


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.





«Από την άκρη της γης ξεκινήσαμε σαν μαγεμένα της άνοιξης πουλιά»

Τζάμπορι (Jamboree) ονομάζεται η μεγάλης κλίμακας προσκοπική και οδηγική συγκέντρωση.
Ο Μάνος Χατζιδάκις που έτρεφε συμπάθεια για τον προσκοπισμό (κατά σύμπτωση σύχναζε στον «Μαγεμένο Αυλό» της Πλατείας Προσκόπων) έγραψε σε στίχους του επιστήθιου φίλου του Νίκου Γκάτσου το τραγούδι του 11ου παγκόσμιου Τζάμπορι το οποίο έγινε το πιο επιτυχημένο τραγούδι των τζάμπορι όλων των εποχών και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.

Ένα τυχαίο και χαριτωμένο περιστατικό που συνέβη εκείνη την εποχή και έχει πρωταγωνιστή τον Μάνο Χατζιδάκι και κάποια παιδιά, προσκόπους από την Μαγαδασκάρη(!) το αποτυπώνει η εξαιρετική δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν, με άρθρο της στην εφημερίδα Ελευθερία.
Μιλώντας πάντα για το Τζάμπορι και την πλημμυρισμένη από προσκοπικές στολές Αθήνα αυτών των ημερών. Σε κατάστημα πωλήσεων δίσκων της οδού Καραγεώργη της Σερβίας(σ.σ στην Καραγεώργη Σερβίας ήταν το ιστορικό δισκοπωλείο «Κύκλος») οι πελάτες ήταν προχθές σε μια στιγμή – τι άλλο – πρόσκοποι.
Και ερχόντουσαν από πολύ μακριά. Από τη Μαγαδασκάρη. Δύο χαριτωμένα παιδιά που με πολλή συστολή ζήτησαν να αγοράσουν δίσκους ελληνικής μουσικής.
Η πωλήτρια τους υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα “Παιδιά του Πειραιά” αλλά οι μικροί δεν δέχθηκαν. “Αυτόν τον ξέρουμε καλά. Τον έχουμε και στην πατρίδα μας”, είπαν. Υπερηφάνεια η Ελληνίδα πωλήτρια για λογαριασμό της ελληνικής μουσικής.
Έκδηλη υπερηφάνεια και σε έναν κύριο, που καθότανε στο βάθος του μαγαζιού αμίλητος παρακολουθώντας ασκαρδαμυκτί όσα λεγόντουσαν. Η συζήτηση συνεχίζεται. Και η διαλογή των δίσκων. Τέλος οι μικροί από τη Μαγαδασκάρη βρήκαν αυτό που ήθελαν. Ένα μεγάλο δίσκο με πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι.
-Πόσο κάνει;
-200 δραχμές.
-Δεν έχουμε τόσα λεπτά – 200 δραχμές. Είναι βλέπετε πολλά λεφτά για ένα προσκοπάκι, είπαν. Μας κάνετε τη χάρη να τον ακούσουμε λίγο τουλάχιστον, προσέθεσαν, ντροπαλά.
Πριν η πωλήτρια απαντήσει, βεβαίως καταφατικά, μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού.
-Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον πληρώσω εγώ. (Είπε μάλιστα θα τον «πληγώσω» εγώ. Γιατί ξέχασα να πω πως ο κύριος δεν έλεγε το ρο και -αν ενδιαφέρει κανέναν- ήταν αρκετά ευτραφής και φορούσε ένα ριχτό πουκάμισο.
Η προσφορά μεταφράστηκε στους δύο νέους.
-Γιατί να μας τον χαρίσει ο κύριος; Όχι δεν θέλουμε. Είναι τόσο πλούσιος; Μήπως είναι ο Ωνάσης ρώτησαν με παιδική αφέλεια.
-Ο Ωνάσης όχι. Αλλά ο Μάνος Χατζιδάκις. Που αναγκάσθηκε ο δυστυχής, αφού έγινε η γνωριμία, να κάτσει δυο ολόκληρες ώρες μέσα στο μαγαζί, υπογράφοντας αυτόγραφα για τους δύο προσκόπους της Μαγαδασκάρης, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους… και τα 25.000 μέλη της προσκοπικής αδελφότητος της μακρινής νήσου.
«Αυτό το αυτόγραφο, είπαν τα παιδιά, είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να φέρουμε στους δικούς μας επιστρέφοντας στη Μαγαδασκάρη».
Μπράβο Μάνο!…
ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ
από άρθρο της στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



“ΜΕΡΕΣ Γ'”(1934-1940)
«Σκέψη του παροδικού που σε παραλύει.
Σπίτια, θάνατοι, χωρισμοί.
Η ζωή του ανθρώπου
είναι καμωμένη από καιρούς.
Καιρός να σπείρεις,
καιρός να θερίσεις,
καιρός της θλίψης,
καιρός της χαράς,
καιρός της αγάπης,
καιρός της μοναξιάς.
Αν το σκεφτείς έτσι,
θα μπορέσεις
και στη χαμηλότερη στιγμή
να στηριχτείς,
γιατί κι αυτή θα ανήκει
σ’ έναν από τους καιρούς
της ζωής σου»
“Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει.”
Pablo Picasso
Σαν σήμερα, 25 Οκτωβρίου 1881 γεννήθηκε ο Πάμπλο Πικάσο.
Ο Pablo Picasso ήταν Ισπανός ζωγράφος, από τους κυριότερους εκπροσώπους της τέχνης του 20ου αιώνα, με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.
Το πέρασμα του χρόνου συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από το υποκείμενο που το βιώνει. Οι αλλαγές είναι αργές και ανεπαίσθητες, όταν αθροιστούν όμως συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές οι αλλαγές του περιβάλλοντος γύρω μας είναι εκείνες που αφυπνίζουν το πνεύμα, ώστε να παρατηρήσει το γήρας του δικού του σώματος. Δεν γερνάμε όμως όλοι. Όσοι καταφέρνουν να αγγίξουν μια μεγάλη ηλικία, μόνο να παραπονούνται δεν αξίζει. Τα γερατειά (παρά τα όσα σωματικά δεινά συνεπάγονται) μόνο φρίκη δεν πρέπει να προκαλούν. Αντιθέτως, κάθε μέρα μετράει.
Ο Σενέκας γράφει στον Λουκίλιο, για να του μιλήσει για τα γηρατειά. Όχι, ο Λουκίλιος δεν έχει γεράσει. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τα δικά του βιώματα και ο νέος μαθητευόμενος θα διαβάσει τη δωδέκατη επιστολή, ώστε να εκτιμήσει τη ζωή από νεανική ηλικία. Το σκηνικό στήνεται επιδέξια από τον Στωικό φιλόσοφο. Αφορμή είναι μια επίσκεψη στο πατρικό του, που τον βοηθάει να ανακαλύψει ότι παρά τη φροντίδα του επιστάτη του, το σπίτι καταρρέει: «Όπου κι αν γυρίσω, σημάδια των γηρατειών μου βλέπω» (Quocumque me verti, argumenta senectutis meae video), παραπονιέται. «Ποιο είναι το μέλλον μου, όταν οι λίθοι της ζωής μου γίνονται συντρίμμια;» (quid mihi futurum est, si tam putria sunt aetatis meae saxa? 12.1). Μαζί με την κατάρρευση του σπιτιού, κοιτάζει και τα γερασμένα δέντρα του κήπου. Τα δέντρα που ο ίδιος φύτεψε μικρός, παρακολουθώντας τα να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Μαζί τους γέρασε και αυτός. Η φθορά της ύλης είναι αναπόφευκτη. Τελικά, ευχαριστεί το ρημαγμένο σπίτι για τη συνειδητοποίηση των γηρατειών (senectus) του.
«Ας υποδεχτούμε κι ας αγαπήσουμε τα γηρατειά· είναι γεμάτα από ηδονές αν ξέρει κάποιος πώς να τα χρησιμοποιήσει. Τα φρούτα είναι ευχάριστα όταν ωριμάζουν· η παιδικότητα πιο όμορφη στο τελείωμά της. Το κρασί που έχει μείνει στο ποτήρι προσφέρει τη μέγιστη ευχαρίστηση στον πότη, αυτό τον μεθάει, δίνει την καλύτερη ώθηση στη μέθη του.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.4
……Ύστερα τα σταφύλια. Δεν μπορούμε να βγάλουμε καλό κρασί.
Ο κόσμος δεν μπορεί να πλερώσει το καλό κρασί.
Τρύγα τα σταφύλια, και τα καλά και τα σάπια και τα μπαμπουροφαγωμένα. Ρίχτα στο πατητήρι, πάτα τα όλα μαζί, κοτσάνια, χώματα και σάπιες ρόγες.
Μα τα βουτσιά πιάσανε μούχλα και μυρμηγκικό οξύ.
Πρόσθεσε θειάφι και δεψίνη.
Ο μούστος δεν έχει το παχύ και πλούσιο άρωμα του κρασιού, μυρίζει μούχλα και χημικά παρασκευάσματα.
Δε βαριέσαι. Όσο να ’ναι έχει μέσα οινόπνευμα. Μπορούνε να μεθύσουνε…..
Τζον Στάινμπεκ – από το βιβλίο του: Τα σταφύλια της οργής.

