειά. Όχι, ο Λουκίλιος δεν έχει γεράσει. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τα δικά του βιώματα και ο νέος μαθητευόμενος θα διαβάσει τη δωδέκατη επιστολή, ώστε να εκτιμήσει τη ζωή από νεανική ηλικία. Το σκηνικό στήνεται επιδέξια από τον Στωικό φιλόσοφο. Αφορμή είναι μια επίσκεψη στο πατρικό του, που τον βοηθάει να ανακαλύψει ότι παρά τη φροντίδα του επιστάτη του, το σπίτι καταρρέει: «Όπου κι αν γυρίσω, σημάδια των γηρατειών μου βλέπω» (Quocumque me verti, argumenta senectutis meae video), παραπονιέται. «Ποιο είναι το μέλλον μου, όταν οι λίθοι της ζωής μου γίνονται συντρίμμια;» (quid mihi futurum est, si tam putria sunt aetatis meae saxa? 12.1). Μαζί με την κατάρρευση του σπιτιού, κοιτάζει και τα γερασμένα δέντρα του κήπου. Τα δέντρα που ο ίδιος φύτεψε μικρός, παρακολουθώντας τα να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Μαζί τους γέρασε και αυτός. Η φθορά της ύλης είναι αναπόφευκτη. Τελικά, ευχαριστεί το ρημαγμένο σπίτι για τη συνειδητοποίηση των γηρατειών (senectus) του.

«Ας υποδεχτούμε κι ας αγαπήσουμε τα γηρατειά· είναι γεμάτα από ηδονές αν ξέρει κάποιος πώς να τα χρησιμοποιήσει. Τα φρούτα είναι ευχάριστα όταν ωριμάζουν· η παιδικότητα πιο όμορφη στο τελείωμά της. Το κρασί που έχει μείνει στο ποτήρι προσφέρει τη μέγιστη ευχαρίστηση στον πότη, αυτό τον μεθάει, δίνει την καλύτερη ώθηση στη μέθη του.»

Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.4

Οι ηδονές οδηγούν στη μεγαλύτερη απόλαυση προς το τέλος τους. Γιατί να μην είναι και η ζωή έτσι; Βέβαια, ο Σενέκας δεν εννοεί την περίοδο κατά την οποία κάποιος βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Αλλά το ξεκίνημα των γηρατειών, της πτώσης των σωματικών λειτουργιών, έχει κι αυτό τις απολαύσεις του. Αν αναμένει κάποιος να απολαμβάνει τα ίδια πράγματα καθώς μεγαλώνει, θα απογοητευτεί. Κάθε ηλικία έχει τις ηδονές της. Οι τελευταίες είναι οι καλύτερες, γιατί αρχίζεις να απελευθερώνεσαι από τις περασμένες ηδονές. Και αυτό είναι μια νέα ηδονή: «Πόσο γλυκό είναι να έχει κουραστεί κάποιος από τις επιθυμίες και να τις εγκαταλείπει» («Quam dulce est cupiditates fatigasse ac reliquisse!»), παρατηρεί ο Σενέκας (12.5). Μήπως όμως θα έπρεπε να ανησυχεί για τον θάνατο; Προλαβαίνοντας την αντίρρηση του Λουκίλιου δικαιολογείται. Γιατί να μιλήσει για τον θάνατο σε έναν νέο άνθρωπο;

«’Θα ήταν προσβλητικό’, θα έλεγες, ‘να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα’. Οφείλεις όμως πρώτα από όλα είτε βρίσκεσαι στην ωριμότητα είτε στη νεότητα να τον κοιτάζεις. […] Μία ημέρα, αντιθέτως, είναι ένα βήμα στη ζωή. (Unus autem dies gradus vitae est).»

Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.6

Αυτό δίνει στον Σενέκα την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τους κύκλους της ζωής: Η ζωή κάθε ανθρώπου αποτελείται από κύκλους, οι μεγαλύτεροι εκ των οποίων περικλείουν τους μικρότερους. Ο μεγαλύτερος όλων, ο κύκλος της ζωής, αγκαλιάζει όλους τους υπόλοιπους. Επόμενος στη σειρά είναι εκείνος της νεανικότητας, ενώ ο περιφέρεια του τρίτου περιλαμβάνει όλη την παιδική ηλικία. Οι κύκλοι όμως δεν εξαντλούνται εδώ. Ο ετήσιος κύκλος ζωής αποτελεί μια χρονική περίοδο από μόνος του. Ο μήνας είναι ένα μικρότερος δακτύλιος, για να καταλήξουμε στην ημέρα. Τον ελάχιστο δυνατό κύκλο ζωής, με διάρκεια από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου.

Μία ημέρα, οποιαδήποτε μέρα, είναι ιδιαίτερη. Συνδέεται με τις υπόλοιπες και εξελίσσεται τελικά στο να είναι η ζωή μας. Ο Σενέκας παραφράζει τον Ηράκλειτο («φύσιν ἡμέρης ἁπάσης μίαν οὖσαν» DK22 B106): Μια ημέρα ισούται με όλες (‘Unus,’ inquit, ‘dies par omni est.’ 12.7). Τι να εννοούσε άραγε ο Σκοτεινός φιλόσοφος; Ότι είναι όλες οι ημέρες ίδιες σε ώρες; Αυτό είναι αυτονόητο. Ο Σενέκας επιλέγει μια δεύτερη ερμηνεία: Τα μεγαλύτερα διαστήματα δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των ημερών μας. Όλες οι ημέρες συνεισφέρουν εξίσου στον κύκλο της ζωής. Η κάθε μέρα ολοκληρώνει και εκπληρώνει τη ζωή (consummet atque expleat vitam).

Memento mori. Θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Η Στωική πρακτική της συνείδησης του θανάτου επανέρχεται με το παράδειγμα του Πακουβίου, ο οποίος αν και κατείχε όλη τη Συρία δεν έπαυε να υπενθυμίζει κάθε μέρα στον εαυτό του ότι ο θάνατος είναι κοντά, επαναλαμβάνοντας την τελετή μιας «κηδείας», της δικής του. Στο τέλος της τακτικής τελετουργίας ο κόσμος επευφημούσε: «βεβίωται, βεβίωται!» (έχει ζήσει, έχει ζήσει). Ο θάνατος είτε είναι κάποιος νέος είτε γηραιότερος παραμένει η υπενθύμιση της ζωής. Κάθε νέα ημέρα θα έπρεπε να εορτάζεται. Η ζωή είναι γιορτή. Η ημέρα είναι γιορτή. «Όποιος λέει κάθε μέρα ‘έχω ζήσει’ σηκώνει το έπαθλο» («Quisquis dixit ‘vixi,’ cotidie ad lucrum surgit» 12.9).

Αλλά η επιστολή δεν τελειώνει χωρίς ένα «δώρο» στον Λουκίλιο, ένα παράθεμα που συνοψίζει τη σκέψη του. Αυτή τη φορά παραθέτει Επίκουρο γιατί, αν και αντίπαλος, παραδέχεται πως οι καλύτερες ιδέες είναι κοινό κτήμα: «Ό,τι είναι αλήθεια, είναι δική μου περιουσία («Quod verum est, meum est» 12.11). Η Επικούρεια προσφώνησις 9 είναι η δική του αλήθεια: Είναι κακό να ζεις στην ανάγκη, αλλά το να ζεις στην ανάγκη δεν είναι αναγκαίο («Malum est in necessitate vivere; sed in necessitate vivere necessitas nulla est» 12.10). Δεν ζούμε από ανάγκη. Η ζωή είναι επιλογή.

Η ζωή παύει μόνο όταν θεωρείται δεδομένη και δεν βιώνεται συνειδητά. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσουμε τη μία και μοναδική ζωή μας, που δεν τελειώνει προτού έρθει ο θάνατος. Αυτός δίνει αξία στη ζωή, τα έτη και τους μήνες, τις μέρες μας, τις ανατολές και τις δύσεις. Ο κύκλος της ζωής περιλαμβάνει και τα γεράματα, μόνο εφόσον κάποιος έχει την τύχη να φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Τα χρόνια από μόνα τους ωστόσο δεν σημαίνουν τίποτε. Πρέπει να ζούμε τη ζωή. Να τη γιορτάζουμε. Για να φωνάξουμε στο τέλος ευτυχισμένοι: «Έχω ζήσει».

***

Η Έλσα Νικολαΐδου διδάσκει Φιλοσοφία στο Med High

[email protected]

Πηγή: o-klooun.com


Να ρουφάς κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Και ταυτόχρονα η πρώτη σου. Το είπε με εξαίσιο τρόπο ο Βίβιαν Λι –ως Σκάρλετ Ο’Χάρα- στο «Όσα παίρνει ο άνεμος». «Tomorrow is another day…”

Ο λόγος του Ελύτη στην τελετή απονομής

Ο λόγος του Ελύτη στην τελετή απονομής

Στις 10 Δεκεμβρίου 1979, έγινε στην Στοκχόλμη η τελετή βράβευσης από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο. Στην καθιερωμένη ομιλία που απευθύνουν οι νέοι Νομπελίστες, ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Όχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια. Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών. Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή. Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ’ ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν’ ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit! Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ’ άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο. Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά. Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών. Είναι, το ξέρω, άτοπο ν’ αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση. Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Μαλαρμέ στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον Τ.Σ.Έλιοτ έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ’ αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν’ αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας. Πώς όμως ν’ αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ’ αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης. Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή. Για τον ποιητη – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια. Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Ρεμπό την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ένα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Ματίς και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας. Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του. Μπορεί η ποίηση ν’ ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ’ τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει. Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ ολ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.