Μαγκιά είναι να προσφέρεις ότι μπορείς, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα… ούτως η άλλως αυτός που θα το λάβει αν όντως σ αγαπάει θα βρει τρόπο να στο προσφέρει πίσω με όποιο τρόπο μπορέσει.
Καλημέρα

«Είμαστε προϊόντα του περιβάλλοντός μας, είμαστε προϊόντα των λαθών μας, είμαστε προϊόντα της εποχής, σα να είμαστε μπάλες σε ένα μεγάλο μπιλιάρδο, εξαρτάται από πού θα χτυπήσουμε και ποιον θα χτυπήσουμε στο διάβα μας για το αν θα πέσουμε στην “τσέπη”. Και κυρίως, ποιος κρατάει τη στέκα…».
Μάς. Νικ.
Ο κύριος Θωμάς του Χόλυγουντ (του Δ. Κανελόπουλου)
Οι τελευταίοι μήνες πριν από την πτώση της χούντας είχαν φέρει αναδουλειά στους εκδοτικούς οίκους και στα βιβλιοπωλεία. Ήταν κακή περίοδος. Φαινόταν ότι κάτι θα συμβεί, αλλά αυτό που περιμέναμε δε φαινόταν. Στους τοίχους της Αθήνας είχαν εμφανιστεί συνθήματα με μπλε μπογιά υπέρ της ΕΟΚΑ Β’ και ήταν εμφανές ότι κάτι προετοιμάζεται στην Κύπρο.

3 Μαρτίου 1998. Παρέα ποιητών σε καφενείο της Αθήνα. Καθιστοί (από δεξιά): Θωμάς Γκόρπας, Τάκης Παυλοστάθης, Κώστας Σοφιανός και η Αγγελική Ελευθερίου. Όρθιοι, αριστερά ο Γιάννης Πατίλης, δεξιά ο Δημήτρης Κανελλόπουλος.
Ήταν άνοιξη του 1974, είχε πέσει θλίψη μετά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Ασφάλειας σε όλες σχεδόν τις αντιστασιακές οργανώσεις. Βρισκόμασταν ακόμη στο κατάστημα της οδού Φειδίου. Μια μέρα, μου λέει η Μπέλα: «πάρε αυτά τα τιμολόγια και πετάξου στο Χόλυγουντ, στην πλατεία Κάνιγγος, μπας και σου δώσει τίποτε αυτός ο τύπος. Πρόσεξε μη σε ρίξει με τα πολιτικά ή δεν έχω ή, η Μπέλα με γουστάρει και τέτοια…».
Χόλυγουντ έλεγαν τότε το μεγάλο κτίριο που βρίσκεται στη γωνία της πλατείας Κάνιγγος, στην οδό Τζωρτζ και Ακαδημίας. Το έλεγαν έτσι διότι εκεί βρίσκονταν όλες οι εταιρείες εκμετάλλευσης και διακίνησης κινηματογραφικών ταινιών.
Ήμουν άβγαλτος. Πήρα τα τιμολόγια, τρία τον αριθμό, διάβασα το όνομα του βιβλιοπώλη και ξεκίνησα. Σε δυο λεπτά ήμουν εκεί.
Η Στοά που οδηγεί από την Ακαδημίας στη μικρή οδό Κλεισόβης ήταν γεμάτη με τσίγκινες θήκες, που περιλάμβαναν κινηματογραφικές ταινίες, και υπήρχε μια οχλοβοή από τους υπαλλήλους που τις ξεχώριζαν και, κατόπιν, τις φόρτωναν σε κάποια τρίκυκλα ή και σε φορτηγά στην οδό Κλεισόβης. Αυτός ο δρόμος, στο πίσω μέρος του Χόλυγουντ, τότε, δεν ήταν πεζόδρομος όπως σήμερα. Και τα διώροφα σπίτια του τα κατοικούσαν ακόμη κάποιες οικογένειες.
Από την τζαμαρία βλέπω έναν κύριο, περίπου σαραντάρη, αναμαλλιασμένο κι αξούριστο, μαυριδερό, μ’ ένα μάτι μισόκλειστο και το άλλο, το τσακίρικο, ορθάνοιχτο. Χτυπώ το τζάμι της πόρτας, ανοίγω και μπαίνω λέγοντας: «καλημέρα σας…». Με κοιτάζει με απορία, σχεδόν δεν μου μιλάει. Σιωπή. Μετά από κάποιες ρουφηξιές του τσιγάρου του, σβήνει τη γόπα στο τασάκι και με ξανακοιτάζει με ύφος διερευνητικό και λέει:
«Τι θες;».
Του απαντώ: «Έχω κάποια τιμολόγια επί πιστώσει. Αν μπορείτε να μου δώσετε κάποιο ποσό έναντι».
Τραβά μια ακόμη ρουφηξιά, τινάζει τη στάχτη του στο γεμάτο γόπες τασάκι και, επιθεωρώντας με απαξιωτικά, λέει με αποστροφή:
«Επίτηδες σε έστειλε αυτή. Με γουστάρει, αλλά εγώ δεν της δίνω σημασία!».
«Η ποια;», του λέω.
«Κάτσε να πιούμε ένα ούζο», απαντά. «Τι με κοιτάς; Σου είπα, με γουστάρει! Κάτσε. Θα σου πω…».
Κάθισα αμήχανος. Πιάσαμε την κουβέντα. Πολιτικά. Επιφυλακτικά στην αρχή. Ξέχασε το ούζο. Μετά από ώρα, με σοβαρό ύφος μου είπε, «ξέρεις φίλε, εγώ ήμουν υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού του Κόμματος, μέχρι τη διάλυση της ΕΠΟΝ, το 1958!» Ενθουσιασμένος, τον πίστεψα και σκεφτόμουν μέσα μου: «Κοίτα ρε με ποιον μιλάω…», θαυμάζοντας τον εαυτό μου για τη γνωριμία που έκανα!
Καπνίζουμε ασταμάτητα. Από το ένα τσιγάρο στο άλλο, δημιουργήθηκαν οι βάσεις μιας σπουδαίας φιλίας. Εξαντλήσαμε τα κομματικά. Μπήκαμε σε άλλα.
«Ξέρεις», μου λέει κάποια στιγμή, κοιτάζοντάς με κατάματα: «έχω παίξει στον κινηματογράφο. Στην ταινία Το παιδί και το δελφίνι!».
«Μπα;», του είπα έκπληκτος, ενώ ο θαυμασμός μου γι’ αυτόν είχε πάρει μπόι.
«Ναι. Πρωταγωνιστής του ελληνικού καστ. Εγώ, που με βλέπεις, πλάι στη Σοφία! Άκου πώς έχει η ιστορία: Είμαστε στην Ύδρα για τα γυρίσματα. Ένα μεσημέρι, κουρασμένοι, αφού φάγαμε σ’ ένα ταβερνάκι, ξαπλώνουμε στην παραλία. Είμαι εξαντλημένος. Η Σοφία έρχεται και ξαπλώνει πλάι μου· με παίρνει ύπνος βαθύς. Αίφνης αισθάνομαι ένα γλυκό χάδι. Ανασηκώνομαι έντρομος, ανοίγω το μάτι μου το καλό, και βλέπω τι;»
H Σοφία είναι η Σοφία Λόρεν, μεγάλη σταρ του ιταλικού κινηματογράφου, σύζυγος τότε του παραγωγού Κάρλο Πόντι, που πρωταγωνιστούσε στην ταινία.
«Τι βλέπεις;», ρωτάω εγώ με ενδιαφέρον και σοβαρότητα.
«Τη Σοφία να με χαϊδεύει και να μου χαμογελά. Αυθόρμητα της λέω: “Σοφία, τι θα πει ο Κάρλο αν το μάθει;”».
Μένω ξερός!
Συνεχίζει: «Γι’ αυτό σου λέω. Αν ήθελα τη Σοφία θα την είχα! Να ξεπέσω τώρα στην Μπέλα; Πάει πολύ! Σύρε πες της, πέθανε η αγορά. Όταν θα έχω, θα ’ρθω μόνος μου απ’ εκεί να την ξοφλήσω. Να τα αφήσει αυτά που ξέρει…».
Έπειτα από λίγο καιρό περνώ πάλι από το Χόλυγουντ. Το βιβλιοπωλείο είχε κλείσει. Κι ο κύριος Θωμάς, του οποίου είχα γίνει «ανθυπασπιστής», είχε αναχωρήσει στο Παρίσι, χωρίς να μου δώσει εξηγήσεις ή οδηγίες! Εκεί, απ’ ό,τι έμαθα αργότερα, έκανε παρέα τον Ναύαρχο Δημήτρη Γιακουμάκη, μετέπειτα εκδότη του περιοδικού Τομές, κατά τη, μετά τον Δημήτρη Δούκαρη, περίοδο εκδόσεώς του. Ο Ναύαρχος είχε πολλές διηγήσεις για τον κ. Θωμά του Χόλυγουντ.
Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν επανασυνδεθήκαμε, δεν ξαναμιλήσαμε για την περίπτωση της Μπέλας. Είχαμε δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις, για πολύ όμορφες διασημότητες να συζητήσουμε. Πηγαίναμε στο ουζερί Λέσβος ή στο ημιυπόγειο βιβλιοπωλείο της οδού Καλλιδρομίου ή στο μεζεδοπωλείο Πειναλέων της Μαυρομιχάλη και στον Τσιγαρά, το ταβερνάκι της οδού Παράσχου στου Γκύζη, ή στο περίφημο Εντίμ της οδού Φερρών, όπου βρισκόμασταν τα Σάββατα. Ήταν η εποχή που πήρα προαγωγή. Έγινα υπασπιστής του!
Τελευταία φορά που βρεθήκαμε ήταν στον ένα χρόνο από το θάνατο του Ναυάρχου (και ποιητή) Δημήτρη Γιακουμάκη. Αποφασίσαμε να πάμε στο Εντίμ και να πιούμε στη μνήμη του. Ήμασταν ο Θωμάς, ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, ο Τάσος Καπερνάρος, ο Γιάννης Κουβαράς, ο Κώστας Χριστοφιλόπουλος κι ο γράφων. Φτάσαμε στο Εντίμ αλλά ο Ιδιοκτήτης ήταν τσαντισμένος για κάποιο λόγο και μας είπε ότι είναι κλειστός και δεν σερβίρει. Στενοχωρηθήκαμε. Αμήχανοι συζητούσαμε μερικά μέτρα πιο κάτω, οπότε ο Θωμάς βλέπει απέναντι ακριβώς ένα καινούργιο μπαρ που είχε ανοίξει. Πήγαμε εκεί και πίναμε στη μνήμη του Ναυάρχου μέχρι που βράδιασε. Εκεί φωτογράφισα την παρέα…
Μια μαύρη μέρα, χτυπάει το τηλέφωνο και μια γνώριμη φωνή μου λέει: «Το έμαθες; Πέθανε ο Γκόρπας…». Ήταν ο Πατίλης. Ο κύριος Θωμάς, ξέχασα να το πω, ήταν ο Γκόρπας.
Προς στιγμήν ξαφνιάστηκα. Μη θέλοντας να πιστέψω αυτό που άκουσα από τον Πατίλη, είπα αυθόρμητα: «Έλα, άσ’ τα αυτά. Με τέτοια θέματα δεν κάνουν πρωταπριλιάτικες πλάκες…». Ήταν 1η Απριλίου του 2003. Όμως ο Γιάννης επέμεινε και μια θλίψη απέραντη εγκαταστάθηκε στην ψυχή μου. Ο κύριος Θωμάς του Χόλυγουντ μας είχε αφήσει για πάντα.
Δεν είμαι ο Θωμάς που λέτε ότι ξέρετε
δεν είμαι ο ποιητής που λέτε ότι θαυμάζετε
δεν είμαι καταπληκτικός δεν είμαι ανεπανάληπτος
ούτε θηρίο της ερήμου ούτε σκύλος που δαγκώνει…
Μέσα μου ένα άνθος απολέμητης μοναξιάς
και τα πικρά φύλλα της καρδιάς γεμάτα
δροσερές πηγές λυγμών.
Σώζομαι αν σώζομαι τελικά χάρη σε κάποιες τέχνες
ταπεινές που ξέρω: του τσιγάρου του ξενυχτιού
της νοσταλγίας και της αθανασίας τόσων
ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα…
Ψάχνω για νέες αγάπες πυρετωδώς και όταν δεν
τις βρίσκω τις φαντάζομαι ώσπου να τις βρω…
Γράφω πού και πού ποιήματα μερικά απ’ τα πολλά
που ονειρεύομαι και βάζω μέσα σ’ αυτά δικά μου και
δικά σας όνειρα για τα οποία εσείς και ντρέπεστε
και υποφέρετε φοβάστε και σιγά σιγά πεθαίνετε…

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ποιητής, συγγραφέας, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Ομίχλη πέτρινη (1986), Σκυθικές ερημίες (1996), Σιγή ασυρμάτου (2005), Κλίνη σπόρου, καλή (2010), Το φράγμα της μνήμης (Οροπέδιο 2017) και τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (2018). Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο του, Στα χρόνια του Κόκκινου Κόμη.









«Όποιος έχει αποδεχθεί ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν, δεν θα ζήσει τη ζωή που θα μπορούσε να κάνει», είχε πει. «Εάν ο πατέρας μου είχε αποδεχθεί τον κόσμο όπως ήταν, θα έκοβε ακόμα πέτρες σε ένα βουνό, όπως έκανε η οικογένειά του για γενιές ολόκληρες».
Peter Michael Nicholas
Boston Scientific
Η γνώση του σοφέρ (Rolf Dobelli)
Όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1918 ο Μαξ Πλανκ άρχισε περιοδεία σε όλη τη Γερμανία. Οπουδήποτε τον καλούσαν, έδινε την ίδια διάλεξη πάνω στη νέα θεωρία της κβαντικής μηχανικής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που ο σοφέρ του είχε μάθει απέξω το περιεχόμενο της ομιλίας του.
«Πρέπει να έχετε βαρεθεί, κύριε Πλανκ, να λέτε συνεχώς τα ίδια. Σας προτείνω στην προσεχή διάλεξη στο Μόναχο, να αλλάξουμε ρόλους. Θα καθίστε στην πρώτη σειρά, φορώντας το κασκέτο του σοφέρ. Θα είναι μια αλλαγή και για τους δυο μας. Τι λέτε;» Ο Πλανκ το βρήκε διασκεδαστικό και δέχτηκε την πρόταση. Ο σοφέρ του εκφώνησε τον συνηθισμένο του λόγο πάνω στην κβαντική μηχανική μπροστά σ’ ένα κοινό υψηλής κατάρτισης στη φυσική. Κάποια στιγμή ένας καθηγητής φυσικής σήκωσε το χέρι για να κάνει μια ερώτηση. Ο σοφέρ απάντησε: «Δεν φανταζόμουν ότι σε μια πόλη τόσο προηγμένη όσο το Μόναχο θα μου έκαναν μια τόσο απλή ερώτηση. Θα παρακαλέσω λοιπόν τον σοφέρ μου να απαντήσει».
Κατά τον Τσαρλι Μάνγκερ, έναν από τους καλύτερους επενδυτές στον κόσμο, υπάρχουν δυο είδη γνώσης. Η αληθινή γνώση που απαιτεί χρόνο και διανοητική εργασία, κι αυτό που αποκαλεί γνώση του σοφέρ. Για τον Μάνγκερ, οι σοφέρ είναι άνθρωποι που παριστάνουν τους γνώστες. Έχουν μάθει να κάνουν το νούμερο τους. Διαθέτουν καταπληκτική φωνή ή ξέρουν να γίνονται πιεστικοί. Αλλά η ευφράδειά τους είναι άδειο κέλυφος.
Σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις την αυθεντική γνώση από τη γνώση του σοφέρ.
Εκτός από τους παρουσιαστές της τηλεόρασης. Οι παρουσιαστές είναι ηθοποιοί. Τελεία και παύλα. Όλοι το ξέρουν. Κι όμως, πάντα ξαφνιάζομαι με τον σεβασμό που δείχνουν σ’ αυτούς τους μετρ έτοιμων φράσεων. Πληρώνονται χρυσάφι για να διευθύνουν συζητήσεις σε θέματα που τους ξεπερνούν.
Η διάκριση είναι λιγότερο προφανής στους δημοσιογράφους. Κάποιοι έχουν αποκτήσει γερές γνώσεις. Είναι συχνά οι πιο έμπειροι, αυτοί που έχουν ειδικευτεί σε συγκεκριμένα θέματα στο πέρασμα του χρόνου. Προσπαθούν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα ενός γεγονότος και να το παρουσιάσουν στο κοινό. Συνήθως γράφουν μακροσκελή άρθρα που εξετάζουν πλήθος περιπτώσεων και εξαιρέσεων.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ανήκουν στην κατηγορία των σοφέρ. Γράφουν άρθρα για οποιοδήποτε θέμα, στο άψε σβήσε, βγάζοντάς τα από τα καπέλα τους σαν ταχυδακτυλουργοί ή, ακόμη χειρότερα, από το διαδίκτυο. Τα κείμενά τους είναι προκατειλημμένα, σύντομα και -συνήθως για να αντισταθμίσουν το άδειο κέλυφος- ειρωνικά.
Όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση, τόσο οι απαιτήσεις για έναν διευθύνοντα σύμβουλο με ικανότητες σόουμαν μεγαλώνουν -πρέπει να είναι «επικοινωνιακός», όπως λέμε σήμερα. Δεν θέλουν έναν αφοσιωμένο, δουλευτή, λιγομίλητο, που κάνει τη δουλειά του με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα° τουλάχιστον δεν τον θέλουν στην κορφή της επιχείρησης. Οι μέτοχοι και οι οικονομικοί συντάκτες πιστεύουν προφανώς ότι ένας σόουμαν πασχίζει να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα, πράγμα που φυσικά δεν ισχύει.
Ο Γουόρεν Μπάφετ, συνέταιρος του Τσάρλι Μάνγκερ, χρησιμοποιεί μια εξαιρετική έκφραση: «circle of competence» -«κύκλος ικανότητας» («αρμοδιότητας», «δεξιότητας»). Ό,τι βρίσκεται μέσα στον κύκλο μας το καταλαβαίνουμε τέλεια. Σ’ αυτούς τους τομείς είμαστε ικανότατοι. Αλλά δεν καταλαβαίνουμε, ή καταλαβαίνουμε μόνο εν μέρει, ό,τι είναι απέξω. Εξού και το σλόγκαν του Γουόρεν Μπάφετ: «Γνωρίστε τον κύκλο των ικανοτήτων σας και μείνετε σ’ αυτόν. Δεν έχει σημασία το μέγεθός του. Αυτό που μετράει είναι να ξέρετε που σταματάει». Ο Τσάρλι Μάνγκερ προσθέτει: «Πρέπει να ανακαλύψετε τα ταλέντα σας. Αν δοκιμάσετε την τύχη σας έξω από τον κύκλο των δεξιοτήτων σας, θα κάνετε μια αξιοθρήνητη καριέρα. Σας το εγγυώμαι».
Συμπέρασμα:
Μην έχετε εμπιστοσύνη στη γνώση του σοφέρ. Μην συγχέετε το φερέφωνο της επιχείρησης, τον σόουμαν, τον τηλεοπτικό παρουσιαστή, τον αερολόγο, τον καλό ομιλητή ή τον διασπορέα κλισέ μ’ εκείνον που έχει πραγματικές γνώσεις. Πως θα τον αναγνωρίσετε; Έχει ένα χαρακτηριστικό που τον διακρίνει. Εκείνος που ξέρει πραγματικά γνωρίζει τι ξέρει και τι δεν ξέρει. Αν βρεθεί έξω από τον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε δεν λέει τίποτε είτε ομολογεί ότι δεν ξέρει. Ήρεμα, ακόμη και με κάποια υπερηφάνεια. Ενώ από τα στόματα των σοφέρ θα ακούσετε τα πάντα, αλλά ποτέ το «δεν ξέρω».
Η τέχνη της καθαρής σκέψης, ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ
