Το αφεντικό των φούρνων ΑΓΑΘΗ υπογράφει νέες συμφωνίες !

Η Ουγγρική Επανάσταση του 1956

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 την Ουγγαρία κυβερνούσε το Εργατικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα με τις πλάτες του Κόκκινου Στρατού, που στάθμευε στη χώρα από το Σεπτέμβριο του 1944.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 την Ουγγαρία κυβερνούσε το Εργατικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα με τις πλάτες του Κόκκινου Στρατού, που στάθμευε στη χώρα από το Σεπτέμβριο του 1944. Δεν ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικό, όπως άλλα αδελφά κόμματα, αλλά είχε κακές επιδόσεις στον οικονομικό τομέα. Το κομμουνιστικό στρατόπεδο ζούσε, άλλωστε, την εποχή της αποσταλινοποίησης.

Ο ξεσηκωμός των κατοίκων της Βουδαπέστης ξεκίνησε στις 23 Οκτωβρίου 1956. Δειλά – δειλά με οικονομικά αιτήματα, στη συνέχεια με εκκλήσεις για πολιτικές ελευθερίες. Μπροστάρηδες τέθηκαν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης, που ζητούσαν την εφαρμογή του αληθινού σοσιαλισμού. Ακολούθησαν εργάτες και αγρότες.

Πολύ σύντομα, το κίνημα γιγαντώθηκε, σε σημείο που η κομμουνιστική κυβέρνηση του Ιμρε Νάγκυ να ταχθεί αλληλέγγυα με τους εξεγερμένους. Μάλιστα, την 1η Νοεμβρίου ο ίδιος ο Νάγκυ εξέφρασε την πρόθεσή του να αποσύρει τη χώρα από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Στους κόλπους του κομμουνιστικού κόμματος εκδηλώθηκε πραξικόπημα υπό τον Γιάννος Καντάρ, ο οποίος στις 3 Νοεμβρίου ζήτησε τη βοήθεια των σοβιετικών για την καταστολή της εξέγερσης. Το αίτημά του έγινε αμέσως δεκτό από τον ηγέτη του ΚΚΣΕ, Νικήτα Κρούστσεφ, καθώς έλυσε τα χέρια του Κόκκινου Στρατού, που μέχρι εκείνη την στιγμή εμφανίζετο ιδιαίτερα διστακτικός να αναλάβει δράση. Πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία ήταν ο Γιούρι Αντρόπωφ, ο προτελευταίος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, πριν από την κατάρρευσή της το 1991.

Η επίσημη εκδοχή των γεγονότων έκανε λόγο για φασιστική και καπιταλιστική παλινόρθωση. Αναρχικοί, σοσιαλδημοκράτες, ακόμη και ακροδεξιοί διεκδίκησαν την επανάσταση για λογαριασμό τους.

Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου, 2.000 σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στη Βουδαπέστη και κατέπνιξαν με αιματηρό τρόπο την επανάσταση. 2.500 Ούγγροι σκοτώθηκαν στις άγριες οδομαχίες της Βουδαπέστης, από τους οποίους οι 450 εκτελέσθηκαν στις δίκες που ακολούθησαν. Ανάμεσά τους και ο πρωθυπουργός της εξέγερσης Ιμρε Νάγκυ για αντεπαναστική συμπεριφορά. Οι απώλειες του Κόκκινου Στρατού ανήλθαν σε 700 άνδρες. 12.000 Ούγγροι φυλακίστηκαν ως αντεπαναστάτες από το κομμουνιστικό καθεστώς, ενώ 200.000 πήραν το δρόμο της εξορίας.

Η αντίδραση της Δύσης στην ουγγρική εξέγερση υπήρξε χλιαρή. Ο ΟΗΕ κάλεσε τη Σοβιετική Ένωση να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Ουγγαρία. Ο αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ απέρριψε εισηγήσεις για δυναμική επέμβαση στο πρότυπο του Κορεατικού Πολέμου και αρκέστηκε σε φραστική καταδίκη και οικονομικές κυρώσεις.

Η σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία προκάλεσε δυσεπίλυτα προβλήματα στα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα. Η κριτική κατά του σοβιετικού καθεστώτος εντάθηκε στους κόλπους τους, με αποτέλεσμα να κάνουν την εμφάνιση τους οι πρώτες ανανεωτικές φράξιες.

Καταδικαστικοί της σοβιετικής επέμβασης ήταν και πολλοί διανοούμενοι, γνωστοί για τους δεσμούς τους με την Αριστερά. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης επιβεβαιώθηκε όταν χαρακτήριζε τον υπαρκτό σοσιαλισμό, γραφειοκρατικό καπιταλισμό. Ο γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ έγραψε μια ανοικτή επιστολή καταδίκης με τίτλο «Το αίμα των Ούγγρων», καταδικάζοντας την έλλειψη δράσης της Δύσης. Ακόμη και ο γάλλος φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ, δεδηλωμένος κομμουνιστής τότε, άσκησε δριμεία κριτική στους σοβιετικούς με το άρθρο του «Το φάντασμα του Στάλιν».

Σήμερα, η Ουγγρική Επανάσταση είναι μια μακρινή ανάμνηση. Η χώρα των Μαγυάρων έχει απαλλαγεί από τον κομμουνισμό και είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Τι είναι αυτό το κόκκινο νερό, αφεντικό – δεν μου λές ;

Ένα παλιοκούτσουρο πετάει βλαστούς, κρέμουνται κάτι ξινά μπιχλιμπίδια, κι ο καιρός περνάει, ο ήλιος τα ψήνει, γίνουνται γλυκά σαν το μέλι και τότε τα λέμε σταφύλια.

Τα πατούμε, βγάζουμε το ζουμί τους, το βάζουμε σε βαρέλια, βράζει μοναχό του, το ανοίγουμε του Αι Γιώργη του Μεθυστή τον Οκτώβρη και βγαίνει κρασί !

Τι θαύμα είναι πάλι αυτό ;

Το πίνεις, το κόκκινο αυτό ζουμί και η ψυχή μεγαλώνει δεν τη χωράει πιά το παλιοτόμαρο, αντροκαλιέται το Θεό να παλέψουν.

Νίκος Καζαντζάκης – Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Φράσεις με δόντια

Ήλιος με δόντια υπάρχει, αλλά φράσεις με δόντια; Θα θυμάστε ίσως ότι πριν από μερικές μέρες δημοσίευσα ένα άρθρο που είχα αρχίσει να το σκέφτομαι ενώ βρισκόμουν καθηλωμένος στην καρέκλα του οδοντογιατρού.

Μια και αυτή η περιπέτεια τελείωσε, ας πούμε για να ξορκίσω το ενδεχόμενο σύντομης επανάληψής της, γράφω το σημερινό άρθρο κάνοντας μια ανασκόπηση των παροιμιακών εκφράσεων στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δόντια.

Είναι πολλές αυτές οι φράσεις, γι’ αυτό και δεν θα επεκταθώ στα ετυμολογικά και στα άλλα λεξιλογικά του δοντιού, θα περιοριστώ στα φρασεολογικά. Βέβαια, εσείς στα σχόλιά σας είστε ελεύθεροι να προσθέσετε οποιαδήποτε οδοντική πτυχή κρίνετε σκόπιμο. Κι εγώ με την εικονογράφηση του άρθρου δείχνω μια τέτοια πτυχή. Το κτίσμα που βλέπετε σε πρώτο πλάνο στη φωτογραφία, ερείπιο, βρίσκεται στην πόλη του Λουξεμβούργου και λέγεται Κούφιο δόντι, Huelen Zant στα λουξεμβουργιανά ή Dent creuse στα γαλλικά. Είναι ένα απομεινάρι από τα περίφημα τείχη του Λουξεμβούργου που είχαν χαρίσει στην πόλη το προσωνύμιο Γιβραλτάρ του Βορρά, και που γκρεμίστηκαν όταν οι μεγάλες δυνάμεις εγγυήθηκαν την μόνιμη ανεξαρτησία και ουδετερότητα του Μεγάλου Δουκάτου.

Πάμε λοιπόν στα φρασεολογικά μας.

Όπως είπα, με τα δόντια έχουμε πολλές και ποικίλες εκφράσεις. Μερικές εκφράσεις χρησιμοποιούν τον προφανή ρόλο των δοντιών ως επιθετικού ή αμυντικού όπλου. Λέμε, ας πούμε, δείχνω σε κάποιον τα δόντια μου, που σημαίνει ότι του δείχνω τις κακές μου διαθέσεις με απειλητικό τρόπο, ενώ για κάποιον που παλεύει απελπισμένα να καταφέρει κάτι λέμε ότι παλεύει με νύχια και με δόντια -εδώ η εικόνα παραπέμπει σε περικυκλωμένο ζώο. Η εικόνα υπάρχει από την αρχαιότητα, αν σκεφτούμε ότι ο Λουκιανός στους Νεκρικούς Διαλόγους γράφει «τὸ δὲ χρυσίον ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ ἐφύλαττον».

Όταν φοβερίσουμε κάποιον, όταν του μιλήσουμε αυστηρά ή τον απειλήσουμε με στόχο να τον συνετίσουμε ή να τον αναγκάσουμε να κάνει κάτι, λέμε του έτριξα τα δόντια. Ο θυμωμένος άνθρωπος τρίζει αθέλητα τα δόντια του, έτσι το τρίξιμο είναι ένδειξη οργής. Στις Πράξεις Αποστόλων (7.54), τα μέλη του ιουδαϊκού συμβουλίου, ακούγοντας τον Στέφα-
νο να τους κατηγορεί, «ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ’ αὐτόν». Αλλά και τον 12ο αι. ο Ευστάθιος, σχολιάζοντας το ομηρικό «καναχήν οδόντων έχει», σημειώνει «ἄλλος δ’ ἂν εἴποι τις κοινότερον τρίζων. καὶ παρέπεται ἀληθῶς καὶ τοῦτο τοῖς ἄγαν θυμουμένοις, ὡς καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἀχιλλεύς» (Παρεκβολαί εις Ιλιάδα, 4.344).

Όταν λέμε ότι κρατάω κάτι με τα δόντια εννοούμε ότι με μεγάλη δυσκολία ελέγχω ακόμα μια κατάσταση, μόλις και μετά βίας καταφέρνω να συγκρατήσω κάτι για να μην το χάσω. Η συγκράτηση με τα δόντια θεωρείται το έσχατο μέσο, αφού, εννοείται, τα χέρια έχουν αχρηστευθεί, κάτι που μπορεί να παραπέμπει ακόμα και στην ιστορία του Κυναίγειρου
(που επιχείρησε να συγκρατήσει πρώτα με τα χέρια και μετά με τα δόντια το περσικό πλοίο στη μάχη του Μαραθώνα). Με την κρίση της τελευταίας δεκαετίας, εχω ακούσει κάμποσες φορές να λένε “με τα δόντια κρατάω ανοιχτό το μαγαζί”.

Από την άλλη, όταν κάποιος σφίγγει τα δόντια, σημαίνει ότι κάνει υπομονή, δεν αφήνει την αγανάκτησή του να ξεσπάσει, δείχνει εγκαρτέρηση, ενδεχομένως ανέχεται κακό φέρσιμο ή προσβολές. Σε μια τέτοια κατάσταση το σφίξιμο των δοντιών είναι αυτόματη φυσική αντίδραση, το ίδιο κι όταν ετοιμαζόμαστε να πονέσουμε, π.χ. στον γιατρό. Οι Βρετανοί λένε σε ανάλογες περιπτώσεις, νομίζω, Stiff upper lip.

Αλλά τα δόντια είναι και ο φράχτης του στόματος. Ξέρουμε το ομηρικό “ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων” (από το Δ της Ιλιάδας), δηλαδή “ποιος λόγος ξέφυγε από το φράχτη του στόματός σου”, μια φράση που και σήμερα τη χρησιμοποιούμε.

Την ίδια εικόνα τη βρίσκουμε και στη νεότερη φράση έξω απ’ τα δόντια, π.χ. του μίλησα έξω απ’ τα δόντια, του τα είπα έξω από τα δόντια, δηλ. του μίλησα χωρίς περιστροφές, χωρίς αναστολή από ευγένεια ή φόβο, του είπα σκληρές αλήθειες. Και για κάποιον που συνηθίζει να μιλάει με παρρησία λέμε “μιλάει έξω απ’ τα δόντια” -οι Γάλλοι έχουν αντίστοιχη έκφραση il n’a pas la langue dans sa poche, δεν έχει τη γλώσσα του στην τσέπη.

Αντίθετα βέβαια μέσα απ’ τα δόντια του μιλάει κάποιος που μιλάει χαμηλόφωνα, που δεν ακούγεται καθαρά (και ίσως αυτό το κάνει σκόπιμα) και κατ’ επέκταση που μιλάει με υπονοούμενα, με περιστροφές -που, όπως λέμε, “μασάει τα λόγια του”.

Για να θυμηθούμε τον τίτλο του άρθρου, λέμε ήλιος με δόντια για τις παγερές μέρες του χειμώνα, με ηλιοφάνεια αλλά και με τσουχτερό κρύο. Βέβαια, Ήλιος με δόντια είναι και ο τίτλος ενός πολύ καλού μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη -ίσως είναι το καλύτερό του.

Όταν λέμε ότι κάτι δεν είναι για τα δόντια του εννοούμε ότι δεν είναι άξιος ή ικανός να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι που ποθεί. Εδώ έχουμε προφανή μεταφορά από τις σκληρές τροφές που δεν είναι κατάλληλες για ασθενικά δόντια. Η φρ. λέγεται ιδίως σαν περιφρονητική απάντηση σε κάποιον που επιδιώκει γάμο με πρόσωπο κοινωνικά ανώτερο ή σε ηλικιωμένο που προσπαθεί να συνδεθεί με πολύ νεότερή του.

Από την άλλη, έχει δόντι ή έχει γερό δόντι (ή μεγάλο δόντι) κάποιος που έχει ισχυρά μέσα, δυνατούς προστάτες. Συχνά ακούγεται π.χ. ότι για να διοριστεί κάποιος στην τάδε θέση πρέπει να έχει “μεγάλο δόντι”. Κάποτε, χαριτολογώντας, το επεκτείνουμε: — Είχε δόντι ο τάδε; — Μόνο δόντι; Χαυλιόδοντα.

Σχετίζεται η παραπάνω έκφραση με μια παλιότερη που δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, κόβουν τα δόντια του, δηλ. έχει μεγάλη δύναμη, μεγάλη επιρροή.

Όταν όμως μας πονάει το δόντι για κάποιον σημαίνει ότι είμαστε ερωτευμένοι με αυτό το πρόσωπο. Κι αυτή η έκφραση νομίζω πως έχει παλιώσει. Ίσως προέρχεται από το ότι ο πονόδοντος είναι πρόχειρη και καλή δικαιολογία για την κακοκεφιά και τους αναστεναγμούς του ερωτευμένου που τον ρωτούν τι έχει. Η έκφραση λέγεται (ή λεγόταν) και με το υποκοριστικό, δηλ. του πονάει το δοντάκι.

Υπάρχει και η έκφραση πονάει δόντι, κόβει κεφάλι, που αποτελεί μετεξέλιξη της έκφρ. πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι. Αυτή τη λέμε όταν αντί να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, καταργούμε το πράγμα που έχει το πρόβλημα, και λέγεται ιδίως όταν οι αρχές παίρνουν απόφαση να καταργηθεί ένας φορέας αντί να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά του.

Η αρχή βρίσκεται σε ευτράπελο μύθο (και ιστορία του Καραγκιόζη) για κομπογιανίτη ή πρωτόπειρο γιατρό που ήθελε
να εφαρμόσει στον πονοκέφαλο τη συνταγή που είχε για τον πονόδοντο («πονάει δόντι βγάζει δόντι»). Η προέλευση εξηγεί και την παραλλαγή, όπου βέβαια δείχνει ακόμα πιο παράλογη. Και σε κάποιο τραγούδι ένας κομπογιανίτης εφαρμόζει την τακτική πονάει δόντι βγάζει μάτι.

Δόντια έχει και ο χάρος, και για κάποιον που διέφυγε από βέβαιο κίνδυνο λέμε ότι γλίτωσε από του χάρου τα δόντια. Αντίστοιχη η αρχαία: «ἐφείλκυσάν με ἐξ αὐτῶν τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν» (Αχιλ. Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.9.3).

Από την άλλη πλευρά, τη φράση με την ψυχή στα δόντια, παραλλαγή της κάπως συχνότερης “με την ψυχή στο στόμα”, τη λέμε για κάποιον που αγωνιά στον έσχατο βαθμό ή που κάνει κάτι με μεγάλο άγχος και πολύ βιαστικά. Επίσης, για κάποιον εξαντλημένο, λιπόθυμο από τη μεγάλη κούραση. Κατά τη δοξασία, η ψυχή του ανθρώπου βγαίνει από το στόμα.
εδώ παριστάνεται να έχει κιόλας φτάσει στο στόμα, έτοιμη να βγει. Η φρ. σπάνια λέγεται για πράγματι ετοιμοθάνατους.

Για κάποιον πάνοπλο λέμε ότι είναι οπλισμένος μέχρι τα δόντια ενώ όταν κάποιος απαιτητικός ή μεμψίμοιρος δεν εκτιμά μια ανέλπιστη τύχη ή μια προσφορά που του κάνουμε, αλλά της βρίσκει μικροψεγάδια, λέμε ότι του χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάζει στα δόντια -όταν πρόκειται κάποιος να αγοράσει γάιδαρο, έχει δικαίωμα βέβαια να τον εξετάσει εξονυχιστικά, αλλά όχι όταν του γίνεται δώρο.

Μια πιο παλιά έκφραση είναι δεν έχει να ξύσει το δόντι του, που λέγεται για τους πάμπτωχους. Μια άλλη, επίσης παλιά, λέει αν ξύσει το δόντι του, δικό μου ψωμί θα βρει, που λέγεται για τους αχάριστους, που έχουν “φάει ψωμί” από εμάς.

Κοντεύουμε την εικοσάδα με τις οδοντικές εκφράσεις. Ας βάλουμε κάπου και το οδόντα αντί οδόντος της εκδίκησης, αν και πολύ συχνότερα λέγεται το οφθαλμόν αντί οφθαλμού.

Πηγή: sarantakos.Wordpress.com

Μάνος Λοΐζος: “Αχ χελιδόνι μου, πως να πετάξεις..” Η ιστορία ενός μεγάλου τραγουδιού

Πηγή: dinfo

Πέραν της επαγγελματικής τους επαφής, Νταλάρας και Μάνος Λοΐζος συνδέθηκαν με στενή φιλία -τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70- και έκαναν παρέα σχεδόν καθημερινά.

Από τη στιγμή μάλιστα που ο συνθέτης ήταν έτσι κι αλλιώς ένας πολύ ανοιχτός και με εξαιρετικό χιούμορ άνθρωπος, τα πειράγματα δίναν κι έπαιρναν.
Ο Μάνος Λοΐζος δεν δίσταζε να εκφράζει το θαυμασμό του για άλλους δημιουργούς και να τους «ζηλεύει» με την καλή έννοια. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Σταύρος Κουγιουμτζής, με τον οποίο ο Νταλάρας είχε σχεδόν αποκλειστική συνεργασία, στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Συχνά λοιπόν, ο αξέχαστος Μάνος μιλούσε με σεβασμό και αγάπη για τα τραγούδια του Θεσσαλονικιού συνθέτη και δεν παρέλειπε να τονίζει το πόσο θα ήθελε να του μοιάσει…

Ο Νταλάρας τότε, άρπαζε την ευκαιρία και για να πειράξει τον Λοΐζο, του έλεγε κάθε φορά: «Κεφάλα (το παρατσούκλι του), ότι κι αν κάνεις δεν πρόκειται ποτέ να γράψεις ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή»! Φυσικά δεν το έλεγε επειδή δεν τον θεωρούσε ικανό, αλλά για να τον «τσιγκλήσει» και να τον δοκιμάσει! Το κόλπο έπιασε…Μια μέρα, γύρω στα μέσα του 1971, ο Λοΐζος του είπε με βεβαιότητα: «Ρε συ, θα σου γράψω ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή». Ο Νταλάρας τον κορόιδεψε και του επανέλαβε τη γνωστή κουβέντα που συνήθιζε να του λέει, αλλά λίγες μέρες αργότερα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον συνθέτη ο οποίος τον καλούσε στο σπίτι του «για ν’ ακούσει κάτι» …

Πράγματι, ο ερμηνευτής πήγε κι αμέσως ο Λοΐζος κάθισε στο πιάνο κι άρχισε να παίζει και να τραγουδά το «Αχ χελιδόνι μου», τους στίχους του οποίου είχε γράψει -ποιος άλλος;- ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! Είναι άξιο απορίας το πώς τούτα τα λόγια κατάφεραν να περάσουν από τη «μέγγενη» της χουντικής λογοκρισίας, αφού είναι ξεκάθαρο ότι περιγράφουν τόσο παραστατικά κι εμφατικά τα δύσκολα χρόνια που βίωνε εκείνα τα χρόνια η χώρα μας υπό τον δικτατορικό ζυγό.

Με το που άκουσε το τραγούδι ο Νταλάρας, έμεινε κυριολεκτικά άφωνος κι αργότερα παραδέχτηκε στον Λοΐζο ότι πράγματι είχε γράψει ένα κομμάτι «σαν του Κουγιουμτζή», κάνοντάς τον ιδιαίτερα περήφανο και χαρούμενο. Για να δείτε ποια νοοτροπία είχαν τότε οι δημιουργοί και πόσο σέβονταν ο ένας τη δουλειά και το έργο του άλλου. Άλλωστε, γι’ αυτό ήταν και τόσο σπουδαίοι και σημαντικοί.

Αχ Χελιδόνι μου

Αχ χελιδόνι μου πως να πετάξεις
σ’ αυτόν το μαύρο τον ουρανό
αίμα σταλάζει το δειλινό
και πως να κλάψεις και πως να κλάψεις
αχ χελιδόνι μου

Αχ παλικάρι μου τα τρένα φύγαν
δεν έχει δρόμο για μισεμό
κι όσοι μιλούσαν για λυτρωμό
πες μου που πήγαν πες μου που πήγαν
αχ παλικάρι μου.

Άχου καρδούλα μου φυλακισμένη
δε βγαίνει ο ήλιος που καρτεράς
μόνο ο ντελάλης της αγοράς
σε ξεκουφαίνει σε ξεκουφαίνει
άχου καρδούλα μου

Γράφει ο μαθηματικός και αναλυτής Μάρκου Παναγιώτης στο flash.gr – Το είδαμε εδώ

Μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ξέρεις..

Ο Ουμπέρτο Έκο Ιταλός σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος.