Περί της εαυτού ψυχής (αποσπάσματα)

Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του Ζουργού βρισκεται στο ότι παρακολουθούμε τη ζωή όχι ενός στρατιωτικού ή πολιτικού αλλά ενός ανθρώπου των γραμμάτων, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον, κι έτσι διάλεξα να παρουσιάσω τρία αποσπάσματα σχετικά με την τέχνη και την τεχνολογία της γραφής και τη ζωή των γραφιάδων. Έχει ενδιαφέρον, πιστεύω, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας περνάει τις διάφορες πραγματολογικές πληροφορίες στο μυθιστόρημά του.

Στο πρώτο απόσπασμα, ο μεγαλύτερος αδελφός του Σταυράκιου, ο Θεοφύλακτος, 21 χρονών και δέκαρχος στον στρατό, επισκέπτεται τη μονή Στουδίου όπου είναι μαθητής ο 13χρονος Σταυράκιος.

Σταμάτησαν έξω από ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο, φτιαγ­μένο όλο από πέτρα. Αν είχε τρούλο και κωδωνοστάσιο, θα ’λεγες πως ήταν ένας άλλος μεγάλος ναός και θα σου έμπαιναν ιδέες πως το μοναστήρι έχει τελικά δύο καθολικά, δύο μεγά­λες εκκλησίες.

«Αγαπάτε, όπως βλέπω, την πέτρα, αδελφέ Ιγνάτιε», σχο­λίασε ο Θεοφύλακτος θαυμάζοντας τους ψηλούς καλοβαλμέ­νους τοίχους και τα μαρμάρινα περβάζια των παραθύρων.

«Είναι γιατί την πέτρα δεν την αγαπάει η φωτιά, δέκαρχε. Οι πατέρες της μονής, πριν από έτη πολλά, έχτισαν το αντιγραφείο χωρίς να χρησιμοποιήσουν ξύλα ή άλλη καύσιμη ύλη, όσο ήταν βέβαια δυνατόν. Ξύλα υπάρχουν μόνο στα μαδέρια της οροφής και στα μεσοπατώματα. Οι πόρτες είναι κατά ένα μέρος σιδερένιες, πυρεστίες και μαγκάλια απαγορεύονται. Μο­ναδική μας παραχώρηση στον κίνδυνο είναι οι λύχνοι που κρέ­μονται απ’ την οροφή κι ανάβουν μόνο τις συννεφιασμένες μέ­ρες. Όλα λειτουργούν με τάξη, αυστηρούς κανονισμούς και πει­θαρχία. Η φωτιά είναι πιο ύπουλος εχθρός ακόμη κι απ’ αυτούς που πολεμάτε στον Βορρά, τους Κουμάνους, τους Πετσενέγγους, αυτούς τέλος πάντων…»

Ο Θεοφύλακτος ετοιμάστηκε να του πει πως τους τελευ­ταίους μήνες ζώντας σε εμφύλιο σπαραγμό πολεμούσαν με τα στρατεύματα του Νικηφόρου Βρυέννιου, που είχε στασιάσει, αλλά σιώπησε κι αυτήν τη φορά.

«Είναι πραγματικά θαυμαστά όλα αυτά που μου λέτε, πα­τέρα Ιγνάτιε».

«Τα πραγματικά θαυμαστά είναι αυτά που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας. Βρίσκεται στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου που είναι μπροστά σου, όπου μπαίνεις από αυτήν την μπρούτζινη πόρτα, που την έχουμε κλειδωμένη. Ένα κλει­δί κρατάει ο ηγούμενος κι ένα άλλο είναι κρεμασμένο στον λαι­μό μου, μαζί με τον σταυρό, που τον φοράω διαρκώς απ’ τη στιγμή που έγινα μοναχός. Το κλειδί για μια τέτοια πόρτα εί­ναι μεγάλο και ιδιαίτερα πολύπλοκο, παίδεψε πολύ τον κλειθροποιό. Έχοντας το καθημερινά στο στήθος, καταλαβαίνεις πόσο κυριολεκτικά βαρύ είναι το καθήκον του βιβλιοφύλακα».

Ο αδελφός Ιγνάτιος χαμογέλασε για πρώτη φορά. 0 Θεο­φύλακτος σκάφτηκε πως δεν του ταίριαζε και πολύ. Ήταν βέ­βαιος πια ότι το χάρισμα του Ιγνάτιου θα ’πρεπε να το αναζη­τήσει κανείς ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ικανότητα να χειρίζεται τον συνομιλητή του.

«Αυτή η χαμηλή πόρτα μπροστά μας που οδηγεί;» ρώτησε τον βιβλιοφύλακα.

«Εδώ είναι το μεμβρανάριο, το υπόγειο όπου κατεργαζό­μαστε τις περγαμηνές. Βλέπεις, δέκαρχε, τα χρόνια που το ξυλοχάρτιο* έφτανε με αφθονία στην πόλη έχουν περάσει, η Αίγυπτος δεν είναι πια επαρχία του βασιλείου των Ρωμαίων. Οι περγαμηνές κοστίζουν ακριβά και τις έχουμε για τα έγ­γραφα μεγάλης αξίας. Εδώ κάτω συντηρούμε κι αυτό το υλι­κό που έχει αλλάξει τη γραφή τα τελευταία χρόνια. Μιλάω, φυσικά, για τον βαμβύκινο.** Αν κάποια στιγμή βρούμε τον χρόνο, θα ήθελα να σε ξεναγήσω στα μυστικά του. Όμως μι­λούσαμε για τη βιβλιοθήκη. Οι πατέρες αυτού του μοναστη­ριού, κυρίως από την εποχή του άλλου μας αγίου, του Θεοδώ­ρου της μονής μας, του Στουδίτη, έδωσαν βάση στην αντιγρα­φή. Δε σου κρύβω πως ένας λόγος που το μοναστήρι μας πλούτισε ήταν κι αυτός. Στο κτίριο που βλέπεις έχουν γίνει παραγγελίες από δούκες, δυνατούς, κατεπάνω, μάγιστρους, κι από αυτοκράτορες, αν το πιστεύεις. Είχαμε παραγγελίες ακόμα και από πρίγκιπες των Φράγκων και των Ρως. Κατα­λαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε την παράδοση, το καλό μας όνομα δηλαδή. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν σε τι χώ­ρο εισέρχεται ο Σταυράκιος. Ακολούθησέ με και θα καταλά­βεις περισσότερα».

Ο Ζουργός χρησιμοποιεί και ορολογία της εποχής, που την επεξηγεί με υποσημειώσεις. Εδώ, ξυλοχάρτιο είναι ονομασία του παπύρου ενώ βαμβύκινος είναι μια από τις πρώτες ονομασίες του χαρτιού, που ήταν κάτι καινούργιο.

Στο δεύτερο απόσπασμα, βρισκόμαστε στην Καστορία, τη σημερινη Καστοριά, όπου ο Σταυράκιος Κλαδάς έχει αναλάβει νοτάριος, βοηθός του μεσάζοντος Λεοντίου, του πολιτικού διοικητή της πολης -την οποία μόλις ανακατέλαβε ο Αλέξιος Κομνηνός από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου. (Παρένθεση: ο Λεόντιος, αν δεν σφάλλω, δεν είναι ιστορικό πρόσωπο. Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει πίνακα με τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, όπως π.χ. ο Ψελλός). 

Καστορία, έτος 1084 από Χριστού, βασιλεύοντος κυρ Αλέξιου Κομνηνού

Τι είναι αυτό στο χέρι σας, εξοχότατε;»

Ο μεσάζων Λεόντιος κοίταξε το κληροδότημα μιας χή­νας, που έσφιγγε στα δάχτυλά του.

«Για το φτερό λες, νοτάριε;»

«Μάλιστα, γι’ αυτό».

«Πρώτη φορά βλέπεις να γράφουν με φτερό;»

«Ομολογώ πως ναι».

«Στη Στουδίου δεν το συνηθίζατε;»

«Καθόλου, πιστέψτε με».

«Το χρησιμοποίησα πρώτη φορά στη μονή της Κρυπτοφέρρης κι από τότε το ’χω πάντα στο γραφείο».

«Μείνατε και εκεί, εξοχότατε;»

«Τρία χρόνια, όσο να τελειώσει η αποστολή μου και να μάθω τη γλώσσα των Λατίνων. Όταν μιλάω για λατινικά, δεν εννοώ τις πέντε φράσεις που χρησιμοποιούν ο αχθοφόροι στις αποβάθρες του Κεράτιου. Μιλάω για τον Κικέρωνα, τον Σενέκα, τον Κοϊντιλιανό, για τέτοια λατινικά μιλάω. Έκπληξη λοιπόν το φτερό;»

«Όσο δε φαντάζεστε…»

«Μία σου και μία μου, Σταυράκιε. Ξέρεις τι ξάφνιασμα πή­ρα χθες το βράδυ εδώ στο πραιτόριο, όταν παραμέρισα το βήλο του γραφείου σου και σε βρήκα σε κείνο το σκαμνί να δια­βάζεις από μέσα σου».

«Το συνηθίζω κάπου κάπου, το έκαναν κάποιοι αδερφοί στο μοναστήρι».

«Αν και δε θα ’πρεπε να εκπλαγώ, γιατί υπάρχει η παλιά μαρτυρία του Αγίου Αυγουστίνου, που είδε κάποτε τον Άγιο Αμβρόσιο να διαβάζει ένα βιβλίο σιωπηλός».

«Να το δοκιμάσετε κι εσείς, εξοχότατε. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πολύ εξυπηρετικό, άλλωστε κερδίζεις χρόνο».

«Σύμφωνοι! Θα δοκιμάσω, αφού πρώτα όμως δεχτείς εσύ αυτό».

Ο μεσάζων Λεόντιος σκάλισε λίγο το μικρό κουτί με τα μολυβδόβουλα και τις σφραγίδες, που είχε αφημένο επάνω στο τραπέζι, και τράβηξε από εκεί ένα εντυπωσιακό λευκό φτερό.

«Η κυκλοφορία της μελάνης σ’ αυτό γίνεται πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο καλάμι. Το χέρι σου θα το αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο. Πάρ’ το, είναι δικό σου, δώρο, πώς το λένε…»

Ο Σταυράκιος το κράτησε στο χέρι με μεγάλη προσοχή κι ύστερα έγειρε με σεβασμό το κεφάλι του στον αξιωματούχο.

«Τιμή μου, εξοχότατε, ευχαριστώ!»

«Μη με ευχαριστείς, το συμφέρον μου κοιτάζω. Μ’ ένα κα­λύτερο εργαλείο το χέρι σου θα αποδώσει περισσότερο. Τρεις εβδομάδες που είμαστε εδώ στο πραιτόριο, νοτάριε, και ομο­λογώ ότι μου έχεις λύσει τα χέρια. Να μην αναφέρω βέβαια την εξαίρετη έκθεση που συνέταξες για την κατάληψη της πόλης. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε και την ενέταξε αμέσως στα στρατιωτικά αρχεία. Σαφήνεια, λιτότητα και ύφος συγκρατημένο, όπως ταιριάζει σε κρατικά έγγραφα που αρχειοθετού­νται στο παλάτι. Φεύγοντας ο Αλέξιος για την Κωνσταντινού­πολη το πήρε μαζί του. Εύγε, νοτάριε! Η γραφή είναι ο δρόμος σου, αυτό να το θυμάσαι».

Στο τρίτο απόσπασμα, ο Σταυράκιος είναι πια μεσόκοπος, πενηντάρης. Έχει χηρέψει νωρίς, έχει εκδιωχθεί από το παλάτι και έχει ανοίξει το αντιγραφείο του, δέχτηκε όμως την πρόσκληση του Ιωάννη Αξούχ να επιστρέψει και να αναλάβει βοηθός του Γρηγόριου Καματηρού, του λογοθέτη των σεκρέτων, με υπόσχεση μάλιστα να πάρει αργότερα τη θέση του. Ο Σταυράκιος διστάζει, αλλά τον πιέζουν τα παιδιά του που σκέφτονται ότι έτσι θα προχωρήσει η καριέρα τους. Εδώ συζητάει με τον ανιψιό του τον Σέργιο, εξώγαμο παιδί του μεγάλου του αδελφού με μια παλλακίδα από τη βόρεια Ευρώπη, που τον έχει πάρει σαν ψυχοπαίδι του όταν ο αδελφός του έκανε το λάθος να πάρει μέρος σε μια αυλική συνωμοσία που απέτυχε, και κατέληξε στη φυλακή. 

Τις επόμενες μέρες ήταν σχεδόν αμίλητος. Πήγαινε στο εργαστήρι πριν ακόμη ξημερώσει και δούλευε με το κερί όσες πα­ραγγελίες είχαν μείνει σε εκκρεμότητα. Ζούσε μια εσωτερική διαπάλη με την απόφασή του να γέρνει πότε στη μια πλευρά της ζυγαριάς και πότε στην άλλη. Μέσα στα πολλά που είχε ακούσει εκείνο το απόγευμα από τον Ιωάννη Αξούχο, είχε συ­νειδητοποιήσει και μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Δεν μπορού­σε να συνεχίζει για πολύ ακόμη τη δουλειά του αντιγραφέα με τους ρυθμούς που εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Η μέση του τον ενοχλούσε καθημερινά και τα μάτια του κουράζονταν γρή­γορα. Η εμμονή του να είναι κάθε αντίγραφο άψογο σε πιστό­τητα και εμφάνιση τον εξαντλούσε. 0 δομέστικος είχε δίκιο, αυτό θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει. Στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τις τελευταίες ημέρες όλες τις παραγγελίες, αυτή η αλήθεια είχε ορθωθεί αμείλικτη μπροστά του. Η συστη­ματική αντιγραφή αφορούσε περισσότερο τη νεότητα, η οποία ήταν φανερό πως τον είχε από καιρό αποχαιρετήσει.

Κάποιο απόγευμα ζήτησε από τον Σέργιο να μιλήσουν. Ήταν πια δική του η απόφαση, αν θα κρατούσε μόνος του το αντιγραφείο ή θα επιζητούσε μια μισθωτή υπηρεσία σε κάποια γραμ­ματεία συντεχνίας ή ό,τι άλλο θα έβρισκε στην πρωτεύουσα.

«Θα φύγεις, δηλαδή, το αποφάσισες;» τον ρώτησε ο Σέρ­γιος ύστερα από λίγο.

«Ναι, θα φύγω, και μάρτυς μου ο Θεός, το κάνω δίχως να ξέρω αν είναι το σωστό».

«Θα κρατήσω, θείε, το μαγαζί, να ξέρεις. Δεν τρέφω καμιά ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάποτε να αντιγράφω βιβλία όπως εσύ, θέλω όμως, αν κάτι πάει στραβά εκεί στο παλάτι, να υπάρχει αυτή η γωνιά εδώ και να σε περιμένει».

«Καλέ μου, με νοιάζεσαι περισσότερο κι απ’ τα ίδια μου τα παιδιά, αυτό το έχω καταλάβει από καιρό. Μιας και αποφά­σισες να κρατήσεις το αντιγραφείο, θέλω να έχεις στον νου σου πως οι εποχές αλλάζουν. Σήμερα συντάσσονται και αντιγρά­φονται πολύ περισσότερα έγγραφα και βιβλία απ’ την εποχή που ξεκινήσαμε εμείς. Ο κόσμος δίνει λιγότερη σημασία στη φιλοκαλία των σελίδων, ο μόχθος των αντιγραφέων δεν έχει πια το ίδιο αντίκρισμα. Η ζήτηση σήμερα επιβάλλει πιο φτηνά βι­βλία και φτιαγμένα σε συντομότερο χρόνο. Αυτοί που νοιάζο­νται για την ακριβή στοίχιση, τα περίτεχνα αρχιγράμματα και όλα τα πλουμίδια, με τα οποία στολίζουμε τις σελίδες, αυτοί οι πελάτες ολοένα και λιγοστεύουν, αυτό βλέπω εγώ. Αν υπήρ­χε μια μηχανή να γράφει γρήγορα και φτηνά, ο μονότονος και άψυχος χαρακτήρας των γραμμάτων θα μας είχε νικήσει αμετάκλητα και θα αλλάζαμε δουλειά. Μη σκας, λοιπόν, τόσο πο­λύ για την ομορφιά. Αυτήν κράτα τη μέσα σου ή σε λίγες μό­νο εκλεκτές σελίδες, δικές σου. Με λίγα λόγια, κράτα την πι­στότητα, εφάρμοζε λιτότητα στον τρόπο που αντιγράφεις και ρίξε τις τιμές. Αυτή είναι η επαγγελματική συμβουλή που έχω να σου δώσω αποχωρώντας».

«Το εργαστήρι μας νομίζω πως μπορεί να με ζήσει. Αν πάλι κάτι πάει στραβά, θα κρατήσω το δίπλωμα που πήρα απ’ τη σχολή, χάρη σε σένα και αυτό, και θα αρχίσω να χτυπάω πόρτες. Έχει ο Θεός… Εσύ όμως πρέπει να νιώθεις ικανοποιημένος. Αν δε σε ήξερα τόσο καλά, θα σου έλεγα να αισθάνεσαι υπερήφανος. Σε καλούν εκεί που χτυπάει η καρδιά της αυτοκρατορίας, μην το παραβλέπεις αυτό».

Ο Σταυράκιος σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι έκανε μερικά βήματα για να ανακουφίσει κάπως τη μέση του, που πάλι τον ενοχλούσε.

«Σημασία έχει να πηγαίνεις εκεί που σου λέει η ψυχή σου, πρόσθεσε μετά από λίγο.

«Η δική σου τι σου λέει;»

«Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Η κατοικία της ψυχής ου τόπος, Σέργιε, αυτό να το θυμάσαι».

«Η φωνή της όμως έρχεται από κάποια κατεύθυνση. Δεν μπορώ να τη φανταστώ αλλιώς».

«Έχω καταλάβει ότι όλος ο αγώνας της ζωής μας είναι πώς θα βρούμε ένα κόσκινο που θα διαχωρίζει τα πρόσκαιρα και τα ευτελή από εκείνα που έχουν πραγματική αξία. Εκεί που νομίζεις πως έχεις βρει το σωστό κόσκινο κι ενώ βλέπεις όλος χαρά το αλεύρι να πέφτει κάτω από τη σήτα πλούσιο στη σκά­φη, όταν έρθει η ώρα να φας το ψωμί, νιώθεις στα δόντια σου πετραδάκια. Πού πήγε λοιπόν το ξεδιάλεγμα;»

«Όλα αυτά που μου λες είναι φιλοσοφία ή απλώς θλίψη;»

«Απλή άγνοια, γιατί φοβάμαι πως τα αιώνια αιωνίως θα μας διαφεύγουν».

Ο Σέργιος τον πλησίασε και τον αιφνιδίασε αγκαλιάζοντάς τον.

«Θέλω να πας εκεί δυνατός και αισιόδοξος, με ακούς; Πά­ντα έλεγες πως, όταν η ζωή διαλέγει αυτή αντί για μας, εμείς θα πρέπει να την υπακούμε. Πήγαινε λοιπόν και σταμάτα να μεμψιμοιρείς».

Ο Σταυράκιος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται. Χάιδεψε τα μαλλιά του Σέργιου, το ροδαλό πρόσωπο και το μαλα­κό γένι. Το δέρμα του μοσχοβολούσε σαπούνι, γιατί ο ανιψιός του πήγαινε στα λουτρά δυο φορές την εβδομάδα, μάλλον πλη­σίαζε ο καιρός που θα παντρευόταν.

Το τελευταίο χαρτί που συμπλήρωσε ο Σταυράκιος στην τά­βλα του εργαστηρίου ήταν ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον ίδιο και κλεισμένο με κερί για τον μέγα δομέστικο. Εκεί ανέφερε ότι αποδεχόταν την τιμητική πρόσκληση της πολιτι­κής διοίκησης και ανέμενε τη στιγμή που θα τον καλούσαν να αναλάβει καθήκοντα.

Πηγή:Sarantakos.Wordpress.com / Νίκος Σαραντάκος.

Ορχομενός

Ο Ορχομενός φαίνεται να κατοικήθηκε από τη νεολιθική περίοδο, γύρω στο 6000 π.Χ. Μεγάλη ακμή όμως γνώρισε την πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο μεταξύ 2000 και 1200 π.Χ., όταν κατοικήθηκε από ένα αρχαιοπελασγικό φύλο, τους Μινύες. Την περίοδο εκείνη η περιοχή γνώρισε μεγάλη ακμή. Χαρακτηριστικό της μεγάλης ανάπτυξης της κοινωνίας των Μινυών είναι τα αποστραγγιστικά έργα που έγιναν τότε για την πρώτη αποξήρανση της Κωπαΐδας. Ο Όμηρος κάνει αναφορά στην Ιλιάδα για τον πλούτο των κατοίκων του Ορχομενού. Η πόλη συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο με αρχηγούς τον Ασκάλαφο και τον Ιάλμενο.[1]

Ορχομενός

Αρχαίο θεάτρο

Υπάρχουν πολυάριθμες μυθολογικές αναφορές για τον Ορχομενό. Ο σημαντικότερος μυθικός κύκλος ξεκινάει από τον βασιλιά Αθάμα που είχε παιδιά τον Φρίξο και την Έλλη. Με τον Ορχομενό επομένως συνδέεται ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος και της Αργοναυτικής εκστρατείας.

Γιατί ο καπιταλισμός δεν αρέσει στους διανοούμενους – Μέρος 2ο

Γιατί ο καπιταλισμός δεν αρέσει στους διανοούμενους - Μέρος 2ο

Του Rainer Zitelmann 


Η εσφαλμένη ανωτερότητα της ρητής μάθησης

Είναι κατανοητό το γεγονός ότι οι διανοούμενοι τείνουν να εξισώνουν την απόκτηση της γνώσης με την ακαδημαϊκή εκπαίδευση και τη μάθηση από βιβλία. Η ψυχολογία της εκπαίδευσης χρησιμοποιεί το όρο “ρητή γνώση” γι’ αυτό το είδος της γνώσης που αποκτάται μέσω της “ρητής μάθησης”. Υπάρχει όμως και ένα διαφορετικό είδος γνώσης, η “άρρητη γνώση” που αποκτάται μέσω της “άρρητης μάθησης”. Αυτή είναι πολύ πιο αρχέγονη και συχνά πιο ισχυρή, μολονότι πολλοί διανοούμενοι αγνοούν την ύπαρξή της. Οι έρευνες στο επιχειρηματικό πεδίο έχουν καταδείξει ότι αυτός είναι ο τρόπος απόκτησης γνώσης για την πλειονότητα των επιχειρηματιών.

Ο γεννηθείς στην Ουγγαρία, Βρετανός φιλόσοφος Michael Polanyi διατύπωσε την έννοια της “υπόρρητης γνώσης” (tacit knowledge) όταν έγραψε τον περίφημο αφορισμό “μπορούμε να ξέρουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να πούμε” στο βιβλίο του The Tacit Dimension (1966). Με άλλα λόγια, η μάθηση δεν είναι αναγκαστικά το αποτέλεσμα μιας συνειδητής και συστηματικής απόκτησης γνώσης, αλλά συχνά το αποτέλεσμα ασυνείδητων, υπόρρητων μαθησιακών διαδικασιών. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που είχε προηγουμένως υπογραμμίσει ο οικονομολόγος και νομπελίστας Friedrich August von Hayek.

Η υπόρρητη μάθηση διαφέρει από τη ρητή καθώς τα αποτελέσματά της είναι δύσκολο ή και αδύνατο να καταδειχθούν με τη μορφή πιστοποιήσεων ή ακαδημαϊκών τεκμηρίων. Υπό τα πρότυπα ενός διανοούμενου, ένας επιχειρηματίας που μπορεί να μην έχει διαβάσει πολλά βιβλία ή να μην έχει διακριθεί ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο δεν έχει τίποτε να επιδείξει για τον εαυτό του που θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα διδακτορικό ή έναν κατάλογο δημοσιεύσεων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο – σε μια πλατφόρμα που αναπτύχθηκε και διοικείται από διανοούμενους – ένας καθηγητής με έναν πενιχρό κατάλογο δημοσιεύσεων έχει καλύτερες πιθανότητες να θεωρηθεί πως αξίζει να έχει ένα λήμμα στην Wikipedia από έναν επενδυτή υπεύθυνο για συναλλαγές δισεκατομμυρίων δολαρίων στην κτηματαγορά.

Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί κάποιος με “κατώτερο πνεύμα”, κάποιος που μπορεί να μην έχει καν πανεπιστημιακό πτυχίο, καταλήγει να κερδίζει τόσα περισσότερα χρήματα και να ζει σε ένα τόσο μεγαλύτερο σπίτι. Αισθάνονται ότι προβάλλεται η αίσθηση του “δικαίου” τους και συνεπώς αποδεικνύεται έτσι η πεποίθησή του ότι ο καπιταλισμός ή αγορά λειτουργούν λάθος, και πρέπει να “διορθωθούν” μέσω μιας μαζικής αναδιανομής. Αφαιρώντας από τους πλουσίους ένα μέρος του “πλούτου τους που δεν αξίζουν” οι διανοούμενοι παρηγορούνται από το γεγονός ότι, ακόμη κι αν δεν μπορούν να καταργήσουν συνολικά το βάναυσο καπιταλιστικό σύστημα, μπορούν τουλάχιστον να το “διορθώσουν” ως έναν βαθμό. 

Ο ελευθεριακός φιλελεύθερος φιλόσοφος Robert Nozick, σε ένα δοκίμιό του του 1998 θέτει το ερώτημα: “Γιατί οι διανοούμενοι αντιτίθενται στον καπιταλισμό;”. Η απάντησή του βασίζεται στην υπόθεση ότι οι διανοούμενοι αισθάνονται ανώτεροι από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Ήδη από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι διανοούμενοι μας λένε ότι η συμβολή τους στην κοινωνία είναι πολυτιμότερη από κάθε άλλης ομάδας. Αλλά από πού προέρχεται αυτή η αίσθηση ανωτερότητας;

Σύμφωνα με τον Νόζικ, ξεκινά στο σχολείο, όπου η διανοητική λαμπρότητα των “λεκτικά προικισμένων παιδιών” ανταμείβεται από τους δασκάλους με διάχυτους επαίνους και καλούς βαθμούς. Αυτό κάνει τα παιδιά αυτά να περιμένουν ότι και η κοινωνία ευρύτερα θα λειτουργεί βάσει των ίδιων κανόνων. Ιδίως στις καπιταλιστικές κοινωνίες, που υπόσχονται τη μεγαλύτερη επιτυχία για τους λαμπρότερους και τους ικανότερους, αυτές οι υποσχέσεις αξιοκρατίας υποδαυλίζουν τις προσδοκίες τους. Για κάθε παιδί όμως που υπήρξε λαμπρός μαθητής, η μετέπειτα συνειδητοποίηση ότι η οικονομία της αγοράς δεν εκτιμά εξίσου τις συγκεκριμένες αυτές δεξιότητες οδηγεί σε αισθήματα αγανάκτησης και απόρριψης που τροφοδοτούν μια διανοητική εχθρότητα προς το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο λόγος που ο αντικαπιταλισμός μεταξύ των διανοούμενων έχει γίνει τόσο ισχυρός είναι επειδή οι επιχειρηματικές ελίτ προς το παρόν δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μια διανοητικώς επαρκή απάντηση. Οι διανοούμενοι που υποστηρίζουν τον καπιταλισμό – οικονομολόγοι όπως οι Λούντβιχ φον Μίζες, Χάγιεκ και Μίλτον Φρίντμαν, καθώς και μυθιστοριογράφοι όπως η Άυν Ραντ – προσπάθησαν να αναλάβουν αυτή τη μάχη που η επιχειρηματική ελίτ δεν θέλει ή δεν μπορεί να δώσει, γιατί δεν διαθέτει είτε το θάρρος, είτε τα διανοητικά μέσα και τη λεκτική ικανότητα. Αυτοί οι υποστηρικτές του καπιταλισμού όμως πάντα υπήρξαν ξένοι μεταξύ των συναδέλφων τους διανοουμένων.

Ο θαυμασμός προς τον Στάλιν και τον Μάο

Ενώ παρέμεινε μεγάλη η αντιπάθεια μεταξύ των κορυφαίων διανοούμενων του 20ου αιώνα και των υπέρμαχων του καπιταλισμού, ο θαυμασμός προς δικτάτορες όπως ο Στάλιν και ο Μάο Τσετούνγκ υπήρξε μεγάλος σε ορισμένους κύκλους. Αυτοί δεν ήταν ξένοι ή απροσάρμοστοι, αλλά μέλη της διανοητικής ελίτ, των οποίων το μίσος για τον καπιταλισμό ήταν τόσο ισχυρό που τους οδήγησε να θαυμάζουν κάποιους από τους χειρότερους μαζικούς δολοφόνους του 20ου αιώνα. Οι Γάλλοι συγγραφείς Henri Barbusse και Jean-Paul Sartre είναι μόνο δύο από τα πολλά σχετικά παραδείγματα. Ο Barbusse, του οποίου το μυθιστόρημα για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Le Feu (1916) έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 60 γλώσσες και του απέδωσε ένα Βραβείο Γκονκούρ, έγραψε στη συνέχεια μια άκρως κολακευτική βιογραφία του Στάλιν, για τον οποίο λέει: “Η ιστορία του είναι μια σειρά από νίκες επί μιας σειράς τρομερών δυσκολιών. Από το 1917, ούτε ένας χρόνος από την καριέρα του δεν πέρασε χωρίς να πετύχει κάτι που θα έκανε κάθε άλλο άνδρα διάσημο. Είναι ένας ατσάλινος άνδρας. Το όνομα με το οποίο είναι γνωστός το περιγράφει αυτό: Η λέξη Στάλιν σημαίνει ‘ατσάλινος’ στα ρωσικά”.

Γράφοντας στο τεύχος του Ιουλίου του 1950 του Les Temps Modernes, ο Σαρτρ, θεατρικός συγγραφέας, ιδρυτής της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και ένας από τους προεξάρχοντες Γάλλους διανοούμενους του 20ου αιώνα, αρνήθηκε την ύπαρξη των σοβιετικών γκούλαγκ. Επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση το 1954, διατύπωσε τον παράλογο ισχυρισμό ότι οι Σοβιετικοί πολίτες απολάμβαναν πλήρη ελευθερία να ασκούν κριτική στα μέτρα που εφαρμόζει το καθεστώς. Αυτό δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο την κολακεία που απολάμβανε ο Σαρτρ από τους συναδέλφους του διανοουμένους.

Το ίδιο ισχύει και για τον Νόαμ Τσόμσκι, έναν από τους εξέχοντες κριτικούς του καπιταλισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, που υποβάθμισε την έκταση των μαζικών δολοφονιών του Πολ Ποτ. Σε μια τηλεοπτική συζήτηση το 1971 με τον Τσόμσκι, ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ, ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του μεταδομισμού και ιδρυτής της ανάλυσης λόγου, εξέφρασε την οργή του έναντι της καπιταλιστικής ελίτ: “Το προλεταριάτο δεν διεξάγει πόλεμο έναντι της κυρίαρχης τάξης διότι θεωρεί ότι ο πόλεμος αυτός είναι δίκαιος. Το προλεταριάτο διεξάγει πόλεμο έναντι της κυρίαρχης τάξης διότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, θέλει να καταλάβει την εξουσία. Όταν το προλεταριάτο καταλάβει την εξουσία, είναι πολύ πιθανό να ασκήσει έναντι των τάξεων επί των οποίων θα έχει θριαμβεύσει μια βίαιη, δικτατορική ή και αιματηρή εξουσία. Δεν μπορώ να δω τι ένσταση θα μπορούσε να εγερθεί έναντι αυτού”.

Συνιστά ένα τραγικό παράδοξο το γεγονός ότι οι διανοούμενοι – που συνήθως ξεκινούν ως οι σχεδιαστές, οι δημιουργοί ή τουλάχιστον οι βασικοί υποστηρικτές αντικαπιταλιστικών συστημάτων (που σε πάρα πολλές περιπτώσεις είναι βίαιες δικτατορίες) σχεδόν πάντα καταλήγουν μεταξύ των θυμάτων αυτών των καθεστώτων.

Σε κάθε περίπτωση, ο αντικαπιταλισμός όχι μόνο έχει καταστρέψει ιστορικά τον οικονομικό πλούτο, αλλά καταστρέφει και την πολιτική και πνευματική ελευθερία που είναι αναγκαία για την άνθηση των διανοούμενων. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα τυφλό και ανακλασικό μίσος για τον καπιταλισμό που έκανε έναν εξέχοντα διανοούμενο όπως τον Lion Feuchtwanger – έναν από τους πιο πετυχημένους γερμανόφωνους συγγραφείς του 20ου αιώνα – να γράψει αυτές τις γραμμές στα απομνημονεύματά του από ένα ταξίδι στη Μόσχα που δημοσιεύθηκαν το 1937: “Κανείς μπορεί και αναπνέει ξανά όταν φεύγει από την καταπιεστική ατμόσφαιρα μιας κίβδηλης δημοκρατίας και ενός υποκριτικού ανθρωπισμού και έρχεται στην αναζωογονητική ατμόσφαιρα της Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ κανείς δεν κρύβεται πίσω από σκοτεινά, χωρίς νόημα συνθήματα, αλλά κυριαρχεί μια σοβαρή ηθική, πραγματικά κατασκευασμένη γεωμετρικά, και αυτή η ηθική και μόνη προσδιορίζει το σχέδιο βάσει του οποίου οικοδομείται η Ένωση”.

Εξέχοντες διανοούμενοι, όπως οι Feuchtwanger, Brecht, Barbusse, Sartre and Chomsky μεταξύ αμέτρητων άλλων επέμειναν να αρνούνται πρώτον τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του κομμουνισμού, τα οποία κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα εκτιμάται ότι κόστισαν 100 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, και δεύτερον τα εκπολιτιστικά επιτεύγματα του καπιταλισμού, ενός συστήματος που έχει συμβάλει περισσότερο στην εξάλειψη της φτώχειας απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη οικονομική τάξη στην ανθρώπινη ιστορία.

*Ο Rainer Zitelmann είναι διδάκτωρ Ιστορίας και Κοινωνιολογίας. Έχει γράψει 22 βιβλία. Έχει διδάξει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και υπήρξε επικεφαλής τομέα μιας μεγάλης γερμανικής εφημερίδας. Αυτό το άρθρο βασίζεται στο βιβλίο του The Power of Capitalism. 

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Adam Smith Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ – Μάρκος Δραγούμης.

Ορχομενός: η πόλη του Φρίξου και της Έλλης

Υπάρχουν πολυάριθμες μυθολογικές αναφορές για τον Ορχομενό. Ο σημαντικότερος μυθικός κύκλος ξεκινάει από τον βασιλιά Αθάμα που είχε παιδιά τον Φρίξο και την Έλλη. Με τον Ορχομενό επομένως συνδέεται ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος και της Αργοναυτικής εκστρατείας.