


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.









Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.
Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..
Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.
Προ-Κείμενο του Βιβλίου
Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.
Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.
Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.
Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.
Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».
Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.
Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.
Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:
Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;
Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.
Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.
Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.
Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.
Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021

Ένα βουνό της Βοιωτίας με βαριά ιστορία, αγαπημένο των «εναλλακτικών τύπων» που θεωρείται -και είναι- από τα ομορφότερα ησυχαστήρια; Και το όνομα αυτού, Ελικώνας – γνωστός και ως «Βουνό των Μουσών». Σε αντίθεση με τον δημοφιλέστατο κατά πρώτη επιλογή κατά τους φθινοπωρινούς και τους χειμερινούς μήνες Παρνασσό, ο Ελικώνας είναι ένα βουνό που μπορεί να μην έχει το όνομα, έχει όμως τεράστια χάρη, σε βαθμό που όποιος γνωρίζει, το ερωτεύεται.
Ο Ελικώνας με τις 16 κορυφές του συνδυάζει εξαιρετικά τον καθαρό, φρέσκο, βουνίσιο αέρα, τα υπέροχα τοπία, πληθώρα μονοπατιών για διαδρομές στη φύση που μένουν αξέχαστες και κορυφές ό,τι πρέπει για ορειβασία, την ώρα που οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας «βουλιάζουν» στον κορονοϊό.
Ο Ελικώνας στην ελληνική μυθολογία
Ο Ελικώνας φιλοξενούσε στην αρχαιότητα την πηγή της Ιπποκρήνης. Σύμφωνα με τον μύθο, όποιος έπινε νερό από εκεί αποκτούσε θεϊκή ποιητική έμπνευση που ζήλευαν μέχρι και οι κορυφαίοι του είδους. Ακόμα, στο βουνό διεξάγονταν αθλητικοί αγώνες για τον Έρωτα και προς τιμήν των Μουσών. Αγώνες που είχαν ξεχωριστή καλλιτεχνική σημασία.
Υπερβολές; Μάλλον όχι. Διότι με το που αντικρίσεις το τοπίο θα αντιληφθείς πως μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή, να χαρακτηριστεί το βουνό πηγή ποίησης και ρομαντισμού.
Η πρώτη σου στάση επιβάλλεται να είναι στο πιο διάσημο χωριό της περιοχής, την ξακουστή Αγία Άννα. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων και φημίζεται για το καταπληκτικό του ελατόδασος, τα μικρά σπιτάκια χτισμένα με πέτρα και την πλατεία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες των Ζαγοροχωρίων, οι οποίες φημίζονται για τη γραφικότητά τους.
Το Κυριάκι είναι ένα πανέμορφο χωριό του βουνού που δεν πρέπει να παραλείψεις να επισκεφτείς για περιήγηση, εξερεύνηση, φαγητό ή καφέ. Στην κεντρική πλατεία του χωριού θα βρεις την περίφημη Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου με τον μεγάλο, αιωνόβιο πλάτανο που χαρίζει σκιά και ακόμα περισσότερη ομορφιά στο ήδη ευλογημένο από τη φύση μέρος.
Η πλούσια βλάστηση του Ελικώνα τον καθιστά ιδανικό προορισμό για όσους αγαπούν τις περιηγήσεις στη φύση και τους ατελείωτους περιπάτους. Το πιο διάσημο μονοπάτι και εκείνο που ανέκαθεν προτιμούσαν οι φυσιολάτρεις, είναι εκείνο που ξεκινά από την Αγία Άννα και καταλήγει στην Παλιοβούνα και στο οποίο η πεζοπορία διαρκεί τρεις περίπου ώρες. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα παραμυθένιο τοπίο.




