




Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.




Πηγη: sarantakos.Wordpress.com
Συνεχίζουμε πασχαλιάτικα και σε ρυθμούς ραστώνης, άρα με λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Για τούτη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα διάλεξα κάτι το αξιοπερίεργο. Ένα πασχαλιάτικο διήγημα, γραμμένο από Γάλλο συγγραφέα, όμως με υπόθεση που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα. Το είχα επισημάνει σε ανύποπτο χρόνο σε κάποια παλιά εφημερίδα από αυτές που μου αρέσει να σκαλίζω, και το θυμήθηκα προχτές. Ο φίλος μας ο Γιώργος Μ. προσφέρθηκε ευγενικά να το πληκτρολογήσει κι έτσι σας το παρουσιάζω σήμερα. Με την ευκαιρία, να ευχηθούμε χρόνια πολλά στον Γιώργο Μ., στον φιλο μας τον Τζι και σε όσες και όσους γιορτάζουν σήμερα!
Νίκος Σαραντάκος
Συγγραφέας είναι ο Emile Gebhart (1839-1908), μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, που έκανε όνομα κυρίως ως ιστορικός της τέχνης. Ο Γκεμπάρ είχε διοριστεί στη Γαλλική Σχολή Αθηνών και έζησε στην Ελλάδα από το 1862 ως το 1865, και έγραψε για την Ελλάδα (π.χ. Souvenirs d’un vieil athénien, Αναμνήσεις ενός γέρου Αθηναίου) αν και περισσότερο αγάπησε την Ιταλία, στην οποία αφιέρωσε τον κύριο ογκο του έργου του.
Στη γαλλική Βικιπαίδεια διαβάζω ότι όσο ήταν καθηγητής στη Σορβόννη το μάθημά του ήταν δημοφιλέστατο και προσέλκυε πάρα πολλούς ακροατές και εκτός πανεπιστημίου. Το σκίτσο που βάζω τον δείχνει την ώρα που παραδίδει μάθημα.
Το διήγημα που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αθήναι το 1908, χωρίς φυσικά να αναφέρεται ποιος το μετέφρασε (σε καθαρεύουσα). Προσπάθησα κάμποσο να βρω το πρωτότυπο, αφού τα έργα του Γκεμπάρ είναι πλέον ελεύθερα δικαιωμάτων και διαθέσιμα, αλλά δεν τα κατάφερα. Το διήγημα εκτυλίσσεται στην ορεινή Πελοπόννησο, μεταξύ Ηλείας και Μεσσηνιας.
Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου (αλλά βέβαια μονοτονίζω). Όχι από άποψη αλλά από τεμπελιά μάλλον. Διορθώνω ένα «Σεβίλλης» σε «Συβίλλης». Ο «Λεφτέρης» είναι έτσι τυπωμένος στην εφημερίδα.
Το Πάσχα του φυγόδικου
Επαναβλέπω πάντοτε την θελκτικήν χώραν, ήτις από των φαράγγων της Αρκαδίας άγει τον οδοιπόρον εις την πεδιάδα της Ήλιδος και εις τους δροσερούς του Αλφειού λειμώνας. Παύει τις να βλέπη τα υψηλά όρη του Λυκείου και του Μενάλου, κιβωτόν των παλαιών δαιμονικών μύθων και μελαγχολικήν ερημίαν όπου αναπαύεται ως εν νεκροπόλει ογκολίθων στεφομένη υπό της χιόνος και της πάχνης η αυστηρά ψυχή της Πελασγικής Ελλάδος. Παρελαύνουν τώρα μόνον πυκνόφυτοι λοφίσκοι, ανθηραί κοιλάδες, παχυλοί λειμώνες, διαυγή ρυάκια κυλιόμενα και κελαρύζοντα εις τας στενάς πτυχάς του μαγευτικού τοπείου, ίνα καταλήξουν εις τον Ερύμανθον. Και ο Ερύμανθος αυτός βουκολικός ρύαξ είνε, όπου μόνον οι αστράγαλοι βρέχονται από το κρυστάλλινον ύδωρ το κατοπτρίζον τα σειόμενα ελαφρώς αργυρά φυλλώματα.
Και εις την θελκτικήν αυτήν έρημον πού και πού παρουσιάζονται πτωχικαί καλύβαι πτωχοτάτων χωρικών και μικροί βοσκοί άξιοι των ύμνων του Βιργιλίου φυλάσσοντες από διαστήματος εις διάστημα ολίγα τινά τρελλά ερίφια!
Την πρωίαν εκείνην ήτο Μεγάλη Πέμπτη, έπρεπε να διαβώμεν τον Αλφειόν, ίνα διά της Ολυμπίας κοιλάδος, των ορίων της Φιγαλίας και των Μεσσηνιακών πεδιάδων φθάσωμεν εις το όρος της Ιθώμης το υπό του Σατωβριάνδου εξυμνηθέν. Αι βροχαί όμως του Απριλίου είχον πληρώσει τον Αλφειόν, όστις με αξιώσεις μεγάλου ποταμού μας ηνάγκασε τόσον να λοξοδρομήσωμεν ίνα εύρωμεν κατάλληλόν τι πέραμα ώστε ηναγκάσθημεν να παραιτηθώμεν της επισκέψεως των συντριμμάτων της Ολυμπίας.
Περι το εσπέρας ευρέθη το πέραμα. Κινδυνώδες διότι εκινδυνεύσαμεν να παρασυρθώμεν με τους ίππους μας, οχληρόν διότι περίβρεκτοι εγίναμεν ως σπόγγοι.
-Και πού θα στεγνώσωμεν, πού θα δειπνήσωμεν; ηρώτησα τον οδηγόν μας.
-Εκεί επάνω εις το βουνό, εις το Μαυροκέφαλον…
*
Συνιστώ το άσυλον του Μαυροκεφάλου εις τους περιηγητάς τους ποθούντας να ζήσουν την πρωτόγονον ζωήν. Αποτελείται από επτά περίπου καλύβας, των οποίων αι στέγαι αναλόγως της εποχής αφίνουν να διέρχεται πότε η βροχή και πότε το φέγγος της Σελήνης.
Ο οδηγός μας Λεφτέρης έκρουσε την θύραν του φρικαλεωτέρου των οικημάτων αυτών. Μία πρεσβύτις υψηλή, ευθυτενής, πενθηφορούσα με θλιβεράν την όψιν και το μέτωπον σφιγγόμενον από μαύρους δεσμούς ήνοιξεν ολίγον και με προφανή δισταγμόν.
Ο οδηγός μας ωμίλησεν επί τινας στιγμάς χαμηλοφώνως και τη έδωκε τρία τάλληρα. Τότε η γραία ενόμισεν ότι ήσυχη ημπορούσε να μας προσκαλέση εις το ενδιαίτημά της.
Η νυξ είχεν επέλθει.
Η γραία ήναψε πηλίνην λυχνίαν και κατόπιν έρριψε ξηρούς θάμνους εις την εστίαν. Και τότε ηδυνήθημεν να ίδωμεν την όλην αθλιότητα της ξενιζούσης ημάς γραίας. O ξενών απετελείτο από έν και μόνον διαμέρισμα βρίθον από μυρία όσα ετεροειδή αντικείμενα. Δάπεδον δεν υπήρχε. Μόνον χώμα πατημένον, από δε των σκωληκοβρώτων δοκών εκρέμαντο κομβολόγια κρομμυδίων και άλλων καρπών. Εις μίαν γωνίαν μία όρνις εθέρμαινε τα ορνίθια της, ενώ επάνω εις παλαιοβάρελον, το οποίον είχε χάσει τον προορισμόν του, μαύρος γάτος εκάθητο παρακολουθών με τους σμαραγδίνους του οφθαλμούς τα κινήματά μας. Παρά το τζάκι έν καπνισμένον εικόνισμα υπέρ το οποίον υπήρχε κλαδίσκος ευλογημένος.
*
Κατά το δείπνον μας εισήλθε δωδεκαετής μείραξ, με την μορφήν πελιδνήν εκ του πυρετού καλυπτόμενος από την κάπαν του βουνού με την φουστανέλλαν αληθές ράκος. Είπε δύο λέξεις εις το αυτί της γραίας, ήτις εφρικίασε και εστράφη προς ημάς με παράδοξον αγωνίαν.
Ήδη ετοιμάζαμεν τας στρωμνάς μας ή μάλλον τα σκεπάσματα, όταν η γραία έλαβε μίαν παλαιάν κάπαν, μικρόν κίτρινον αλειμματοκέριον και το κομβολόγιόν της.
-Πηγαίνω, είπεν εις τον Λεφτέρην, με τον Δημητράκην εις την εκκλησίαν. Αύριον ο Χριστός θα κρεμασθή. Και είνε μακράν η εκκλησία. Θα γυρίσωμεν αργά. Ο Θεός να φυλάξη όσους περάσουν την νύκτα εις την καλύβα αυτή!..
Η καπνίζουσα λυχνία και οι άνθρακες οίτινες έλαμπον ακόμη εις το τζάκι εφώτιζον αμυδρώς τον θλιβερόν αυτόν κοιτώνα, ενώ ο μαύρος γάτος μετ΄επιμονής πάντοτε μας παρετήρει με τους πρασίνους οφθαλμούς του.
Αι περιστεραί γουργουρίζουσαι περιίπταντο εις τα ερεβώδη ύψη της καλύβης με το ανυπόφορον πτερούγισμά των, χοιρίδιον δε του γάλακτος ζηλώσαν την γλώσσαν του πρσπάππου του Ερυμανθίου κάπρου ηθέλησε να ενοχλήση τα ορνίθια και με την ταραχήν την οποίαν ενέσπειρεν εις αυτά μας ηνώχλησεν επί αρκετήν ώραν.
Το μεσονύκτιον η βροχή ήρχισε πίπτουσα ραγδαία. Τότε δε η πρεσβύτις και ο Δημητράκης ενεφανίσθησαν. Ο μικρός ήναψε προ του εικονίσματος το αλειμματοκέρι του και αμφότεροι τέλος εκάθησαν ο είς εις το εν άκρον του τζακίου και η άλλη εις το έτερον. Η γραία έπαιζε με το κομβολόγι της ενώ ο μικρός με το όμμα και το ους τεταμένα εφαίνετο αφιερώσας όλην του την προσοχήν προς την θύραν από της οποίας ανέμενεν ίσως την άφιξιν κάποιου βραδύναντος επισκέπτου.
*
Αίφνης ώρμησε προς την θύραν και ερρίφθη εις την αγκάλην ενός νεανίου, όστις παρ’ όλην την κάπα του έσταζεν εκ της βροχής ενώ αι υψηλαί δερμάτιναι μπόταις του ήσαν πλήρεις λάσπης.
Ο νέηλυς ήτο πάνοπλος, μόλις δε εισελθών αφήκε θαυμάσιον κυνηγετικόν όπλον εις την άκραν της εστίας, χωρίς δε να το θέλη ίσως επέδειξεν εις το σελάχι του τέσσαρα πιστόλια και την λαβήν γιαταγανίου.
Όταν απέβαλε και την κάπαν και την κουκούλαν παρετήρησα εις το αμφίβολον φέγγος της πυράς ζωηράν και λεπτήν μορφήν, μαύρους οφθαλμούς όπου έλαμπεν ο πειρατής των αγρύπνων νυκτών της φυγής μέσω των ορέων κα των ανεκλαλήτων κινδύνων.
Λεπτός μύσταξ επεσκίαζε γραφικώτατα χείλη, υπό το κατακόκκινον δε φέσι του εφαίνετο το μέτωπον εφήβου σκιαζόμενον από ολίγας τρίχας της κόμης.
-Ιδού, εσυλλογίσθην, είς χαριτωμένος κλέφτης. Εύχομαι εις τον Πανάγαθον να μη αποστείλει απόψε την χωροφυλακήν του Αλφειού προς την καλύβην αυτήν διά να μη αναγκασθή ο νεαρός αυτός ιππότης να κάμη χρήσιν όλων των πυροβολαρχιών του!…
Ο νέηλυς χαιρετήσας μετά σοβαρότητος την πρεσβύτιδα εκάθησεν επί χαμηλού σκίμποδος και απέδιδεν εις τον Δημητράκην τας θωπείας του με την γλυκύτητα πρεσβύτερου αδελφού.
Εξήγαγε μάλιστα από το σελάχι δύο πορτοκάλλια με τα οποία τον εφιλοδώρησε. Κατόπιν εφώναξε τον γάτον με τα πράσινα μάτια, και τον εστριφογύριζε με στοργήν επάνω εις τας σκληράς πτυχάς της στακτερής του κάπας. Η γραία τω έδωκε μαύρον ψωμί, ελαίας και ποτήριον οίνου. Και τον εκύτταξε να τρώγη, σιγηλή, τυλιγμένη μέσα εις τον πένθιμόν της πέπλον με μίαν έκφρασιν μητρικής αγερωχίας αλλά και τρόμου, και ήτις εις το τρεμοσβύνον φέγγος της εστίας, είχε την όψιν εμπνευσμένης Συβίλλης. Όταν εδείπνησεν ο κλέφτης κατεκλίθη επί της θερμής πέτρας της εστίας.
Ο μικρός εξήλθεν εις την βροχήν διά να επαγρυπνή γύρω από την γαλήνην και η γραία μαζευμένη εις το βάθος της σκηνής άκαμπτος και ροφώσα διά του βλέμματος τον κοιμώμενον, επανέλαβε το σιγηλόν μοιρολόγι του κομβολογίου της.
*
Την επομένην από τα εξημερώματα ηγέρθημεν. Αλλ’ ο Δημητράκης και ο μυστηριώδης ξένος της νυκτός είχον αναχωρήσει. Η γραία μάς απεχαιρέτισε και επί μακρόν μας παρετήρει από του κατωφλίου της καλύβης της, εν ω ηκολουθούμεν το μονοπάτι της Ανδρίτσαινας. Ενώ κατηρχόμεθα, είχα μείνει τελευταίος και ούτω έμαθα από τον οδηγόν την ιστορίαν της μυστηριώδους αυτής οικογενείας.
«-Αυτός ο Σπύρος, μου είπε, είνε ο μεγάλος αδελφός του Δημητράκη, και οι δύο είναι εγγόνια της γραίας. Η μητέρα από καιρού είχεν αποθάνει, ο δε πατήρ των είχε πνιγή ενώ εζήτει να διαβεί το πέραμα όπου χθες εκινδυνεύσαμεν και ημείς. Είχαν εις το σπήτι και μίαν αδελφήν την οποίαν έλεγαν Γιαννούλαν, η οποία όταν έγινε δεκαέξ ετών κορίτσι ήτο τόσον εύμορφη και τόσον ξανθή, τόσον γελαστή και λιγυρή, ώστε όλα τα παλληκάρια από την Ηλείαν έως την Μεσσηνίαν την ερωτεύθησαν. Ο Σπύρος ο μεγαλείτερος ήτο ακόμη πέρυσιν καλόγηρος εις το μοναστήρι του Βουρκάνου. Ήταν καλό παιδί, ήξευρε γράμματα και ήτο προκομμένος, με τα μαύρα του μαλλιά που έπεφταν έως το γόνατον τόσον ώστε έλεγαν πως γρήγορα θα γίνη Δεσπότης εις την Καλαμάτα. Αλλ’ ήτο γραπτόν εις το δόλιον σπήτι να πέση η δυστυχία. Η Γιαννούλα ήτο πεταχτή και ηγάπησεν έναν εύμορφον καπετάνιο από το Λεοντάρι πέραν εις τον Ταΰγετον. Μία νύκτα εχάθη και κανείς δεν την είδε πλέον. Όταν ο Σπύρος έμαθε την ατιμίαν αυτήν έκοψε τα μακρυά μαλλιά, έρριξε το ράσον, έτρεξεν εις το Λεοντάρι και εσκότωσε την καπετάνιο μέρα μεσημέρι κάτω από τα πλατάνια της πλατείας. Τότε επήρε τα βουνά. Οι χωροφύλακες τον κυνηγούν πώς κυνηγούν έναν λύκον, τώρα πάει ένας χρόνος. Κι’ αυτός έχει λαβώσει πέντε έξ έως τώρα και κανείς δεν ημπορεί να τον πιάση, διότι όλοι του τόπου που ηξεύρουν την αιτίαν του φόνου τον συμπαθούν και τον κρύβουν. Δεν είνε όμως αυτή χριστιανική ζωή, και δι’ αυτό θλίβεται η γρηά μάμμη του…».
Το μεγάλο Σάββατον, εις τας 4 το απόγευμα αφού επισκέφθημεν το φρούριον της Μεσσήνης, εισήλθομεν εις το μοναστήριον της Ιθώμης. ΟΙ καλόγηροι επηγαινοήρχοντο διά τας προετοιμασίας του Πάσχα. Εκατοντάδες προσκυνητών, χωρικοί του Αλφειού, του Ερυμάνθου, του Λάδωνος, του Παμίσου, ορεινοί της Φιγαλείας ή του Ταϋγέτου, ψαράδες της Πύλου ή της Καλαμάτας, πραγματευτάδες από την Μεθώνην, στρατιώται με πασχαλινήν άδειαν, αλβανοί βοσκοί, κλέφτες από τα μεγάλα οροπέδια της Αρκαδίας, πειραταί από τα σπήλαια του Μαλέα ή από τας γυποφωλεάς του Ματαπά, λαός ποικίλος, βομβών, θορυβώδης και ήκιστα μυστικοπαθής επηγαινοήρχετο γύρω από το μοναστήρι, εβόμβει εις τας στοάς, επλημμύριζε τον πρόναον, τον κήπον του Μοναστηρίου. Υπήρχον και λησταί επάνω εις το κωδονοστάσιον όπου υπό το πρόσχημα κωδωνοκρουστών παρετήρουν γύρω μετά προσοχής να ίδουν μήπως θα ενεφανίζοντο μαύροι ως φαντάσματα οι χωροφύλακες. Σπείραι παιδίων έφερον κλάδους δάφνης και άλλων μυροβόλων δένδρων και άνθη ποικίλα των αγρών διά να στολίσουν το ιερόν. Μέσα εις την αυλήν τα παλληκάρια είχον στήσει τον χορόν υπό τους ταπεινούς ήχους της καραμούτζας, ενώ οι αγαθοί καλόγηροι, κατατρομαγμένοι διά τον θόρυβον εζήτουν καμμίαν γωνίαν να εξομολογήσουν τας γυναίκας.
Από της ενάτης ώρας ήρχισαν αι γονυκλισίαι, οι ύμνοι και η ψαλμωδία, οι αίνοι και το θυμιάτισμα, η λειτουργία τέλος της Αναστάσεως. Ο ηγούμενος μάς είχε τοποθετήσει απέναντι του εικονοστασίου. Η παλαιά εκκλησία μετ’ ολίγον έλαμπεν εκτυφλωτικώς και το θέαμα ήτο θεσπέσιον όσον και το ακρόαμα, διότι ταυτοχρόνως συμπληρωθέντος του μεσονυκτίου ηκούσθη το:
-Χριστός ανέστη εκ νεκρών!…
Εις το σύνθημα τούτο έκαστος εξήγεν εν πασχαλινόν αυγόν και συγκρούων αυτό με τον διπλανόν του το κατεβρόχθιζε διά να αποχαιρετήση την μακράν νηστείαν και να πανηγυρίση την εις την ζωήν και την χαράν επάνοδον.
*
Απέναντί μας ακριβώς και πλησίον του λευκού τοίχου του στολιζομένου από μυροβόλους τινάς κλαδίσκους όρθιοι αλλ’ ακουμβώντες εις τα στασίδια και ενδεδυμένοι με λευκοτάτας φουστανέλλαις ίσταντο οι δύο αδελφοί ο Σπύρος και ο Δημητράκης. Ο Σπύρος ήτο άοπλος.
Μικρός εσταυρωμένος είχεν αντικαταστήσει τα κουμπούρια. Είχεν επανέλθει εις την εκκλησίαν του την προσφιλή και εφαίνετο γαλήνιος και ευδαίμων. Βλέπων αυτούς έχοντας τόσην εμπιστοσύνην, ενεθυμήθην τους λόγους της γραίας κατά την νύκτα της Μεγάλης Πέμπτης.
-Εύχομαι εις τον Θεόν να διαφυλάξη όσους περάσουν την νύκτα αυτήν εις την καλύβα μου»
*
Οι διαθερμότεροι χριστιανοί μετά το χαρμόσυνον άγγελμα πλησιάζουν την ωραίαν πύλην να μεταλάβουν. Πρώτοι από τους κοινωνούντες των Αχράντων Μυστηρίων είνε ο Σπύρος και ο Δημητράκης. Ο γηραιός ηγούμενος ευλογεί τας δύο σκυμμένας κεφαλάς και κατόπιν τους νεύει να εισέλθουν μέσα εις το εικονοστάσιον και να φύγουν από την θυρίδα του ιερού.
*
Η λειτουργία έληγεν υπό την χαρωπήν κωδωνοκρουσίαν μέσω νεφελών θυμιάματος. Την στιγμήν εκείνην, τρεις πυροβολισμοί αντήχησαν παρά την πύλην του μοναστηρίου. Το πλήθος έκπληκτον, περίφοβον αλλά και περίεργον ώρμησεν έξω της εκκλησίας. Οι καλόγηροι εγκατέλιπον το ιερόν, ενώ ο ηγούμενος ανεγίγνωσκε το τελευταίον ευαγγέλιον.
Με πολύν κόπον εξήλθομεν και ημείς και εφθάσαμεν εκεί όπου θρήνος των γυναικών και των ανδρών βλασφημίαι μας προσείλκυον.
Τότε αντεληφθημεν υπό το φέγγος των αλειμματοκηρίων, τα οποία εβάσταζον οι βοσκοί της Μεσσηνίας, το σώμα του Σπύρου φερόμενον υπό καλογήρων. Η θελκτική κεφαλή διατρηθείσα υπό μιας σφαίρας εις το μέτωπον, ανεπαύετο εις τας χείρας του ολοφυρομένου Δημητράκη. Και το τέκνον του Αλφειού διήλθε μέσω των ανθέων, με τα ωχρά χείλη υγρά ακόμη από το αίμα του Θεού του…
Οι χωροφύλακες οίτινες είχον φονεύσει τον φυγόδικον καλπάζοντες ανεχώρησαν υπό την αράν και την μανίαν των προσκυνητών. Ο ηγούμενος φέρων ακόμη τα άμφια ήλθε να προσευχηθή επί του πτώματος του μαθητού του. Δεν τον αφήκε παρά μόνον την ανατολήν οπόταν υπό το έκλαμπρον του Πάσχα φως ο Σπύρος ετάφη εις το ιερόν χώμα του Μοναστηρίου του.
*
Την μεσημβρίαν σιγηλοί κατηρχόμεθα την ατραπόν της Ιθώμης. Μακρόθεν δε ανεγνωρίσαμεν τον Δημητράκην, όστις με σκυμμένην την κεφαλήν επανήρχετο εις την γραίαν, μόνος και άπελπις…
Αιμίλιος Γκεμπάρ
Μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας
Χρόνια πολλά στους Γιώργηδες και στις Γεωργίες !!
Ο Άγιος Γεώργιος κατέχει μια σημαντική θέση στο λαϊκό εορτολόγιο. Οι εορτές του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ελαμβάνοντο παλαιότερα ως χρονικά ορόσημα για τις αγροτικές και ποιμενικές συμφωνίες (προσλήψεις βοσκών, καλλιέργεια κτημάτων κλπ), καθώς διαιρούν τον χρόνο σε δύο εξαμηνίες. Η γιορτή μέσα στην πασχαλινή περίοδο δίνει την ευκαιρία για ένα ανοιξιάτικο πανηγυρισμό στα πολλά εξωκλήσια και τις στάνες των κτηνοτρόφων, με προσφορά γαλακτερών στους επισκέπτες και ζωοθυσίες (κουρμπάνια) προς τιμή του Αγίου.
Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος είναι ο προστάτης-Άγιος: της Αγγλίας, των χριστιανών της Παλαιστίνης, της Βηρυτού, της Γεωργίας, του βουλγαρικού Στρατού, της Καταλανίας, του Ελληνικού Πεζικού, των Μασόνων, των Προσκόπων, των Σταυροφόρων και της στάνης.
Στο Όλβιο Ξάνθης αναβιώνει το έθιμο των πεχλιβάνηδων. Νεαροί παλαιστές (πεχλιβάνηδες), φορώντας δερμάτινο παντελόνι και αλειμμένοι με λάδι, επιδίδονται σ ’ένα είδος ελληνορρωμαϊκής πάλης, ιδιαίτερα δημοφιλούς στην Τουρκία. Νικητής αναδεικνύεται αυτός που θα βάλει πλάτη τον αντίπαλό του ή θα του κατεβάσει το παντελόνι. Το έθιμο λέγεται ότι αναπαριστά τη μάχη του Αγίου Γεωργίου με τον δράκο και ήρθε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης.
Το έθιμο των πεχλιβάνηδων αναβιώνει και στην Ανθή Σερρών. Οι ρίζες του, εδώ, βρίσκονται στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν τα θαρραλέα παλληκάρια του χωριού, παίρνοντας την ευλογία από τον Αη-Γιώργη, πάλευαν με τα πρωτοπαλίκαρα των Τούρκων και κατάφερναν επιδεικνύοντας δύναμη και θάρρος να τα νικήσουν.
Στο Νέο Σούλι Σερρών γίνεται η αναπαράσταση της νίκης του Αγίου Γεωργίου επί του δράκου από νέους του χωριού. Το δρώμενο της «Δρακοκτονίας» συγκεντρώνει πολύ κόσμο κάθε χρόνο. Ακολουθεί γλέντι με χορό, κρασί και παραδοσιακό φαγητό.
Η Αράχωβα Βοιωτίας τιμά τον προστάτη Άγιό της με τριήμερες εκδηλώσεις, το «Πανηγυράκι», όπως το ονομάζουν οι ντόπιοι. Περιλαμβάνει δρώμενα, παραδοσιακά αγωνίσματα, τοπικούς χορούς και παραδοσιακή μουσική. Την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, κατά τη διάρκεια της περιφοράς της, συνοδεύουν νέοι και νέες της περιοχής με τοπικές ενδυμασίες.
Στην Ασή Γωνιά Χανίων οι κτηνοτρόφοι της περιοχής συρρέουν με τα κοπάδια τους στην εκκλησία του Αη-Γιώργη του Γαλατά για να πάρουν την ευλογία του. Τα ζώα, στολισμένα με τα πιο μελωδικά λέρια (κουδούνια), μαντρώνονται στην «κούρτα» έξω από την εκκλησία κι αρμέγονται ένα-ένα.
Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας γίνονται αυτοσχέδιες ιπποδρομίες προς τιμή του Αγίου (Καλλιόπη Λήμνου, Πλατύ Μεσσηνίας, Άγιος Γεώργιος Μεσολογγίου).







Φ

![]()





Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Πάσχα Ρωμέικο» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 10 Απριλίου 1891 στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον», με τον υπότιτλο «σύγχρονος ηθογραφία». Το πρώτο αθηναϊκό διήγημα του Παπαδιαμάντη, έχει ως ήρωα ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον φιλόθρησκο και φιλέορτο Κερκυραίο μπαρμπα-Πίπη, φίλο και συμπότη του συγγραφέα στα μπακάλικα του Ψυρρή.
Ο μπάρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν “η εφτακρατόρισσα της Αούστριας”. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Είχε γνωρίσει επίσης τον “Σόλωμο” (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
Ο μπάρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον Έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.
«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ’ η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρεν τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ… ως ε ν ά ν τ ι ο ς υψίστοις». Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ε ν ά ν τ ι ο ς, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος… ως ε ν ά ν τ ι ο ς υψίστοις!»
Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών.Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου…
Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 1889 περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν.
Αλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.
Ήτο ο μπάρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Χριστός ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κι ευφρανθή η ψυχή του.
Και όμως ήτο… δυτικός!
Ο μπάρμπα-Πίπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί.
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.
Ο μπάρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πίπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς.
Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.
Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
Ο μπάρμπα-Πόπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνίως·
– Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις…
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν,ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
– Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
– Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
– Και δεν πας αλλού να το φουμάρεις, ρε; απήντησεν αναιδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου!
– Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;
– Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.
Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
– Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Ο χωρικός εκάγχασε.
– Στον Περαία; στον Άη-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;
– Απ’ την Αθήνα.
– Απ’ την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες, ν’ ακούσης Ανάσταση;
– Έχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πίπης.
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν· είτα επανέλαβε·
– Να φχαριστάς, καημένε…
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
– Να φχαριστάς, καημένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
– Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε…δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά.
– Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε…
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος.
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.
Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο.
Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.