Αρκάς

– Προφήτη, ποιο είναι το νόημα της ζωής;
– Αποκτήστε πρώτα ζωή και μετά ψάχνετε το νόημά της.

Γιατί το έθνος πάνδημο θρηνεί τον “αλλογενή” δήμαρχο Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ.

Μωυσής Ελισάφ

Ο θάνατος του Μωυσή Ελισάφ πενθείται τόσο ομόθυμα όσο κανείς άλλος. Ο δήμαρχος, δάσκαλος, διανοούμενος και γιατρός κατάφερε μέσα από τη σύντομη και ατελή αυτοδιοικητική θητεία του να σπάσει το στίγμα της εβραϊκότητας σε ένα περιβάλλον “υπόκωφου αντισημιτισμού”.

Δημήτρης Χριστόπουλος/ news/24/7

Ο τίτλος θέλει να πει κάτι σοβαρό, χρησιμοποιώντας όμως ένα λογοπαίγνιο: με τρεις λέξεις που παραπέμπουν σε κάτι συναφές, αλλά όχι όμοιο: τον δήμο, το έθνος και το γένος. 

Δεν μπορώ εύκολα να σκεφτώ προσωπικότητα, ο θάνατος την οποίας πενθείται τόσο ομόθυμα όσο αυτός του Μωυσή Ελισάφ. Δεν μου κάνει εντύπωση όμως. Το περιμέναμε όλοι που γνωρίζαμε το πνευματικό και ηθικό εκτόπισμα του ανθρώπου, του δασκάλου, του διανοούμενου, του γιατρού, του δημάρχου. Ακόμα και ο υπουργός Εσωτερικών Μ. Βορίδης εξέδωσε σχετική ανακοίνωση, στην οποία όμως δεν αναφέρει τίποτε για την εβραϊκή ταυτότητα του ανδρός. 

Θα σκεφτεί κανείς: «Μα γι’ αυτό τον τιμούμε; Επειδή ήταν Εβραίος; Ή επειδή ήταν σπουδαίος άνθρωπος;». Τον τιμάμε, και τον τιμά το πανελλήνιο διότι ήταν τόσο σπουδαίος που κατάφερε να σπάσει το στίγμα της εβραϊκότητας σε ένα περιβάλλον «υπόκωφου αντισημιτισμού» – όπως ο ίδιος χαρακτήριζε την Ελλάδα – και να γίνει ο πρώτος Εβραίος δήμαρχος της. Αυτό ήταν το γεγονός της εκλογής του Ελισάφ, γι’ αυτό ήταν και ο μόνος Έλληνας δήμαρχος του οποίου η εκλογή απασχόλησε ακόμα και τον διεθνή τύπο τον Ιούνιο του 2019. 

Ως Εβραίος κομμουνιστής, αν και γιατρός, ο Μωυσής έλαβε την «τελευταία ειδικότητα» στον στρατό, μουλαράς και όχι υγειονομικός ως όφειλε. Διότι ο Ελισάφ, όπως όλοι οι Εβραίοι στην Ελλάδα, μαζί με τις υπόλοιπες μειονότητες λογίζεται επισήμως ως «αλλογενής» πολίτης. 

Ο μέχρι προχθές Δήμαρχος Ιωαννίνων, αυτός που σήμερα πανεθνικά πενθούμε, δεν λογίζονταν ως «Έλλην το γένος». Θα ρωτήσει κανείς: «Μα υπάρχουν δύο κατηγορίες πολιτών στη χώρα μας; Και τι γίνεται το άρθρο 4 του Συντάγματος που προβλέπει ότι “οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”;». Και όμως, η πικρή αλήθεια είναι ότι και σήμερα ακόμη υπάρχουν δύο κατηγορίες Ελλήνων πολιτών. Οι «Έλληνες το γένος» και οι «μη Έλληνες το γένος». Ομογενείς κι αλλογενείς. Οι ομογενείς είναι αυτοί που έχουν ελληνική καταγωγή και οι αλλογενείς αυτοί που είναι «άλλου γένους»: Εβραίοι, Αρμένιοι, Μουσουλμάνοι και όλες οι θρησκευτικές μειονότητες ανήκουν στην ομάδα των «αλλογενών». Αλλογενείς όμως κατά καιρούς έχουν θεωρηθεί όλοι οι «ανεπιθύμητοι» συμπατριώτες μας: από τους ρουμανίζοντες βλάχους έως και τους σλαβομακεδόνες «φυγάδες». 

Οι αλλογενείς Έλληνες είναι αυτοί που δεν έχουν ελληνική καταγωγή και ελληνορθόδοξη θρησκεία και ως εκ τούτου θεωρούνται «εύθραυστης εθνικής συνείδησης». Μέχρι το 1998, οι αλλογενείς υπήρξαν συστηματικά στόχοι αφαίρεσης ιθαγένειας ενώ μέχρι πολύ πρόσφατα δεν κρίνονταν ικανοί για «εθνικά» νευραλγικές θέσεις, όπως στρατιωτικοί και συμβολαιογράφοι. Σήμερα «αλλογενείς» είναι οι περισσότεροι αλλοδαποί που πολιτογραφούνται Έλληνες. Και παραμένουν αλλογενείς μετά την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. 

Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια, την οποία η Ελλάδα έχει υπογράψει, πλην όμως δεν έχει κυρώσει, προβλέπει ότι οι κανόνες των κρατών-μελών σχετικά με την ιθαγένεια «δεν θα περιέχουν καμία διαφοροποίηση ή πρακτική που οδηγεί σε διάκριση στη βάση του φύλου, της θρησκείας, φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής» (άρθρο 5). Η Ελλάδα δεν μπορεί να επικυρώσει αυτή τη Σύμβαση, διότι όλο το δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας βασίζεται ανυπερθέτως στη διάκριση «ομογενών» και «αλλογενών». 

Και φυσικά οι κατεξοχήν αλλογενείς είναι οι ετερόθρησκοι δηλαδή, πρωτίστως Εβραίοι και μουσουλμάνοι. Ο Εβραίος, όσο κι αν αγαπάει αυτή τη χώρα, θεωρείται αμετάκλητα «αλλογενής». Η ελληνική πολιτεία προμήθευε τους προγόνους του Μωυσή Ελισάφ με ταξιδιωτικά έγγραφα μιας διαδρομής προς την Παλαιστίνη, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με αντάλλαγμα την ελληνική τους ιθαγένεια. Έτσι, σχεδόν όλοι οι Εβραίοι που δεν είχαν εξοντωθεί από τους ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αποδήμησαν προς Παλαιστίνη «άνευ επιστροφής» με «αντιπαροχή» την ελληνική ιθαγένεια. Ελάχιστοι έμειναν στην Ελλάδα. Μόλις το 2011, το κράτος σπεύδει να διορθώσει την αδικία αυτή προβλέποντας ότι όσοι γεννήθηκαν έως το 1945 μπορούν να επανακτήσουν την ιθαγένειά τους. 

Μια εξαίρεση ήταν η εναπομείνασα οικογένεια του Εβραίου ήρωα του Αλβανικού Μετώπου Μαρδοχαίου Φριζή, η οποία ακόμη ψάχνει την αναγνώριση της θυσίας του σπουδαίου προγόνου της στην Πρεμετή το 1940. Δεν είναι διόλου αυτονόητο για την Ελλάδα να αναγνωρίσει ότι ο αξιωματικός που χαρίζει την πρώτη νίκη στο ελληνοαλβανικό μέτωπο το 1940 είναι Εβραίος… Και σήμερα ακόμη. 

Ο αλλογενής εκλιπών Μωυσής Ελισάφ είχε, ως προσωπικότητα, κάτι το αυθεντικά οικουμενικό και στέρεο, το οποίο κατάφερε να «εξημερώσει» σε σημαντικό βαθμό τα αντανακλαστικά του παραδοσιακού αντισημιτισμού της πόλης του — και όχι μόνο. Αναδείχθηκε συνάμα σε προνομιακό συνομιλητή του προέδρου μιας συντηρητικής κυβέρνησης σε βαθμό που δημιουργούσε ενόχληση στους αριστερούς πρώην συντρόφους του, εμού συμπεριλαμβανομένου. 

Και όμως, αυτό ήταν, εκτός όλων των άλλων, μια προσπάθεια πολιτικής εδραίωσης ενός ανθρώπου που ένιωθε τους αποκλεισμούς εκεί που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαμε. Γιατί ένας κοσμικός Εβραίος Έλληνας αναθεωρητής αριστερός –αυτή ήταν η σύνολη ταυτότητα του Ελισάφ– έχει πιο αναπτυγμένα τα ραντάρ της επιβίωσης ως μακρόπνοη στρατηγική και όχι ως τακτικό ελιγμό. Γι’ αυτό η πολιτική του ένταξη και δράση δεν υπήρξε δογματική και διχαστική, αλλά είχε ανέκαθεν τα γνωρίσματα ενός ανθρώπου με μεγάλη παιδεία, που τραγουδάει, σκέφτεται, αμφιβάλλει, συζητάει, ρωτάει, αναθεωρεί, δίνει. Γι’ αυτό αγαπήθηκε. 

Η σύντομη και ατελής αυτοδιοικητική θητεία του Μωυσή Ελισάφ δεν άφησε το στίγμα της στην καθημερινότητα των Ιωαννίνων, κι ούτε θα μπορούσε. Άφησε όμως την αύρα ενός κοσμοπολιτισμού αντίστοιχου με αυτό που κληροδότησε ο Γιάννης Μπουτάρης στη Θεσσαλονίκη. Άφησε, τέλος, ανεξίτηλο στίγμα στον αγώνα για μια κοινωνία ίσων χωρίς ρατσισμό σε μια πόλη στην οποία το εβραϊκό στοιχείο υπήρξε ανέκαθεν το πιο ενσωματωμένο στην πολιτική κοινότητα. Επιτέλους, ο πρώτος Εβραίος δήμαρχος σε όλη την Ελλάδα! Το γεγονός είχε και θα έχει μεγάλη συμβολική σημασία στη μακρά διάρκεια. 

Όσο ρίγος και αποστροφή δημιούργησε στους Έλληνες αντισημίτες το γεγονός του πρώτου Εβραίου δημάρχου στην Ελλάδα, άλλο τόσο συγκίνησε τους δημοκρατικούς πολίτες αυτής της χώρας. Αυτούς που σήμερα πανδήμως πενθούνε. Αριστερά και Δεξιά. 

Ελάχιστη τιμή στη μνήμη του εκλιπόντος είναι να παλέψουμε ώστε η ελληνική έννομη τάξη να αφήσει πίσω της τα απολιθώματα της «αλλογένειας» που καταδίκασαν τους περισσότερους άξιους μειονοτικούς στο περιθώριο διότι δεν θεωρούνταν «δεόντως» Έλληνες. Ας είναι η απώλεια του αγαπημένου Μωυσή Ελισάφ μια ευκαιρία να δούμε τις προοπτικές του ελληνικού λαού ως δήμου του μέλλοντος και όχι ως γένος του παρελθόντος. 

Αυτή είναι η ύψιστη κληρονομιά του μεγάλου αυτού ανδρός.

Αποκριάτικη Νυχτιά, Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

 

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών.

 

 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρη δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της ,της Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιας ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογή την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέση το φουστάνι της», κι έλεγε· «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!». Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρίον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Άλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.
Την εσπέραν πάλιν, ο Σπύρος ο Βεργουδής θα εύρισκε δουλειάν, αν ήθελε, με σβηστήν την λάμπαν, να μένη εις το ανώγειων δωμάτιόν του και να ίσταται όπισθεν του ανατολικού παραθύρου, κατασκοπεύων τους εισερχομένους, ή να κολλά το ούς εις την κλειδότρυπαν, ακροώμενος λόγους και κρότους και ψιθυρισμούς. Αύτη ήτο η κυρία είσοδος της οικίας, δι’ ης εισήρχετο και αυτός εις το πενιχρόν δωμάτιόν του, είσοδος επίσημος, δια της οποίας έμβαιναν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και γνώριμοι της οικίας, κατά εκατοντάδας αριθμούμενοι. Και αν ήθελε να μεταβή προς στιγμήν εις το άλλο παράθυρον του δωματίου του, προς μεσημβρίαν βλέπον, απ’ εκεί θ’ αντίκρυζε την άλλην, την μικράν είσοδον, συνεχομένην με το μαγειρείον, όπου διημέρευε συνήθως η κυρία Ζαχαρού, η μήτηρ της οικογενείας, καπνίζουσα ανέτως τα σιγαρέττα της. Ήτο οικία όπου ηδύνατό τις να παίξη εν ανέσει το κρυφτάκι, και άλλας παιδιάς. Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο εις να φθάση ποτέ ή ν’ αντικρύση τον έτερον.
Και αν επέστρεφε πάλιν προς το παράθυρον το ανατολικόν, ή προς την μικράν του θύραν, και επεσκόπει την κυρίαν είσοδον, εκεί ήκουεν, άμα ενύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, να κρούεται η θύρα, και εισήρχοντο οι επισκέπται, και τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα… μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ’ η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέση, αλλ’ αναγκαίως θα υποχωρήση εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ. Ήσαν ομολογουμένως άνθρωποι αισθηματίαι, φιλόφρονες, ανοικτόκαρδοι. Γνωρίμους είχαν το ήμισυ της πόλεως και αν ημέρα παρήρχετο χωρίς ν’ αυξήσωσι κατά μίαν τουλάχιστον τας γνωριμίας των, αι δύο κόραι θα εθεώρουν ως χαμένην την ημέραν εκείνην.
Επειτα, ήσαν αι ημέραι της Απόκρεω, και ο κόσμος έξω διεσκέδαζε. Μόλις ενύκτωνε, και ο νέος, ο μονάζων εν τω δωματίω του, ήκουε φωνάς, άσματα, κιθαρισμούς, έξω της αυλής. Και αν επ’ ολίγα λεπτά έμενεν έρημος εισερχομένων επισκεπτών ο μικρός πρόδρομος, και ο άγριος νέος ετόλμα να εξέλθη έως τον εξώστην με την παλαιάν λιθίνην κλίμακα, τον ζευγνύοντα την οικίαν με τον τοίχον της αυλής, και προέκυπτε την κεφαλήν δια της αυλείου θυρίδος, της φραγμένης με σίδηρα, ως θυρίδος ειρκτής, δια να κοιτάξη εις την οδόν, θα έβλεπε, κατά ζεύγη, κατά τετρακτύας, κατά εξάδας, ισταμένους τους κιθαρωδούς της νυκτός κάτωθεν της θυρίδος, επί του όχθου της ανωφερούς οδού, εξαγγέλοντας εν χορδαίς και οργάνω τα αιώνια παράπονά των κατά της σκληρότητος των δύο νεανίδων. Διότι όλοι οι νέοι της γειτονιάς, και όχι ολίγοι από άλλας συνοικίας ήσαν ερωτευμένοι με τας δύο αδελφάς. Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν· οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο. Πολλοί αυτών ήσαν εκ των γνωρίμων της οικίας, αλλ’ εάν ήσαν προς καιρόν, εκ μικράς παρεξηγήσεως, εις δυσμένειαν, ή εάν εκ του πλήθους των επισκεπτών, δεν υπήρχε δι’ αυτούς χώρος εν τη συναναστροφή μιας εσπέρας, έπαιρναν την κιθάραν των, τα μανδολίνα των, τες φυσαρμόνικες των, και με τους φθόγγους της μουσικής εζήτουν ν’ αποκοιμίσωσι τον πόνον της καρδίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “Αποκριάτικη Νυχτιά, Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη”