Το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά – “Θαμμένα Όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις ” – ένα μοναδικό βιωματικό αφήγημα

Το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά – “Θαμμένα Όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις ” – ένα μοναδικό βιωματικό αφήγημα

του Γιάννη Βερμισσώ

Στην ανάμνηση μιας πολλαπλής “θυσίας”, γράφτηκε το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά που έχει τίτλο “Θαμμένα Όνειρα” -εκδόσεις “Οροπέδιο”-Την θυσίας .. των νοικοκυριών, των περιουσιών, των συναισθημάτων, των ανθρώπων που “ξεπατρίστηκαν”, των ονείρων, των παιδικών εικόνων,  των στιγμών χαράς και μόχθου, αλλά και των άλλων ψυχών που χάθηκαν από την καταστροφή της πανίδας, προκειμένου εδαφικές εκτάσεις να μετατραπούν σε τεχνητή λίμνη στον ποταμό Μόρνο,

Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.

Στα 18 σπονδυλωτά διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας αποτυπώνει με την δική του συναισθηματική ματιά, τον καημό, το ξερίζωμα, τον αφανισμό, την απώλεια, αυτή,  που βιώνει ο άνθρωπος στιγμιαία  ή διαχρονικά,  και την οποία “αγκαλιάζει” και συνεχίζει.

Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..

Με γρήγορες εναλλαγές, το βιβλίο περνά στην αφήγηση ιστοριών της καθημερινότητας  η οποία έτρεχε ασταμάτητα με γεγονότα, μικρά και μεγάλα.

Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.

Με μοναδικό γλαφυρό τρόπο, το βιβλίο αναδεικνύει την αλλοτινή, απέριττη καθημερινότητα που περιβαλλόταν από ένα ανεκπαίδευτο  σεβασμό, μια βιωματική συνέπεια, μια αυτοκαλλιεργούμενη υποχρέωση, μια ισχυρή λειτουργία του ενστίκτου επιβίωσης. Και ταυτόχρονα αποτυπώνει  όλα  εκείνα τα στοιχεία της  τότε καθημερινής ευχαρίστησης και πληρότητας  των ανθρώπων για την ζωή και την συνέχισή της με αξία, χωρίς ευτελισμό,  χωρίς δισταγμό.

Χωρίς ματαιότητες  και αδιέξοδα οι  ιστορίες του Κώστα Μπερτσιά δείχνουν την αγαστή συμπόρευση με τα “όσα φέρνει ο χρόνος και η ώρα” και την αποδοχή κάθε αιφνίδιας ή αναμενόμενης “έλλειψης”.

Οι ήρωες του Κώστα Μπερτσιά πραγματικοί και αυθεντικοί.

Όλοι τους κάθε ηλικίας, συστρατευμένοι  στην ίδια προσπάθεια εξέλιξης, με άσβεστη διάθεση απόλαυσης κάθε στιγμής,  μέσα από αντιξοότητες, εμπόδια, ανατροπές, αιφνιδιασμούς.

Στις ιστορίες ανθρώπων, οικογενειών, γειτόνων, πολιτικών γεγονότων, αναπάντεχων καταστροφών ο αναγνώστης ζει και νιώθει.

Βλέπει εικόνες, αισθάνεται, αντιλαμβάνεται βαθιές σκέψεις , μαθαίνει για την αόρατη λειτουργία και πέρασμα από γενιά σε γενιά άγραφων διδαχών σεβασμού και πολιτισμού. Οι ιστορίες αποκαλύπτουν την αντικειμενική διάσταση της πραγματικότητας, τον  κυνισμό της επιβίωσης, τη σιωπηλή αποδοχή “όσων έρχονται και όσων πάνε”.

Τα “θαμμένα Όνειρα”  είναι γραμμένα σε ένα μοτίβο το οποίο: Διδάσκει την ταπεινότητα απέναντι στο μεγαλείο της ζωής.  Διδάσκει τους κανόνες επιβίωσης. Διδάσκει τον σεβασμό στο “παλιό”, το παρελθόν. Διδάσκει την συνέχεια…

Σημείο καθοριστικό και ” σκηνικό”  των διηγημάτων ο τόπος που στη δεκαετία του ’70, “θυσιάστηκε” και άλλαξε μορφή στο χάρτη  από τον χάρτη  για να δοθεί ζωή στο άστυ -την Αθήνα- και να σωθεί από την λειψυδρία.

Προ-Κείμενο του Βιβλίου

Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.

Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.

Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.

Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.

Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».

Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:

Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;

Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.

Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.

Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.

Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.

Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021

Ελικώνας

Ένα βουνό της Βοιωτίας με βαριά ιστορία, αγαπημένο των «εναλλακτικών τύπων» που θεωρείται -και είναι- από τα ομορφότερα ησυχαστήρια; Και το όνομα αυτού, Ελικώνας – γνωστός και ως «Βουνό των Μουσών». Σε αντίθεση με τον δημοφιλέστατο κατά πρώτη επιλογή κατά τους φθινοπωρινούς και τους χειμερινούς μήνες Παρνασσό, ο Ελικώνας είναι ένα βουνό που μπορεί να μην έχει το όνομα, έχει όμως τεράστια χάρη, σε βαθμό που όποιος γνωρίζει, το ερωτεύεται.

Ο Ελικώνας με τις 16 κορυφές του συνδυάζει εξαιρετικά τον καθαρό, φρέσκο, βουνίσιο αέρα, τα υπέροχα τοπία, πληθώρα μονοπατιών για διαδρομές στη φύση που μένουν αξέχαστες και κορυφές ό,τι πρέπει για ορειβασία, την ώρα που οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας «βουλιάζουν» στον κορονοϊό.

Ο Ελικώνας στην ελληνική μυθολογία

Ο Ελικώνας φιλοξενούσε στην αρχαιότητα την πηγή της Ιπποκρήνης. Σύμφωνα με τον μύθο, όποιος έπινε νερό από εκεί αποκτούσε θεϊκή ποιητική έμπνευση που ζήλευαν μέχρι και οι κορυφαίοι του είδους. Ακόμα, στο βουνό διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες για τον Έρωτα και προς τιμήν των Μουσών. Αγώνες που είχαν ξεχωριστή καλλιτεχνική σημασία.

Υπερβολές; Μάλλον όχι. Διότι με το που αντικρίσεις το τοπίο θα αντιληφθείς πως μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή, να χαρακτηριστεί το βουνό πηγή ποίησης και ρομαντισμού.

Η καταπράσινη Αγία Άννα

Η πρώτη σου στάση επιβάλλεται να είναι στο πιο διάσημο χωριό της περιοχής, την ξακουστή Αγία Άννα. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων και φημίζεται για το καταπληκτικό του ελατόδασος, τα μικρά σπιτάκια χτισμένα με πέτρα και την πλατεία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες των Ζαγοροχωρίων, οι οποίες φημίζονται για τη γραφικότητά τους.

Το χωριό Κυριάκι

Το Κυριάκι είναι ένα πανέμορφο χωριό του βουνού που δεν πρέπει να παραλείψεις να επισκεφτείς για περιήγηση, εξερεύνηση, φαγητό ή καφέ. Στην κεντρική πλατεία του χωριού θα βρεις την περίφημη Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου με τον μεγάλο, αιωνόβιο πλάτανο που χαρίζει σκιά και ακόμα περισσότερη ομορφιά στο ήδη ευλογημένο από τη φύση μέρος.

Για πεζοπορία

Η πλούσια βλάστηση του Ελικώνα τον καθιστά ιδανικό προορισμό για όσους αγαπούν τις περιηγήσεις στη φύση και τους ατελείωτους περιπάτους. Το πιο διάσημο μονοπάτι και εκείνο που ανέκαθεν προτιμούσαν οι φυσιολάτρεις, είναι εκείνο που ξεκινά από την Αγία Άννα και καταλήγει στην Παλιοβούνα και στο οποίο η πεζοπορία διαρκεί τρεις περίπου ώρες. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα παραμυθένιο τοπίο.

Ντένη Θεοχαράκη – Η σιωπή της Ματιάς: Έκθεση ζωγραφικής & φωτογραφίας στην Evripides Art Gallery


Ντένη Θεοχαράκη: Μετά τη Saatchi, το ταξίδι της στη ζωγραφική και τη φωτογραφία

Ντένη Θεοχαράκη: Μετά τη Saatchi, το ταξίδι της στη ζωγραφική και τη φωτογραφία

Ντένη Θεοχαράκη

Μετά την εμφάνισή της στην περίοπτη φουάρ της Saatchi Gallery, η Ντένη Θεοχαράκηπαρουσιάζει τα νέα της έργα στην έκθεση Η σιωπή της Ματιάς, στην γκαλερί Ευρυπίδης. Ταξίδι στη ζωγραφική και τη φωτογραφία, που αποτελεί συγκερασμό φαντασίας, αναμνήσεων και εντυπώσεων αλλά και ρεαλιστικής αποτύπωσης εικόνων.

«Η ματιά εκφράζει συναισθήματα, φόβους, αγωνίες, σκέψεις, μέσα από μια εύγλωττη και πολυσήμαντη σιωπή», σημειώνουν και οι επιμελητές. Τα δύο εκφραστικά μέσα λειτουργούν ως πολυδύναμη επιμειξία ειδών με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται πλούτος αισθητικής και εγκεφαλικής απόλαυσης.

Πριν μερικά χρόνια η γκαλερί Ευριπίδης είχε οργανώσει άλλη ατομική της έκθεση. Η συγκεκριμένη, διοργανώνεται δύο εβδομάδες μετά την επιτυχία της παρουσίασής της στο Λονδίνο.

Από την ίδρυσή της, η φουάρ StART Art (13-17/10/2021) που φιλοξενείται πάντα στη διάσημη Saatchi Gallery στο Τσέλσι, αφιερώνεται στην ανάδειξη υποσχόμενων καλλιτεχνών. Παρουσιάζει όμως και καταξιωμένους δημιουργους από όλο τον κόσμο. Για ένα παράδειγμα μεγέθους: Η περσινή διοργάνωση προσέλκυσε 6500 συλλέκτες και φιλότεχνους παρά την πανδημία.

Οι συλλέκτες Ντέιβιντ και Σερενέλλα Τσικλιτίρα

Οι ιδρυτές της φουάρ, Ντέιβιντ και Σερενέλα Τσικλιτίρα (David – Serenella Ciclitira) θεωρούνται ισχυρό ζευγάρι συλλέκτων στο διεθνές χρηματιστήριο της τέχνης. Προτιμούν όμως να παραμένουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας εξού και η φήμη τους δεν έχει εξαπλωθεί αντίστοιχα με το ειδικό τους βάρος.

Σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι τους στη Σεούλ (για τα συμφέροντα της εταιρείας τους Parallel Media Group), παρακολούθησαν έκθεση τοπικών καλλιτεχνών και ενθουσιάστηκαν. Λίγο αργότερα θέσπισαν το πρόγραμμά Eye (το 2014), που επιβραβεύει νέα ταλέντα από την Ασία.

Η φιλανθρωπική τους δράση στον καλλιτεχνικό χώρο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980. Υπάρχουν πάντα τα Βραβεία Τσικλιτίρα (Ciclitira Prize) καθώς και το Serenella Ciclitira Prize που αποδίδεται σε απόφοιτο της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών (Royal Academy of Arts) στο Λονδίνο. Επίσης σε απόφοιτους του κολλεγίου τέχνης The Prince’s Foundation School of Traditional Arts -και αυτό στη βρετανική πρωτεύουσα.

Άνοιγμα στον κόσμο

Όπως αναγράφεται και στο σημείωμα της συμμετοχής της στη φουάρ, η καλλιτεχνική δημιουργία της Ντένης Θεοχαράκη «διαφοροποιείται, αρνούμενη να ταυτιστεί με συγκεκριμένα ρεύματα ή τεχνοτροπίες. Η γραφή της είναι ασυμβίβαστη και περιπετειώδης, και αναζητεί διαρκώς νέους τρόπους έκφρασης με διαφορετικά υλικά, υφές και τεχνικές»

Η Ντένη Θεοχαράκη λατρεύει να ταξιδεύει και να απαθανατίζει με τη φωτογραφική της μηχανή εικόνες καθημερινής ζωής.

Σε δεύτερο χρόνο, οι ταξιδιωτικές αυτές εμπειρίες μετασχηματίζονται σε τέχνη. Ύστερα από επισταμένη και βαθιά παρατήρηση διαφορετικών εκφάνσεων του κόσμου των φαινομένων, αναπλάθει στα έργα της μια νέα πραγματικότητα.

Φαινομενικά πολύπλοκη και δαιδαλώδης, κρύβει ξέχωρα μονοπάτια που οδηγούν σε διαφορετικούς, ανοίκειους και όμως άκρως γοητευτικούς προορισμούς. Όπως άλλωστε και η πραγματική ζωή.

Απόδοση εσωτερικού κάλλους

Κατά τους επιμελητές της νέας έκθεσης, στην αποτύπωση των περιηγήσεών της εστιάζει στην απόδοση του εσωτερικού κάλλους που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Με μια διαδοχική μετουσίωση, τα ταξίδια γίνονται εμπειρίες, οι εμπειρίες, βιώματα και μετά αναμνήσεις.

Η απεικόνιση ξεκινά από την εσωτερική θεώρηση της πραγματικότητας, η οποία εξωτερικεύεται μέσα από την ζωγραφική διαδικασία, με συνέπεια και αυτοπειθαρχία.

Διόλου περίεργο που η ζωγραφική έκφραση της Ντένης Θεοχαράκη γοήτευσε στο εξωτερικό.

Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η ιστορικός Τέχνης Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα «η ζωγράφος αναπαράγει μνήμες από ταξίδια αναζήτησης και εξερεύνησης σε μακρινές χώρες –κυρίως της Ασίας– εκεί όπου η ζωή κυλάει σε άλλους ρυθμούς και διέπεται από διαφορετικούς πολιτισμικούς κανόνες. Στις περιπλανήσεις της καταγράφει φωτογραφικά ό,τι την ελκύει, και, όταν πια επιστρέφει με την ψυχή της γεμάτη εικόνες, επεξεργάζεται το υλικό της, ζωγραφίζοντας τοπία, ανθρώπους και καθημερινές σκηνές που αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες».

Συνεπώς, η Ντένη Θεοχαράκη επηρεάστηκε βαθύτατα από την υγειονομική κρίση που μαστίζει τον πλανήτη. Διοχέτευσε το συναίσθημά της σε νέους εκφραστικούς τρόπους, με νέο αισθητικό περιεχόμενο. «Η ματιά – στο έργο της δημιουργού – άλλοτε καθηλωτικά παρούσα άλλοτε εκκωφαντικά απούσα» γίνεται «ο συνδετικός κρίκος των θεματικών της ενοτήτων, χαράσσοντας το μονοπάτι των εικόνων και των μορφών από τα μάτια μας βαθιά μέσα στην ψυχή».

Και παρακάτω, η ιστορικός γράφει: «Η Θεοχαράκη με την ανάγλυφη γραφή της προσδίδει μνημειακή αξία στους εικονιζόμενους. Χτίζει τον χαρακτήρα του ανθρώπου που συναντά στην εργασία του, στην ώρα της ανάπαυλάς του, στην ώρα του στοχασμού του. Με τα χρώματα που άλλοτε ακτινοβολούν και άλλοτε υποχωρούν πλάθει τα πρόσωπα με αγάπη και ιδιαίτερη ευαισθησία. Νοιώθεις – άλλωστε – να σε κοιτούν κατάματα, να σου μιλούν αλλά και να σε αγνοούν. Δεν ενδίδει στην αφήγηση. Συμμετέχει στην καλλιτεχνική σκηνή με την ενσυναίσθησή της. Με τα εικαστικά της σήματα προκαλεί τον θεατή του έργου της σε έναν ανοιχτό διάλογο που συνδέεται με την ίδια τη ζωή δίνοντας νόημα και αξία στην ετερότητα».

Αλληλεπίδραση με τον κόσμο

Άρρηκτα δεμένο με τη ζωγραφική, πλούσιο το φωτογραφικό που παρουσιάζεται στη Σιωπή της ματιάς.

Η ιστορικός Τέχνης Χριστίνα Πετρηνού παρατηρεί ότι «η Ντένη Θεοχαράκη μεταμορφώνεται σε έναν σύγχρονο διαπολιτισμικό περιπατητή (flâneuse), ένα δημιουργικό κανάλι αλληλοεπίδρασης ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο. Μας προσκαλεί μέσα από τη φωτογραφία της να γεφυρώσουμε διαφορετικές εικόνες του κόσμου και να τις δούμε στην ολότητά τους».

Παράλληλα, ο εικαστικός καλλιτέχνης, φωτογράφος και αρχιτέκτονας Μανώλης Μπαμπούσης σχολιάζει ότι το έργο της λειτουργεί ως «αντι-αφήγηση. Είναι ελεύθερη. Κρατάει ίση απόσταση από το ευχάριστο ή το δυσάρεστο. Ενώ παράλληλα οι φωτογραφικές της εικόνες δομούνται με μία σχεδόν μουσική εσωτερική δομή, ανεξάρτητη, και την ίδια στιγμή συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο με τη ζωγραφική της».

Η Ντένη Θεοχαράκη έχει παρουσιάσει έργα της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Δημιουργία της συμπεριλαμβάνεται στη μόνιμη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης.

Η Ντένη Θεοχαράκη πήρε το MBA από το διάσημο NYU Stern Business School στην Αμερική αφού αποφοίτησε από το οικονομικό τμήμα στο ΕΚΠΑ και την ΑΣΚΤ.

Στα έργα της δεν μπορεί παρά να διακρίνει κανείς την αισθητική επιρροή του πατέρα της Βασίλη Θεοχαράκη. Ο μεγάλος επιχειρηματίας παραμένει στον πυρήνα του ένας ιδιαίτερα πνευματικός ζωγράφος. Διόλου ερασιτέχνης.

Πληροφορίες

Ντένη Θεοχαράκη

«Η σιωπή της Ματιάς»

Έκθεση ζωγραφικής και φωτογραφίας

Ηρακλείτου 10 & Σκουφά Κολωνάκι, Αθήνα, 106 73
τηλ: 21036152492103615909, www.evripides-art.gr

Διάρκεια Έκθεσης: 11 Νοεμβρίου – 4 Δεκεμβρίου 2021

Εγκαίνια: Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 14.00 -21.00 μ.μ.
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 18.00-21.00

Evripides Art Gallery

Ημέρες & Ώρες Λειτουργίας της γκαλερία: Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 11.00 – 20.30.

Τετάρτη: 11.00 -17.00 & Σάββατο: 11.00 – 16.00, Κυριακή και Δευτέρα: κλειστά.

Ο χώρος πληροί τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση ΑΜΕΑ.

Γιατί τα McDonald’s παραμένουν το πιο επιτυχημένο franchise brand στο κόσμο

 

πηγη: THETOTALBUSINESS – 11 Νοεμβρίου, 2021

Περισσότερα από 38.000 καταστήματα, πάνω από 120 χώρες, 75 μπέργκερ το δευτερόλεπτο, μία ταινία με την ιστορία της ίδρυσής τους (με τον Michael Keaton πρωταγωνιστή, μάλιστα), αρκετά ντοκιμαντέρ με αποκαλύψεις για το φαγητό και το μονοπώλιό τους, αναρίθμητες σκηνές ταινιών που διαδραματίζονται σε κάποιο κατάστημά τους, απαγόρευση δραστηριοποίησης σε ολόκληρες χώρες: τίποτα δεν μπορεί να αποδείξει περισσότερο περίτρανα ότι τα McDonald’s αποτελούν αφενός κατεστημένο στοιχείο της διεθνούς ποπ κουλτούρας, αλλά και αφετέρου, εδώ και χρόνια, το brand με το εντυπωσιακότερο και διαχρονικότερο success story στον κόσμο – και κατ’ επέκταση το πιο επιτυχημένο franchise διεθνώς.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η επιτυχία τους εξετάζεται ως case study και ο τρόπος λειτουργίας τους μελετάται και αναλύεται, προσφέροντας σημαντικά μαθήματα για τον τρόπο που μια επιχείρηση μπορεί να εξασφαλίσει την επιτυχημένη επέκτασή της μέσα από ένα δίκτυο franchisees.

Ποιες είναι λοιπόν οι βασικές αρχές που ανέδειξαν τα McDonalds στο επιτυχημένο διεθνές brand που είναι σήμερα;

Το τρίπτυχο συνέπεια – αντοχή – καινοτομία

Δεν είναι μόνο η διακόσμηση και το design των καταστημάτων που είναι σε ολόκληρο τον κόσμο σχεδόν πανομοιότυπα, είναι και η εμπειρία που ζει ο πελάτης μέσα σε αυτά, η οποία όπου και αν βρίσκεται, ουσιαστικά είναι απολύτως προβλεπόμενη. Το γεγονός ότι σε όποιο κατάστημα McDonald’s και αν βρεθεί κανείς, ξέρει ακριβώς τι γεύσεις, εξυπηρέτηση και περιβάλλον θα συναντήσει, αποτελεί τον πυρήνα της φιλοσοφίας της εταιρείας, από το 1955, που ο Ray Kroc άνοιξε το πρώτο franchise κατάστημα του εστιατορίου των αδελφών McDonald, οι οποίοι τον είχαν εντυπωσιάσει με τον τρόπο που λειτουργούσαν την επιχείρησή τους. Η πίστη του Kroc στις αρχές «Ποιότητα – Σέρβις – Καθαριότητα – Αξία» και στην απαρέγκλιτη εφαρμογή τους σε όλα τα εστιατόρια με το όνομα McDonald’s ήταν τόσο ισχυρή, που ο ίδιος ίδρυσε το 1961 το «Πανεπιστήμιο του Χάμπουργκερ», που ακόμα και σήμερα αποτελεί το σύστημα εκπαίδευσης των νέων franchisees.

Παράλληλα, αυτή η καθολική σταθερότητα συμβαδίζει με μια διάθεση για καινοτομία. Όσο και αν αυτό μοιάζει εκ πρώτης όψεως ίσως οξύμωρο, τα McDonald’s έχουν αποδείξει ότι έχουν τη διάθεση να ανανεώνουν, να δοκιμάζουν και να εμπλουτίζουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες και τα προϊόντα τους, φροντίζοντας απλώς και σε οτιδήποτε νέο να εφαρμόζουν τη βασική αρχή της συνέπειας.

Εν τω μεταξύ, το αντίπαλον δέος των McDonald’s, τα Burger King, στρέφονται στην ψηφιακή τεχνολογία.

Χάρη σε αυτήν τη φιλοσοφία έχουν καθιερώσει κάποιες αρχές που τους οδήγησαν στην επιτυχία, αλλά και οι οποίες εφαρμόζονται πια καθολικά και από άλλα brands του κλάδου. Ήδη οι αρχικοί ιδιοκτήτες, τα αδέρφια McDonald, φρόντισαν να φτιάξουν ένα στάνταρ, μαζεμένο μενού, με πιάτα που θα ήταν εύκολο να δημιουργηθούν και θα βγαίνουν πάντα νόστιμα. Οι συνταγές που επέλεξαν ήταν απλές, ώστε να μπορεί εύκολα να τις μάθει κανείς, ενώ μπορούν να φτιαχτούν γρήγορα σε μια κουζίνα που λειτουργεί σαν γραμμή παραγωγής – ένα σύστημα που ουσιαστικά πλέον εφαρμόζουν όλα τα καταστήματα fast-food.

Έτσι, και σε συνδυασμό με το ότι το εστιατόριό τους ήταν σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι πελάτες να μην παραμένουν πολύ ώρα, παρά να παίρνουν το φαγητό τους και να φεύγουν, τα δύο αδέρφια καινοτόμησαν δημιουργώντας ουσιαστικά το γνωστό σήμερα μοντέλο του fast-food.

H ανάπτυξη συνεχίστηκε με καινοτομίες που πατούν στις επιτυχημένες αρχές, αλλά απορρέουν από τη σημασία να καλυφθούν νέες ανάγκες που δημιουργούνται στο κοινό συν τω χρόνω. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν τα drive-thru McDonald’s, που σχεδιάστηκαν με στόχο το κοινό των στρατιωτών, οι οποίοι δεν επιτρεπόταν να βγουν από το αυτοκίνητο όταν φορούσαν στολή υπηρεσίας. Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, που αποδεικνύει και πώς μπορεί η συνεργασία με τους franchisees να αποδώσει τα μέγιστα τόσο για τους ίδιους όσο και για το brand, είναι ότι πολλά καθιερωμένα πιάτα του μενού, όπως το Big Mac και το Happy Meal, δημιουργήθηκαν από πρωτοπόρους franchisees και όχι από την «εταιρική κουζίνα δοκιμών».

 

Όλα αυτά συνδυάζονται με την αντοχή στον χρόνο που έχει επιτύχει το brand επειδή αντιμετωπίζει ενεργά – και χωρίς να χάνει την επαφή με το κοινό του – τις δυσκολίες που προκύπτουν και τις επιθέσεις ή μηνύσεις που δέχεται κατά καιρούς. Αυτές αφορούν συνήθως την ποιότητα του φαγητού του και το πόσο βλαβερό είναι για την υγεία (ας μην ξεχνάμε ότι τέτοιες εταιρείες σκέφτεται κανείς όταν μιλά για junk food), αλλά και τη μη-βιωσιμότητα των πρακτικών που ακολουθεί η εταιρεία. Για να αντιμετωπίσουν αυτές και το πλήγμα στην εικόνα τους, τα McDonald’s δε διστάζουν να αναγνωρίσουν δημόσια το πρόβλημα κάθε φορά, να συστήσουν με κάθε επισημότητα επιτροπές ελέγχου των βημάτων της εταιρείας προς τη βιωσιμότητα, να δημοοσιεύσουν εκθέσεις για την πρόοδό τους, να συστήσουν συμβούλια ειδικών διατροφής και να λάβουν υπόψη τους τις απαιτήσεις των πελατών ώστε να προσαρμόσουν τα συστατικά του μενού τους σε μια πιο υγιεινή κατεύθυνση. 

Και η διάθεση για καινοτομία συνεχίζεται, τα τελευταία χρόνια με τις κινήσεις που δείχνουν ότι το brand θέλει να προσαρμοστεί στα νέα τεχνολογικά δεδομένα, δίνοντας την ευκαιρία στους franchisees σε ολόκληρο τον κόσμο να εκμεταλλευτούν εφαρμογές voice assistants.

Τότε γιατί τα McDonald’s απέτυχαν στην Ελλάδα;

Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη απόπειρα του franchise να δραστηριοποιηθεί στον ελληνικό χώρο δεν ήταν επιτυχημένη. Για την ακρίβεια, η Ελλάδα ήταν από τις λίγες αγορές που δεν ανταποκρίθηκαν όπως αναμενόταν στο επιτυχημένο αμερικανικό franchise brand, και η απόδειξη είναι ότι αρκετά από τα αρχικά 25 καταστήματα έκλεισαν. 

Φαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, η περίφημη προσαρμοστικότητα του brand, που ξεχωρίζει και επειδή μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες των πελατών, δε λειτούργησε όπως έπρεπε. Αφενός η εταιρεία, ίσως βέβαιη για την επιτυχία της, ήρθε επιθετικά στον χώρο, μεγαλώνοντας πολύ πριν προλάβει να εντοπίσει τα προβλήματα και τη διαφοροποίηση του ελληνικού κοινού, αφετέρου η ιδιαίτερη παράδοση στο ελληνικό street food και οι διαφορετικές γεύσεις στις οποίες ήταν συνηθισμένο το κοινό φαίνεται ότι δυσκόλεψαν την εξοικείωση με αυτά τα νέα ήθη στο φαγητό που έφερε το μεγαλύτερο fast food brand στον κόσμο. Παράλληλα, εδώ τα McDonald’s είχαν να αντιμετωπίσουν και έναν δυνατό αντίπαλο, τα Goody’s, που κατάφεραν να προσαρμόσουν κάπως πιο ελληνικές γεύσεις στο μοντέλο λειτουργίας που έφερε το αμερικανικό brand, με μεγάλη μάλιστα επιτυχία, που επεκτάθηκε και εκτός συνόρων.