Κ Βάρναλης

Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές. Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

Κώστας Βάρναλης

ΔΥΟ ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ

Η κατοχή των Γερμανών ήταν στο φόρτε της. Πολλές οι κακουχίες, οι στερήσεις, η πείνα! Περισσότερο βέβαια στα αστικά κέντρα και λιγότερο στην ύπαιθρο που όλο και κάτι χάριζε η Μάνα Γη στα πεινασμένα πλάσματά της: Τα κηπικά, τα φρούτα, τις βρούβες, τα σιτηρά… Και όσοι είχαν χωράφια και τα καλλιεργούσαν, όχι μόνο ζούσαν καλά μα βόλευαν κι αρκετούς άλλους που ζητούσαν με την εργασία τους στήριγμα για ζωή.

Αυτή η αισιόδοξη και γεμάτη φιλότιμο κίνηση, υπήρξε συνήθως στα σιτοχώρια της ευλογημένης πεδιάδας της Μεσαράς, στο Νομό Ηρακλείου. Στη δική μας περιοχή Τεμένους, βγάζαμε ελάχιστα σιτηρά. Γιατί πάντα από τα αρχαία χρόνια, καλλιεργούσαν εδώ τ’ αμπέλια. Αλλά με την Κατοχή πώς να καλλιεργηθούν και αυτά όπως έπρεπε και πού να πουληθούν τα τυχόν εισοδήματα; Όσοι δεν είχαν αμπέλια, δούλευαν στα ξένα σαν εργάτες, όμως τι μεροκάματο να κερδίσουν, να φάνε, να στηρίξουν οικογένεια, ν’ αναθρέψουν παιδιά;

Πολλά τα προβλήματα κι η δική μας καταδιά* μικρή κι ασήμαντη. Οι ανάγκες μεγάλες και στην οικογένεια τα παιδιά ανήλικα. Νήπια σχεδόν εμείς τα κοριτσάκια. Και το πιο μικρό, το νεογέννητο, ούτε καλά καλά είχε σαραντίσει όταν έγινε η Μάχη της Κρήτης, τότε που έπεφταν από τα σιδερένια εχθρικά πουλιά μιλιούνια οι χρωματιστές ομπρέλες των αλεξιπτωτιστών, στην ήρεμη και φωτολουσμένη γη μας…

Μάης καιρός. Οι γονείς μας πήραν τις οικογένειές τους μαζί με άλλους χωριανούς και μας πήγαν σε μια όμορφη εξοχική τοποθεσία για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. «Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος που δέσποζε στην περιοχή πάνω σ’ ένα καταπράσινο γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια και κρεβατίνες. Εκεί νιώθαμε πιο ασφαλείς από τις βόμβες  που μπορούσαν να πέσουν μέσα στην κωμόπολη [σημ. στις Αρχάνες], κάτι που ευτυχώς δεν έγινε, χάριν στην προστασία της Θαυματουργού μας Παναγιάς.

Από τον τόπο αυτό φαινόταν προς βορρά φάτσα το Ηράκλειο, με τις φωτιές των βομβαρδισμών και την αντάρα. Στήσανε οι γονείς μας τις παράγκες που θα μέναμε, γεμάτοι έγνοια και μεράκι να μας σώσουν από τον όλεθρο. Πώς θα μας σώζανε όμως από το φάσμα της πείνας;

Εμείς τα μικρά τα βλέπαμε όλα σαν πανηγύρι: Τις φωτιές από μακριά, την αγωνία, το βούισμα των αεροπλάνων, τους κρότους από τις βόμβες, το αντιφέγγισμα από τις φωτιές μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα.

Η στέρηση δεν μας άγγιζε ακόμη, γιατί υπήρχε το γάλα της κατσίκας, λίγα κηπικά και φρούτα, ψωμί ελάχιστο και λάδι, εκεί τουλάχιστον στην εξοχή, καθόλου. Ίσως όμως για κάποιες μόνο μέρες. Την έλλειψη του λαδιού τη θυμάμαι καλά, γιατί ο πατέρας, όπως κάρφωνε τις σανίδες και τους τσίγκους της σκεπής για να φτιάξει την παράγκα που θα μέναμε, βουτούσε τα καρφιά, για να καρφώνονται πιο εύκολα, μέσα σ’ ένα πιατάκι, που είχε ελάχιστο λάδι. Μα ο σκύλος του γείτονα, από τη διπλανή παράγκα, πήγε κοντά, βρήκε το λαδάκι και το έγλειψε όλο. Στεναχωρήθηκε ο πατέρας, γιατί δεν είχε άλλο λάδι να τελειώσει τη δουλειά του με τα καρφιά και για μια στιγμή διαμαρτυρήθηκε νευριασμένος: « Ω το παντέρμο ωζό, εκιά ‘βρε να ξεπεινάσει;» Μα σα να μετάνοιωσε πάλι: « Κι είντα φταίει δα κι αυτό το έρμο; Σάμπως έχει τα φαγιά στα πιάτα να διαλέξει και προτίμησε το λαδάκι μου;» Θυμάμαι τούτο το περιστατικό σα να είναι τούτη η ώρα κι ας ήμουνα μόνο πέντε χρονών…

Όμως, δεν ήταν μόνο η εποχή του καλοκαιριού. Αυτή εύκολα θα την περνούσαμε. Μα θα ακολουθούσαν μετά οι μαύρες νύχτες του χειμώνα… Και ήρθαν πράγματι δύσκολες και βαριές. Γι’ αυτό τ’ άλλο το καλοκαίρι οι γονείς μας σκέφτηκαν κάτι πιο πρακτικό και ωφέλιμο. Θα πηγαίναμε από τις αρχές του Μάη να ξεκαλοκαιριαστούμε σ’ ένα χωριό της Μεσαράς, που είχαμε γνωστούς. Εκεί η μητέρα μας, που ήταν μοδίστρα, θα μπορούσε να δούλευε τη δουλεία της και θα μάζευε καρπό για το χειμώνα. Μα θα ζούσαμε και πιο εύκολα στη διάρκεια του καλοκαιριού. Το χωριό λεγόταν Τουρλωτή γιατί ήταν χτισμένο πάνω σ’ένα τουρλωτό ύψωμα και δέσποζε της περιοχής.

Σαν ήρθε λοιπόν η προπαραμονή της αναχώρησής μας- μαθήτρια εγώ στην Α’ του Δημοτικού- από βραδύς η μάνα μου μου παράγγειλε:

-Γροίκα Ρηνιώ παιδί μου. Αύριο που δα [=θα, τοπικός ιδιωματισμός] πας στο σκολειό σου, να πεις τση δασκάλας σου να προβιβάσει, γιατί είναι ανάγκη επειδή δα πάμε στη Μεσαρά και δα λείπομε-πες- όλο το καλοκαίρι… Να την αποχαιρετίξεις κιόλας και να τση φιλήσεις και τη χέρα τζη…

Όλα γενήκανε κατά πώς τα είπε η μητέρα και την άλλη ταχυνή φορτωθήκανε δυο γαϊδουράκια με τις απαραίτητες αποσκευές μας, ρουχικά, κλινοσκεπάσματα, κουζινικά και η ραπτομηχανή, το απαραίτητο εργαλείο της μάνας μας για τη δουλειά της. Μεσοσώμαρα καβαλικέψαμε εμείς τα παιδιά και οι γονείς μας λαλούσαν* τα ζωντανά. Εγώ κρατούσα αγκαλιά το μικρό μου αδερφάκι που ότι κι είχε κλείσει τον πρώτο του χρόνο.

Πήραμε το δρόμο νοτικά προς το Βαθύπετρο κι από κει συνεχίζοντας βγήκαμε στο δροσόλουστο Χουδέτσι. Περάσαμε δίπλα από το γραφικό Μοναστήρι τ’ Αι-Γιώργη του Επανωσήφη και συνεχίσαμε τη δημοσιά ανάμεσα από χρυσωμένα χωράφια με στάχυα έτοιμα για θέρισμα. Ο στοργικός κόρφος της γης άπλωνε το χρυσό στήριγμα του σκλάβου, το ψωμί το ευλογημένο! Η πορεία συνεχίστηκε ως το δειλινό που φτάσαμε στο χωριό. Γνώριμος ο τόπος κι οι χωριανοί μας υποδέχτηκαν φιλικά και καλόκαρδα. Μας είχανε ετοιμάσει ένα μονόσπιτο ασοβάντιστο- ασβέστης δεν υπήρχε- μα σφουγγαρισμένο και καθαρό. Ανοίξαμε και απλώσαμε τα φτωχικά μας χρειώδη κι ετοιμάσαμε για κοιμηθιά ένα πρόχειρο κρεβάτι με στρίποδα*. Σ’ ένα τραπεζάκι θρονιάστηκε σα σε θέση τιμητική, ο συνεργός και σύμμαχος της μάνας μας, μα και δικός μας, η χειροκίνητη ραπτομηχανή. Το παιδομάνι του χωριού όλο περιέργεια γέμισε το μικρό χώρο της κατοικιάς μας. Ήρθαν κι οι μανάδες τους, οι θειάδες τους, όλες φιλενάδες της μάνας μας, άλλες μοναχές κι άλλες με τα μωροπαίδια στην αγκαλιά τους. Η υποδοχή τους μας συγκίνησε. Φιλότιμοι και φιλόξενοι οι Τουρλαθιανοί κάτοικοι και φίλοι, με την ανοιχτή καρδιά, σαν τον ορίζοντα το διάπλατο γύρω από το λόφο τους χωριού τους!

Μας φέρανε να φάμε φρέσκα μιγαδερά παξιμάδια, ξυνόγαλο και ανθόγαλο, λίγα αυγουλάκια και κηπευτικά, όλα δώρα πολύτιμα για την περίσταση. Σιτοβολώνας το χωριό, βίγλιζε στην κορφή του λόφου που ήταν χτισμένο. Δεν είχε πρασινάδες και νερά μα είχε μια ξεχωριστή γοητεία και θέα , καταμεσίς στο διάπλατο ορίζοντά του, με πολλά κοντινά χωριά ολόγυρα. Εκεί θα περνούσαμε το καλοκαίρι με τη μάνα μας. Ο πατέρας έφυγε το άλλο πρωί για να παραδώσει τα ξένα γαϊδουράκια που κάμανε τ’ αγώγι, μα και γιατί οι δικές του μικρές αγροτικές φροντίδες τον κρατούσαν στο σπίτι το πατρικό. Δούλευε η μάνα σαν το αεικίνητο μυρμήγκι και σόδειαζε υπομονετικά τη ζήση του χειμώνα. Στα ραψίματά της η αμοιβή της ήταν σιτάρι, κριθάρι, μαγεροψήματα…

Μετά από λίγες μέρες μια επίσκεψη έφθασε στο χωριό: Μια αντάρτικη ομάδα που συχνοκατέβαινε από τα βουνά κι έπαιρνε το δρόμο  προς τα φιλόξενα σιτοχώρια για να εφοδιαστούν οι αγωνιστές της Λευτεριάς με τα απαραίτητα τρόφιμα για να ζήσουν. Ανάμεσά του ήταν κι ο Καπετάν Στελιανός, ένας ψηλόκορμος ομορφολεβένταρος, με μουστάκια δασιά, μεγάλα μαύρα λαμπερά μάτια, κρουσομάντηλο, στιβάνια και μαύρη κυλότα. Ήταν αρχηγός της ομάδας με καταγωγή από τα μέρη των Χανιών.

Συνήθως οι αντάρτες φιλοξενούνταν στο σπίτι του Προέδρου του χωριού. Φαρσάρη τον λέγανε, λεβέντης κι ο ίδιος, γενναίος και φιλόξενος. Η γυναίκα του η κερά-Μαρία η Φαρσάραινα, άξια και χρυσονοικοκυρά, φύλαγε κάθε φορά για τους αντάρτες πλούσια φιλοξενία και πολλά πεσκέσια στο φευγιό τους.

Κείνη τη φορά λοιπόν η κερά Φαρσάραινα, που ήταν φιλενάδες με τη μάνα μου, ήρθε στο σπίτι μας σούρουπο σχεδόν, κι από την πόρτα, δίχως να μπει μέσα, πρόβαλε κι έκανε νόημα στη μάνα μου του τη θέλει, να της πει.

-Έλα κερά Αννίκα να μου συντράμεις γιατί έχω μουσαφίρηδες… Σκύβει μετά και της λέει ψυθιριστά στ’ αυτί: Αντάρτες ήρθανε μόνο έλα να τωσε μαγειρέψομε… Φεύγουνε μαζί, αφού μας πράγγειλε πρώτα να κάτσομε φρόνιμα ώσπου νά’ρθει.

Πήγαν λοιπόν στο σπίτι της μα εκείνο που την ήθελε πραγματικά δεν ήταν για συντρομή στο μαγείρεμα. Για τη δουλειά αυτή είχε πολλές παραφατόρισσες*. Ο σκοπός που την κάλεσε ήταν να της γνωρίσει ένα παράξενο καινούριο πελάτη για ράψιμο. Κι ο πελάτης αυτός δεν ήταν ούτε χωριανός, ούτε κοντοχωριανός, μα ο ίδιος αυτοπρόσωπα ο Καπετάν Στελιανός, ο αρχηγός της αντάρτικης ομάδας που υποδεχτήκανε…

-Παράξενο! κάνει η μάνα μου. Κι είντα θέλει μπρε κερά Μαρία. Είντα μπορώ να ράψω εγώ ενούς Καπετάνιου που ανεχουμίζει* τα βουνά…

-Γιάντα, δε βάνουνε αυτοί ρούχα; Μα ας μπούμε μέσα στο πόρτεγο* που κάθουνται, κι ο ίδιος δα σου πει είντα ‘ναι που θέλει.

Μπροστά η κερά Μαρία, πίσω της όχι πολύ θαρρετά η μοδίστρα, μπήκανε στο δωμάτιο που ήσανε καθισμένοι οι αντάρτες και τρωγοπίνανε.

-Νάτη Καπετάνιο μου τη φιλενάδα μου τη μπιστικιά που σού ΄λεγα. Έτηνε μας ράφτει όλους στο χωριό ας είναι καλά.

-Και του λόγου σου νάσαι καλά κερά Μαρία μου, μα σαν είντα μπορώ να ράψω εγώ για τον Καπετάνιο… Και κείνη τη στιγμή, μόλις που τόλμησε για μια στιγμή να σηκώσει σαν αστραπή το σεμνό της βλέμμα για να τονε δει με σεβασμό και να ξαναχαμηλώσει τη ματιά κοκκινισμένη.

–  Γροίκα κερά μοδίστρα, εγώ μαθές ούτε σώρουχα, ούτε ξώρουχα θέλω. Έχω απ’ όλα. Μα ένα σκολινό ποκάμισο μου χρειάζεται…

«Σκολινό ποκάμισο; κάνει με το νου της η μοδίστρα. Κι είντα το θέλει μωρέ κοντό [=άραγε] το σκολινό ποκάμισο; Έχουνε στα βουνά μαθές καματερές* και σκόλες; ή αστεία κοντό μιλεί; Μα τονε θωρεί με την κόχη του ματιού της να σηκώνεται και να λύνει σπουδαχτικά ένα πλουμιστό κρητικό βουργιάλι. Έβαλε τη χερούκλα του μέσα κι έσερνε κι έσερνε ένα κάτασπρο γυαλιστερό ρούχο, που δεν είχε ξετελεμό… Σαν τό ‘βγαλε της κάνει:

– Έντο επαέ κερά μοδίστρα το ρούχο του ποκαμίσου. Άσπρο σαν το γαμπριάτικο!

– Μα αυτό είναι αλεξίπτωτο,… τόλμησε να πει εκείνη.

– Καλά το γνώρισες. Αλεξίπτωτο είναι. Πιάσε ‘πο κειέ να τ’ ανοίξομε να το δεις καλά.

– Εμά μεγάάλο! κάνουνε όλοι με θαυμασμό.

– Και τόσονε για ένα ποκάμισο; Αυτό κάνει για δυο και τρία και θα πομείνει και περισσευούμενο.

– Μα ένα θέλω ‘γω και νάναι και σκολινό!

Επιμένει κείνος για σκολινό, κάνει η μοδίστρα με το νου της. Γιάντα κοντό; Μα ας τον ανερωτήξω να δω είντα θα μου πει.

– Με το συμπάθειο Καπετάνιο, να σ’ ανερωτήξω κάτιτίς;

– Ό,τι θες κερά μοδίστρα.

– Απ’ ό,τι κατέχω εσείς οι αντάρτες οι πλια πολλοί φορείτε μαύρα ρούχα, μαύρα ποκάμισα. Εσύ είντα το θες το άσπρο και σκολινό δα κιόλας; Έχετε σεις σκόλες απάνω στα βουνά;

– Όσες θες, σκόλη κάναμε την ανάγκη και ρεβαΐζι το μπαρούτι… Μα για να καταλάβεις ξάνοιξε καλά όλο τονέ το ρούχο που βαστώ…

Ανοίγουνε πιο διάπλατα το αλεξίπτωτο κι εκεί καταμεσής θωρούνε δυο κηλίδες αίμα μεγάλες, στρογγυλές κι ολόιδιες στο χρώμα, ούτε πλια σκούρα, ούτε πλια ανοιχτή η μια από την άλλη… Διαφέρνανε μόνο στο μέγεθος. Η μια ήτανε αρκετά μεγάλη κι η άλλη μικρότερη.

– Ναι, θωρώ δυο μεγάλες στάμπες αίμα, κάνει η μοδίστρα. Μα…πώς;

– Πώς εγεννηθήκανε θες ν’ ανερωτήξεις; Να σου πω εγώ… Γροίκα το λοιπόν: Στο Μάλεμε κοντά συχνογύριζα τσι μέρες που πέφτανε οι αλεξιπτωτιστές. Κι όχι βέβαια μόνο εγώ μα όλοι οι αθρώποι μας εκειά ένα γύρω. Εφτάνανε το λοιπόν οι συντερένιοι διαόλοι. Ενοίγανε τσι πόρτες τως κι εσκιάνιαζε ο ουρανός με τσ’ ομπρέλες τσι πολύχρωμες. Μιλιούνια εκατεβαίνανε κι αρχίνηζε ευθύς το μακελειό. Εκείνοι με τα όπλα ντως τα βαρά κι εμείς με τα σκαπέθια και τα δρεπάνια… Κι ελέγασι κιόλας οι δικοί μας όλο τσατίλα για τ’ άδικο τη μαντινάδα:

«Την ώρα μα και τη στιγμή δα σκυλοβλαστημάτε
όντες εξεκινούσατε στην Κρήτη για να πάτε»

Τέτοιο πείσμα μας ήπιασε  όλους τσοι ντόπιους για τ’ άδικο που μασε κάνανε στη γη μας, να κατεβαίνουνε μπρε ωσάν τ’ αρπαχτικά γεράκια και τσι σκάρες [=γύπες], που δε μασε σταμάτανε κιαμιά δύναμη… Εκειά να θώρειες…

«Ε το παντέρμο τ’ άδικο πώς σου πατεί τον γκάλο
μα και το δίκιο το τρανό, θάρρος σου δίνει κι άλλο»

Μέσα στσ’ άλλους απού λες, ευρέθηκα και ‘γω με δίχως όπλα. Ένα γκραδάκι του παππού μου ολοσκούριαστο εβάστουνα, μα είντα να σου κάμει. Από την εποχή των Τουρκώ είχανε να το λαδώσουνε το ευλογημένο να ξεσκουριάνει μια σταλιά. Είπα τότεσά κι εγώ να κάμω το κολάι*μου… Ν’ αρμαθιάσω* κάμποσα όπλα απού τσοι Γερμανούς που ήσανε τα παντέρμα ολοκαίνουργια και τα λιμπίζουσουνε. Εμακέλευγα κιόλας όσους εμπόρουνα, γιατί μαθές αν δε τό ‘κανα ‘τσα, ήθελα με μακελέψουνε ‘κείνοι  [= θα με μακελεύανε ‘κείνοι]. Κι ήθελα μου κάνουνε [=θα μου κάνανε] δα μνημόσυνο στο χρόνο απάνω. Ετσά ‘ναι η παντέρμη ώρα του πολέμου. Ή γίνεσαι μακελάρης ή μακαρίτης… Εμάζωνα το λοιπόν και τά ‘βανα κεια σε μια ξερολιθιά σκεπασμένα. Μια γκοπανιά* κοχεύγω με την άκρη τ’ αμαθιού μου μια ασκιανιάδα δίπλα μου… Ήτονε ένας Γερμαναράς κι είχε σηκωμένο το στιλέτο ντου να το μπήξει στον γκαφά * μου. Γυρίζω ‘γω σαν αστραπή και του ματσάζω και τα δυο ντου χέρια. Λίγο μού ‘γγιξε το μαχαίρι στο λαιμό και μου τονε ξέγδαρε. Και η μια κηλίδα που θωρείς, η πλια μικρή, είναι δικό μου αίμα…

Δίχως να του πάρω το μαχαίρι τού ‘σφιγγα τη γροθιά και τη γυρίζω οθέ ντα [=προς τα] πάνω ντου με δύναμη. Και με την ίδια ντου τη χέρα που του βάστουνα ετρύπησε το δικό ντου λαιμό… «Μάχαιραν έδωσες, μάχαιρα δα λάβεις» του κάνω ολοδιαόλιστος… Και να την άλλη κηλίδα το αίμα, την πιο μεγάλη. Δική ντου είναι… Εκεί πάνω ήπηρε και τσοι τράτους * ίσαμε που ψοφολόισε ολότελα…

– Δυο κηλίδες… μουρμούρισε με βλέμμα απλανές η μοδίστρα. Σαν να έβλεπε κείνη την ώρα μέσα από το σύθαμπο του χρόνου και της αντάρας της μάχης τους δυο αντίπαλους άντρες να ματοκυλιούνται πάνω στο αλεξίπτωτο… Δυο κηλίδες… επανέλαβε, από αίμα Ελληνικό και Γερμανικό! και βαθιαναστέναξε στοχαστικά…

– Λοιπόν; είντα λες μοδίστρα; να μου ράψεις θες [=θα μου ράψεις] το σκολινό ποκάμισο;

Μειδίασε κείνη καθώς ξαναβρέθηκε στην πραγματικότητα.

– Σκολινό Καπετάνιο; τον ρωτά με την ίδια διάθεση.

– Ναι σκολινό! Γιάντα. Αφού δε γίνηκε σάβανό μου κείνη την ώρα, σκόλη είν’ η ζωή μου, μια και ζω και θωρώ τον ήλιο. Γιατί ολπίζω και θα δω και τη Λευτεριά…

– Μαγάρι Καπετάνιο. Αξίζει σου να τ’ αξιωθείς… Μα το ματωμένο κομμάτι; είντα θες να το κάμω;

– Α εκειονά να μην το ράψεις, ούτε να το πετάξεις. Το θέλει θυμητάρι στην επίλοιπη ζήση μου… Ακριβοφύλαξέ μου το…

– Να μου κάμεις θες μια χάρη Καπετάνιο;

– Σαν είντα;

– Να, ανε θες να δώσεις και μένα ένα κομμάτι αλεξίπτωτο από κειονά που δα πομείνει;

– Είντα δα το κάμεις μοδίστρα; φουστανάκια των κοπελιώ;

– Όι, Θεόψυχά μου. Γερμανικό ρούχο να το γνωρίσουνε απάνω ντως οι Γερμανοί, δεν τωσε βάνω.

– Κιαμείντα το θες; Νυφικό κιαμιάς δικής σου νύφης;

– Όι Καπετάνιο. Ούτε νυφικό. Ματωμένα νυφικά δεν κάνουνε…

– Καλά το λες. Δεν κάνουνε. Θυμητάρι σάικα [=ασφαλώς] το θες, ετσά δεν είναι; Θυμητάρι, όπως θέλω κι εγώ το κομμάτι με τις δυο κηλίδες…

– Ναι, είπε η μοδίστρα κουνώντας το κεφάλι καταφατικά…

Πέρασε και πήγε τούτη η επίσκεψη των ανταρτών στο χωριό κι έμεινε ολόκληρο τ’ αλεξίπτωτο στα χέρια της μοδίστρας, για να ράψει το ποκάμισο του Καπετάν Στελιανού, να φυλάξει και τα θυμητάρια. Το καταχώνιασε μέσα σ’ ένα σακούλι και τό ‘βαλε στον πάτο του σεντουκιού, αφού πρώτα το θύμιασε. Αίμα είν’ αυτό σου λέει, ότινος και νά’ναι… Θα το έραβε όποτε ευκαιρούσε και σε μια άλλη επίσκεψη θα το γύριζε στον κάτοχό του.

Και μιαν άλλη μέρα ξανάρθαν πάλι οι αντάρτες για εφόδια μαζί με τον Καπετάν Στελιανό. Συχνοπήγαιναν είπαμε εκεί γιατί το χωριό ήταν άδειο από μόνιμους Γερμανούς κατοίκους. Μικρό καθώς ήταν και θρονιασμένο στο ψήλωμα που το δέρναν όλοι οι καιροί και οι ανέμοι δεν ήταν προσιτό για τις δικές τους ανάγκες. Ήταν όμως φιλόξενο και στοργικό όχι μόνο για τους φίλους κι επισκέπτες μα και για τους αγωνιστές της Λευτεριάς, τους αντάρτες, που είπαμε συχνόρχονταν. Όποτε μπορούσαν κατηφόριζαν από τα κρησφύγετά τους με τα ζώα και τα όπλα τους, νύχτα συνήθως, ζητώντας μια ανάσα ξεκούρασης και καλοπέρασης στο ήρεμο χωριό. Το ίδιο όμως κάνανε κι οι Γερμανοί για τροφές. Και αν τό ‘κανε η τύχη να φτάσουν την ίδια μέρα με τους αντάρτες, τότε αλίμονο στο χωριό… Κινδύνευε με σφαγή και εξαφάνιση. Γι’αυτό όσες φορές έρχονταν αντάρτες, τοποθετούσαν φρουρά στις άκρες του χωριού, μπρος σε δρόμους που πήγαιναν σε άλλα χωριά. Οι δρόμοι βέβαια στενοί, πρωτόγονοι, μόλις χωρούσαν δυο ζώα ν’ αντιπεράσουν και σε άλλες μεριές στενοί σα μονοπάτια. Αυτοκίνητα δε διασφάλιζαν * ακόμη στο χωριό.

Από τα ΒΔ ήταν η κύρια είσοδος του χωριού. Εκεί ήσαν στημένοι μπρος στο έλεος του βορά οι αλευρόμυλοι με τις τεράστιες φτερωτές τους αεικίνητες κι άλεθαν της σιτοδότρας γης τα δώρα. Οι φούρνοι του μικρού χωριού μοσχοβολούσαν κάθε μέρα, πότε της μιας νοικοκυράς, πότε της άλλης. Τεράστιοι σα μικρά δωμάτια, θυμάμαι που για να μαζέψουν από μέσα τις παξιμαδιασμένες κριθοκουλούρες σα κρύωναν οι φούρνοι, μπάζανε μέσα εμάς τα παιδιά και κάναμε αυτή τη δουλειά. Γι’ αυτό η κάθε ζυμωσιά ήθελε μέχρι ένα τσουβάλι αλεύρι. Γιατί εκτός από το σπιτίσιο ψωμί και παξιμάδι για την οικογενειακή κατανάλωση υπολογίζανε και τη μερίδα των ανταρτών μα και την ξεφουρνιά, ένα πανάρχαιο όμορφο έθιμο της αθάνατης λαϊκής μας παράδοσης. Όποια γυναίκα ζύμωνε έδινε σ’ όλα τα μαζωμένα εκεί χωριανάκια, τα καινούρια φυντάνια του χωριού, από ένα μυρωδάτο ζεστό ντάκο ή μια κριθοκουλούρα. Έτσι απλόχερα όλοι χόρταιναν και ειδικά τα παιδιά που ήταν εθνική ανάγκη να δυναμώσουν και να απλώσουν καινούριες ρίζες και βλαστάρια…

Οι δρόμοι λοιπόν ακτινωτά ολόγυρα με κέντρο το μικρό χωριό κατηφόριζαν απ’ αυτό σα κορδέλες που ανοίγονται από το ψηλό κοντάρι του γαϊτανάκι σε μέρες αποκριάτικης χαράς. Άλλος Β.Δ. πήγαινε προς το Πυράθι, Πύργο, Χάρακα. Άλλος δυτικά προς το Μεσοχωριό, ανατολικά προς το Δραπέτι και Γαρύπα και βορεινά προς Μπαδιά. Σε τούτα τα κράσπεδα στήνονταν «οι φρουροί» και παρακολουθούσαν όταν έρχονταν Γερμανοί ή αντάρτες. Μόλις έφταναν οι μεν ή οι δε αμέσως οι φρουροί έπαιρναν θέση για παρατήρηση, για να μην το κάμει η οργή του Θεού και σμίξουν…

Τα καλοστεκούμενα σπίτια φιλοξενούσαν συνήθως και τους Γερμανούς και τους αντάρτες με πρώτο πάντα το σπίτι το φιλόξενο του Προέδρου του χωριού. Καλοδεχούμενοι πάντα ήσαν οι αντάρτες, μα βουβά κι αγέλαστα δέχονταν τους καταχτητές, με μια περήφανη κρητική αξιοπρέπεια. Γινόταν όμως και για τους δυο το χωριό.

Μια μέρα λοιπόν ξανάρθανε στην Τουρλωτή αντάρτες. Ήταν και πάλι η ομάδα του Καπετάν Στελιανού. Κονέψανε* ως συνήθως στο σπίτι του Προέδρου. Η μοδίστρα έραβε στο σπιτάκι της και σε κάποια στιγμή που χρειαζόταν να σιδερώσει κάτι σηκώθηκε σπουδαχτικά, πήρε το σίδερο και πήγε στο διπλανό σπίτι του Προέδρου να το γεμίσει κάρβουνα από το τζάκι.

– Κερά Μαρία έχεις φωτιά; Της φωνάζει απ’ έξω.

– Στην απάνω παραστιά, κάνει εκείνη χαριτολογώντας. Έλα, κόπιασε μέσα κερά Αννίκα. Μα και να μην έχω δα ανάψω για το δικό σου χατήρι.

– Του λόγου σου έχεις με τα σακιά την καλωσύνη, κερά Μαρία, ας είσαι καλά… Κι ως έσκυβε να βάλει τα κάρβουνα σιμώνει η κερά Μαρία και της κάνει ψιθυριστά:

– Αντάρτες είναι μέσα κερά Αννίκα.

– Μάνα μου! Ποιοι κοντό;

– Ο Καπετάν Στελιανός με την ομάδα του.

– Ώφου αδικιά και δεν τού ‘ραψα ακόμη το ποκάμισο. Μα λίγος καιρός μπρε δεν είναι που ξανάρθανε; Κι ήλεγα πως δα το ράψω ετηνέ την εβδομάδα μια κι ήδωκα το λόγο μου…

Πάνω σε κείνη την ψιθυριστή συζήτηση πλησιάζει την κερά Μαρία ένα ντελικανιδάκι* και της κάνει βιαστικά και ξελαχανιασμένα με το στόμα ξερό από την τρεχάλα:

– Θεια Μαρία, θεια Μαρία…

– Είντα ‘ναι μωρέ; Είντα συμβαίνει;

– Γερμανοί θεια Μαρία, Γερμανοί. Ίδια δα [=τώρα δα] μπήκανε στο χωριό και σέρνουνε και δυο μουλάρια…

– Ε τσοι σκύλους! Για σαντούκιασμα* ήρθανε πάλι κι είναι λίγες μέρες που ξανάρθανε για θροφές… Κι εδά κερά Αννίκα; Πού δα χώσουμε τσ’ αντάρτες μη τσοι δούνε οι Γερμανοί και κεντίσομε* συθέμελα το χωριό.

– Μη χάνεις το κουράγιο σου, κάνει ψύχραιμα εκείνη κι ορμούν κι οι δυο στο πόρτεγο που τρωγοπίνανε οι αντάρτες. Τα σπίτια ήσανε τότε μικρά και δεν είχανε πολλούς κρυψώνες και ξετρύπια.

Ευθύς καταλάβανε και σηκωθήκανε ορθοί κι οι αντάρτες. Ένα γύρο στο δωμάτιο ήσανε φρεσκοπλυμένα και μπουμπουρισμένα* τα πιθάρια των σιτηρών, που περίμεναν καθαρά να φυλάξουν την καινούρια σοδειά. Γιατί τ’ αλώνια πια δούλευαν καθημερινά κι οι ψηλές θημωνιές, όλο και χαμήλωναν.

– Στα πιθάρια! Εμπρός! Χωστείτε* ντελόγο στα πιθάρια από κάτω, λένε στους αντάρτες. Σβέλτα κείνοι τρύπωσαν κι οι κοπελιές που βοηθούσαν στην περίπτωση στάθηκαν σαν Καρυάτιδες κάθε μια κοντά σ’ ένα πιθάρι και πού και πού με την πλάτη έσπρωχναν και τ’ ανασήκωναν για να μπαίνει αέρας να μη κρουφτούνε* οι κρυμμένοι… Δίπλα ήταν το πέτρινο κρεβάτι γιατί το ίδιο δωμάτιο χρησίμευε και για ύπνο. Πάνω εκεί ήταν αραδιασμένα τα όπλα των ανταρτών. Και σε μια ξύλινη κοντάδα* που κρεμόταν από τα δοκάρια είχαν απλώσει διπλωμένες πατανίες και κιλίμια για φύλαγμα μα και για στολισμό, όπως γινόταν στα παλιά κρητικά σπίτια. Ορμά η μοδίστρα και κατεβάζει από κει δυο πατανίες. Απλώνει τη μια πάνω στα όπλα και λέει στην κερά Μαρία:

– Θέσε κειε… Πλαγιάζει εκείνη και τη σκεπάζει με την άλλη πατανία. Ύστερα βγάζει από την τσέπη της προστοποδιάς της το μαντηλάκι της, το βρέχει με λίγο νερό και το απλώνει στο μέτωπό της.

– Είσαι αρρωσταρά… της κάνει επιτακτικά- και… αποθαίνεις…

Μέχρι να ακούσουνε τα δυο ανήλικα παιδιά της πως η μάνα τους είναι του … θανατά, το πιστέψανε κι αρχίνησαν άγριο μουγγαλιτό:

– Μάνα μας. Μανούλα μας. Μη ποθάνεις καλή μας μάνα…

Κι έτσι με τις φωνές τους συμπληρώθηκε η σωστή σκηνοθεσία… Μπαίνουν κείνη την ώρα οι Γερμανοί. Γνώριμο τους ήταν το σπίτι που αναγκαστικά κάθε τόσο τους φιλοξενούσε.

– Άφκα, πατάτες, μούγκρισαν κρατώντας στα χέρια τα πολυβόλα.

Τα παιδιά βόγγησαν πιο πολύ στη θέα τους. Τα έπνιγε ο σπαραγμός και το δάκρυ στο φόβο του χαμού της μάνας…

– Τι πίκουλα; ρωτούν οι Γερμανοί τη μοδίστρα που φρόντιζε πάντα να βρέχει επιδειχτικά το μαντηλάκι και να το τοποθετεί στο μέτωπο της «αρρωσταράς».

– Τι πίκουλα; ξαναρωτούν. Δηλαδή τι έχουν τα μικρά και σκούζουν.

– Μάμα μαλάτο, λέει διπλωματικά εκείνη. Άρρωστη είναι η μάνα τους.

– Μαλάτο; Τι μαλάτο; Ξανακάνουν.

– Να, Μαλάτο, τύφο, λέει η μοδίστρα, που είχε ακουστά πως την αρρώστια αυτή την τρέμανε οι Γερμανοί όπως ο διάολος το λιβάνι.

– Τύύύφο, κάνουν εκείνοι έντρομοι κι όπου φύγει φύγει όχι μόνο από το σπίτι μα κι από το χωριό…

Βγήκαν από τα πιθάρια οι αντάρτες ταλαιπωρημένοι από την έλλειψη του αέρα αλλά σωσμένοι. Παίζει ένα καμπανό* κι η αρρωσταρά με τον… τύφο και κατεβαίνει εφτάγερη. Μερώνουν και τα… πίκουλα από την απελπισία τους. Βάζει κι η μοδίστρα τα κάρβουνα στο σίδερο και κάνει να φύγει, μα όπως σήκωσε τα μάτια της βλέπει μπροστά της τον Καπετάν Στελιανό. Της χαμογελούσε καλωσυνάτα με θαυμασμό κάτω από τις δασιές μουστάκες του.

– Μοδίστρα είσαι λεβεντιά. Με ετσά λογιώ αθρώπους που έχει η Κρήτη μας, οι Γερμανοί δε δα πολυκαιρίσουν στον τόπο μας.

– Ο Θεός σ’ έφερε ετούτηνέ την ώρα, κάνει κι η κερά Μαρία κουνώντας με σημασία το κεφάλι…

– Μα να σε ρωτήσω μπρε μοδίστρα μια και σ’ είδα, είντα γίνεται; Ήραψες το ποκάμισο το… σκολινό μου;

– Καπετάνιο μου, του λέει εκείνη. Ενήμενά * ντο να μ’ ανερωτήξεις. Μα συμπάθα με που δεν το γοργόραψα, όμως άμα ξαναρθήτε με το καλό δα τό ‘χω έτοιμο να σου το παραδώσω. Κι αφού το θες και … σκολινό, πρέπει να το ψιμιδέψω* και να το ράψω με την υπομονή μου, κάνει καλόκαρδα κι εκείνη.

– Καλά μοδίστρα. Ράψε το όποτε θες. Μα τσι δυο κηλίδες να μου τσι φυλάξεις.

– Εντάξει Καπετάνιο, νά ‘σαι ήσυχος.

Φύγανε αθόρυβα οι αντάρτες και μείνανε πάλι οι κάτοικοι που ψύχραιμα ξέρανε τί ‘πρεπε να διάχνουν την κάθε δύσκολη στιγμή.

Σε λίγες μέρες πάλι, να τους Γερμανούς στο χωριό. Ήταν διαταγή του Γενικού Φρουραρχείου της περιοχής να κάνουν οι στρατιώτες άσκηση σκοποβολής σε κατωκημένο χώρο. Και σαν πιο κατάλληλο διαλέξανε το χωριό Τουρλωτή, που όπως ήταν κτισμένο πάνω στο ύψωμα, η θέση του επέτρεπε την άνεση της μάχης, αφού σε μεγάλη ακτίνα ολόγυρα από το ύψωμα αυτό δεν υπήρχε εμπόδιο για σφαίρες. Οι κάτοικοι με διαταγή κλείστηκαν στα σπίτια τους στις πιο σίγουρες γωνιές τους, για να μη δεχτούν καμιά αδέσποτη.

Μπαμ, μπουμ. Μπαμ, μπαμ ακούγονταν οι κρότοι επί ώρες, ολόκληρο πρωινό. Ένα μικρό της κουμπάρας που συγκατοικούσε η οικογένειά τους με την οικογένεια της μοδίστρας κι επικοινωνούσαν με μια μεσόπορτα, ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα για να δει τον… πόλεμο. Τα γουρουνάκια του χωριού τρομοκρατημένα ξέφευγαν από τους στάβλους μέσα στο μπαλοτοκόπι και τριγύριζαν σαν τρελά στους δρόμους του χωριού γρυλλίζοντας. Μερικά μάλιστα από αυτά γίνανε οι αθώοι … πεσόντες της μάχης, για να γίνουν στη συνέχεια μεζεκλίκια των ασκούμενων καταχτητών. Μα και πολλές γαλοπούλες την ίδια τύχη είχαν κι ας κροτάλιζαν σαστισμένες τα ράμφη τους κάτω από την κρεμαστή προβοσκίδα τους. Τα κουνέλια λούφαξαν στις μίνες τους και τα πουλερικά κακάριζαν σαν τρελά, στριμωγμένα στις γωνιές και στα κοτέτσια. Πανδαιμόνιο στο χώρο και μόνο η ανθρώπινη ανάσα του άμαχου πληθυσμού προβληματισμένη σιωπούσε, μέσα στην αντάρα που είχε πλακώσει το ήρεμο χωριό.

Κάποτε η άσκηση μάχης κόπασε. Κι οι Γερμανοί προτού φύγουν σκέφτηκαν να πάρουν εκτός από τους «πεσόντες» -γουρουνάκια και γάλους- και ό,τι άλλο τους έμπαινε στο μάτι από τα φαγώσιμα του χωριού.

Στο σπίτι της μοδίστρας άνοιξαν οι κλεισμένοι την πόρτα και το μικρό παραθυράκι μα δεν τολμούσανε ακόμη να ξεμυτίσουν. Βούιζαν ακόμη τ’ αυτιά τους από τον προηγούμενο σαματά.

Ξάφνου βλέπουν στο παραθυράκι να σκιάζει το φως η μορφή ενός αναψοκοκκινισμένου Γερμαναρά. Είχε χώσει το μισό κορμί του μέσα στο σπιτάκι και κοίταζε ερευνητικά με το βλέμμα ολόγυρα το μικρό χώρο. Το μάτι του πήρε δυο φλάσκες-μπουκάλες- που ήσαν τοποθετημένες στο ράφι του τζακιού. Η μια είχε το λάδι που μαγειρεύαμε κι η άλλη ρακή για εντριβές και γιατρικουλέματα. Ήταν σα να πούμε το «φαρμακείο» της οικογένειας. Εμείς τα μικρά στη θέα του Γερμαναρά που φαινόταν σα δράκοντας στα μάτια μας, ενστικτώδικα με φόβο αγκαλιάσαμε τα γόνατα της μάνας μας, ενώ εκείνη είχε πάρει και κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά της το μικρό μας αδερφάκι, που έμπηξε τις φωνές μπροστά στην άγρια μορφή του. Εκείνος σύρθηκε από το παράθυρο μα για λίγο, όσο να κάμει το γύρο του σπιτιού και να προβάλει πιο θεόρατος από την απέναντι πόρτα. Παγώσαμε πιο πολύ στη νέα εμφάνιση κι εκείνος γέλασε χοντρά κι αδέξια, διασκεδάζοντας με τον παιδιάστικο φόβο μας. Είχε ανασηκωμένα τα μανίκια, ανοικτό το γιακά και τα ξανθά ολόισια μαλλιά του ήταν όρθια σαν καρφιά του σκαντζόχοιρου. Ακουμπούσε τις γροθιές του στη μέση του ανέμελα και τα κόκκινα μάτια του γούρλωναν παράξενα κι ερευνητικά. Κοίταζε σα χαζός και μοσκογελούσε. Η μάνα μας τότε φοβήθηκε, γιατί έβαλε στο νου της μη κάμει καμιά έρευνα και βρει το αλεξίπτωτο το γερμανικό του Καπετάν Στελιανού. Αλίμονο τότε… Κι είχε και τις δυο κηλίδες το αίμα απάνω του…

«Άχι μωρέ Καπετάνιο και τι τό’θελες το …σκολινό ποκάμισο… Αν το βρει τούτο το γουρουνίσιο αγρίμι, θα κάμει σε μας πεσκέσι και τα καθημερινά μας και τα σκολιάτικά μας… Η θεία Ελένη πού είχε ‘ρθει από τη Χώρα να μας δει και να δουλέψει και κείνη λίγο έριξε μια καθησυχαστική ματιά της μάνας μου και κάθισε μετά δήθεν ανέμελα πάνω στο μικρό μπαουλάκι που είχε καταχωνιάσει η μάνα μας το ματωμένο αλεξίπτωτο. Πήρα μετά στα πόδια της το μικρό της κουμπάρας και του χάιδευε στοργικά τα μαλλιά σα να μη συνέβαινε τίποτε.

Μα όπως φάνηκε στη συνέχεια, το Γερμαναρά δεν τον ενδιέφερε καθόλου το μπαουλάκι, ούτε το περιεχόμενό του. Το κόκκινο πρόσωπό του, τα γουρλωμένα μάτια του και η χοντρή σαν παντζάρι μύτη του μαρτυρούσαν ότι ήταν πότης κι ότι ήθελε να πιει… Κατεβάζει λοιπόν τη μια μπουκάλα του λαδιού, τη μυρίζεται, κάνει ένα μορφασμό αδιαφορίας και την παραπετά σε μια άκρη. Κατεβάζει μετά τη δεύτερη μπουκάλα με τη ρακή. Την ανοίγει, πίνει μερικές γουλιές και πλαταγίζει μετά τη γλώσσα του απόλυτα ικανοποιημένος… Ξαναστουμπώνει την μπουκάλα, την παίρνει παραμάσκαλα κι ετοιμάζεται να μισέψει…

Μα η ευλογημένη η μάνα μου αντί να κάμει το σταυρό της που φτηνά θα γλυτώναμε από την παρουσία του, τόλμησε να του πει παρακαλεστικά βλέποντας να χάνει το πολύτιμο … φαρμακείο της:

– Μη! Να χαρείς, μη την παίρνεις…

Ο Γερμαναράς εξοργίστηκε. Στράφηκε, την κοίταξε αγριεμένα και της κάνει:

– Ίγγλις, μπουμ, μπουμ, καπούτ, μάμα, μπάμπα… Εσύ φλάσκα ι, ι, ι, ι,. Κι έβαζε τις γροθιές στα μάτια του κοροϊδεύοντας τη μάνα μου που ήταν έτοιμη να κλάψει για τη μπουκάλα, ενώ εκείνου όπως είπε οι Εγγλέζοι σκότωσαν σε βομβαρδισμούς τον πατέρα του και τη μάνα του…

Και δίχως άλλη κουβέντα ανασηκώνει με δύναμη τη φλάσκα και της δίνει μια γερή στο πάτωμα που γίνηκε χίλιες χιλιάδες κομμάτια, σκορπίζοντας στο χώρο την αρωματική οινοπνευματώδικη οσμή της… Έφυγε μουρμουρίζοντας και χειρονομώντας ακαταλαβίστικα με χαλικουτίσματα που ποιος ξέρει τι να έλεγε μ’αυτά. Εύκολα όμως εννοεί κανείς…

– Σκολάτι σου Παναγιά μου, κάνει σταυροκοπούμενη η μάνα μας. Φτηνά τη γλιτώσαμε.

Μετά κι από τούτο το περιστατικό δεν ήθελε να καθυστερήσει άλλο το ράψιμο του ποκάμισου του Καπετάν Στελιανού. Ήθελε να διώξει από το σπίτι το αλεξίπτωτο και τις ματωμένες κηλίδες του.

– Να γραντίσω [= βρίσκω μπελά] θέλω κιαμιά κοπανιά [=φορά] και νά ‘ναι τούτανά η γι’ αφορμή, μονολογούσε άμα κυρίευαν το νου της αυτές οι σκέψεις…

Τ’ άλλο πρωινό κιόλας άνοιξε το μικρό σεντούκι κι έβγαλε το καταχωνιασμένο στο σακούλι μέσα αλεξίπτωτο. Το άπλωσε με τη βοήθεια της αδερφής της και το έκαμε δυο άνισα κομμάτια: Ένα για να ράψει το ποκάμισο και τ’ άλλο το μεγάλο με τις κηλίδες το αίμα, θα το κρατούσε για θυμητάρι ο Καπετάν Στυλιανός, όπως της είχε πει. Για τον εαυτό της δεν ήθελε τέτοια ενθύμια… Καλύτερα να της έλειπε κι ας το είχε από την αρχή ζητήσει η ίδια. Όχι πως φοβόταν κανένα ούτε δείλιαζε για σκέψεις και παρατηρήματα… Τίποτε απ’ αυτά. Μα να! Γιατί την πλήγωνε βαθιά στην ψυχή το πώς και γιατί χύνεται αίμα ανθρώπινο άδικα! Αίμα νεανικό!…

Ράφτηκε το λοιπόν το ποκάμισο επιτέλους. Ξανάρθε και η ομάδα των ανταρτών με τον αρχηγό τους στο χωριό. Τυλιγμένη του πήγε την «παραγγελιά» στην κερά Μαρία.

– Πάρε Καπετάνιο το «σκολινό» σου ποκάμισο κι όσο ρούχο απόμεινε.

– Όχι όλο το απομεινάρι. Κράτηξε είπαμε και συ ένα κομμάτι για θυμητάρι δικό σου.

– Σε σένα ανήκει Καπετάνιο. Εσύ το πλήρωσες με το δικό σου αίμα. Δεν ταιριάζει να το κρατήξω εγώ…

Το διπλωμένο ποκάμισο ούτε που το κοίταξε ο Καπετάνιος. Άνοιξε μόνο με σοβαρότητα και στοχασμό το ματωμένο κομμάτι:

– Εσύ είντα λες κερά μοδίστρα; Καλά κάμαμε που το κόψαμε το αλεξίπτωτο;

– Όχι Καπετάνιο μια και με ρωτάς. Ολόκληρο έπρεπε να το κρατήσεις. Ακέραιο! Όπως το πήρες απ’ τη γενναία εκείνη Μάχη του τόπου μας.

– Γιάντα; τη ρωτά εξεταστικά. Πώς το παίρνεις του λόγου σου;

– Να για να φαίνεται πώς ήτανε ολόκληρη η ομπρέλα που κατέβαζε στον τόπο μας το θανατικό και τη συμφορά του… Μα…

– Είντα μα… Πε μου είντα άλλο βάνει ο νους σου… Γιατί κατιτίς θωρώ και σε βασανίζει…

– Μα και για να φαίνονται καταμεσής οι δυο κηλίδες το αίμα… Γερμανικό κι Ελληνικό! Δυο κηλίδες ολόιδιες. Μα πε μου να χαρείς Καπετάνιε. Ξεχωρίζεις εσύ άμα δεν κατέχεις ποιανού ήτανε η μια κηλίδα και ποιανού η άλλη;τον ρωτά με βαρύ αναστεναγμό η μοδίστρα.

– Όχι βέβαια δε θα μπορούσα να τις ξεχωρίσω. Μα πες μου όμως γιάντα βαραναστέναξες;

– Σα και με ρωτάς δα σου το πω Καπετάνιε και να με συμπαθάς. Μ’ όλο το σεβασμό μου σε σένα και σ’ όσους πολεμούνε και χύνουνε το αίμα τους για την Κρήτη μας και την Ελλάδα μας- το χρέος σας κάνετε- άφησέ με να του πω μια σκέψη που στριφογυρίζει στο νου μου, αφ’ όντας πήρα στα χέρια μου το ματωμένο αλεξίπτωτο…

– Πε την κερά μοδίστρα. Πε τηνε τη σκέψη σου και δεν υπάρχει λόγος να διστάζεις…

– Να Καπετάνιο. Θέλω να πω πως τούτηνέ την ώρα σου μιλώ σα μάνα πού’μια. Βέβαια το χρέος μου το αιστάνομαι. Κι η τιμή της Πατρίδας πρώτα απ’όλα… Μα λέω πως: Μανάδες της Κρήτης γεννήσαμε εσάς τους Κρητικούς. Αλλά μανάδες γεννήσανε κι αυτούς που ήρθανε από τον ουρανό με τσ’ ομπρέλες τους να μας σκλαβώσουν… Ίδιο κι όμοιο το αίμα τους πάνω στο άσπρο ρούχο, πάνω στης γης το χώμα… Όμως γιατί να χύνεται άδικα; Εγώ κι όλες οι μανάδες της Γης –πιστεύω- θα θέλαμε τούτες οι κηλίδες των αντιπάλων να μην υπάρχουν… Σε καμιά γη… σε κανένα αλεξίπτωτο… Τούτο το αίμα και μάλιστα της νιότης να μη χύνεται άδικα. Μα να κυλά στις φλέβες των παιδιών μας σαν αίμα λαών αδελφωμένων…

«Κρήσσα» (Ειρήνη Ταχατάκη)

Γλωσσάριο (το οποίο συνοδεύει την έκδοση της Νομαρχίας Χανίων τίτλο «Αφιέρωμα στη μάχη και την αντίσταση της Κρήτης (1941-45)», Χανιά 1992). Αναφέρεται στις λέξεις που σημειώνονται με αστερίσκο με τη σειρά που συναντώνται στο κείμενο.

καταδιά: εισόδημα, πόροι ζωής

λαλούσαν: οδηγούσαν. Λαλώ το ζώο: το κατευθύνω στο δρόμο του

στρίποδα: ξύλινα στηρίγματα που στερέωναν πάνω τους σανίδες για κρεβάτι

παραφατόρισσα: γυναίκα βοηθός σε σπιτικές δουλειές.

ανεχουμίζω: κάνω άνω κάτω τον τόπο.

πόρτεγο: μεγάλο δωμάτιο, χώρος υποδοχής κλπ σε παλιό κρητικό σπίτι.

καματερές: καθημερινές μέρες. Το αντίθετο: σκόλες ή σκολάδες

έντο επαέ: κοίταξέ το εδώ

το κολάι: η φροντίδα για κάτι που χρειάζεται

αρμαθιάζω: μαζεύω κάποια πράγματα, κάνω αρμαθιά, δεμάτι

μια γκοπανιά: κάποια στιγμή

ο καφάς: ο αυχένας

ήπηρε τσι τράτους: πήρε τις τελευταίες αναπνοές

δεν διασφάλιζαν: δεν φανερώνονταν

κονέψανε: φιλοξενήθηκαν, σταμάτησαν να ξεκουραστούν, να διανυκτερεύσουν

το ντελικανιδάκι: νεαρός, έφηβος

σαντούκιασμα: μάζεμα τροφών, ή άλλων χρήσιμων ειδών.

κεντίζω: καίω, λαμπαδιάζω.

μπουμπουρισμένα: γυρισμένα με το άνοιγμα προς τα κάτω.

χωστείτε: κρυφτείτε

να μη κρουφτούνε: να μην πάθουνε ασφυξία

κοντάδα: οριζόντιο ξύλο που επάνω κρεμούν διάφορα πράγματα, ρούχα.

παίζει ένα καμπανό: κάνει ένα πήδημα.

ανήμενα: περίμενα (αναμένω ή ανημένω)

Όνα το ψιμιδέψω: να το φροντίσω με επιτηδειότητα

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ’ όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.

Το Βυζάντιο σ’ εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μία απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.

)Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».

Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.

Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».

Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2.000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.

Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.

Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, περίπου 70 πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.

Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ο καουμπόι που χάθηκε


Μπαίνεις στη σκοτεινή αίθουσα και είναι όλοι εκεί, γνωστοί και απολύτως συγκεκριμένοι· ο σερίφης, ο πληρωμένος πιστολάς, το κορίτσι του σαλούν, ο ράντσερ, ο χαρτοπαίχτης, οι συμμορίες και πάνω απ’ όλους και όλα ο ήρωας.Αυτός είναι όλο το έργο.

Ο μοναχικός, λιγόλογος άντρας με το χαρακτηριστικό άτρομο βάδισμα και τον δικό του κώδικα δικαιοσύνης. Δεν έχει τίποτα, εκτός από το άλογο και το όπλο του, μα ο κόσμος είναι στα πόδια του.

Και άλλα φιλμ διέθεταν ήρωες και σκηνές δράσης, ίσως πιο βίαιες και πιο δραματικές, αλλά στο γουέστερν ο ήρωας είναι μια ολότελα διαφορετική φιγούρα. Στα αστυνομικά έργα ο δολοφόνος ή ο αστυνομικός παίζουν επαγγελματικά το παιχνίδι μέχρι τη λύση του· στα πολεμικά οι μάχες κάποτε τελειώνουν κι οι πρωταγωνιστές θα γυρίσουν στην αγκαλιά των δικών τους.

Για τον περιπλανώμενο καουμπόι δεν υπάρχει ανάπαυση, επιστροφή στην ηρεμία ή κατ’ άλλους στην ανούσια καθημερινότητα. Τον μοναχικό άντρα δεν τον περιμένει σπίτι, γυναίκα και παιδιά· θα συνεχίσει τη μονήρη πορεία του, στην οποία μόνο μια σφαίρα θα γράψει το τέλος. Κι αν δεν συμβεί στο συγκεκριμένο φιλμ, εύκολα μαντεύεις ότι θα συμβεί σε κάποιο επόμενο.

Στο γουέστερν ο ήρωας δεν κάνει υπερφυσικά κατορθώματα, που σημαίνει ότι κι ο θεατής πιθανόν να τα κατάφερνε αν βρισκόταν σε παρόμοια θέση.Δεν είναι υπερ-άνθρωπος. Είναι υπερ-άντρας.Τολμά και εμμένει σε αξίες που ο στριμωγμένος άνθρωπος της δουλειάς από φόβο, ανάγκη ή ιδιοτέλεια εύκολα τις παραμερίζει.

Τα εμφανή χαρακτηριστικά του είναι η γρηγοράδα στο πιστόλι και η ατσάλινη γροθιά. Η υποδόρια γοητεία που ασκεί όμως στους νέους, και όχι μόνο, είναι πως έχει εμπειρία ζωής, διαβάζει τους ανθρώπους και διαθέτει αυτό που θεωρείται το άπαν του άντρα:


Ξέρει πώς πρέπει να φερθεί σε κάθε περίπτωση.Υπάρχουν πράξεις αλησμόνητες.Ο Γιουλ Μπρίνερ στο Και οι 7 ήταν υπέροχοι, όταν οι φτωχοί Μεξικάνοι χωρικοί τού προσφέρουν ένα σακουλάκι με τα ασήμαντα τιμαλφή του χωριού τους, προκειμένου να τους σώσει από τους ληστές, εκεί που ένας άλλος πιστολάς της κλάσης του θα τους είχε ξαποστείλει, αυτός δέχεται λέγοντας απλώς:

Μου έχουν προσφέρει πολλά, αλλά ποτέ τα πάντα“.

Στο Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές ο Γκάρι Κούπερ έχει όλες τις δικαιολογίες του κόσμου να αποφύγει τη θανάσιμη σύγκρουση· και μία μόνο απ’ αυτές θα αρκούσε στον μέσο άνθρωπο να το βάλει στα πόδια “με αξιοπρέπεια”. Έχει παραιτηθεί από σερίφης, έχει παντρευτεί το ίδιο πρωινό την Γκρέις Κέλι και, το εξοργιστικό, οι κάτοικοι της πόλης που υπερασπίζεται του γυρνάνε αχάριστα την πλάτη. Όμως αυτός μένει. Την ίδια εκείνη μέρα του γάμου του συντάσσει τη διαθήκη του και βγαίνει ντάλα μεσημέρι στον σκονισμένο δρόμο να αντιμετωπίσει μόνος τη συμμορία που έρχεται.

Στο Τελευταίο ηλιοβασίλεμα ο περιπλανώμενος πιστολέρο Κερκ Ντάγκλας ανακαλύπτει αυτό που υποψιάζεται όλη η αίθουσα· η κοπέλα με την οποία ερωτοτροπεί είναι κόρη του. Τότε, στη μονομαχία με τον Ροκ Χάτσον, τον νέο σύντροφο της πρώην αγαπημένης του και μητέρας της κοπέλας, προσέρχεται με το όπλο άδειο από σφαίρες. Με τον θάνατό του κερδίζει τον σεβασμό στον εαυτό του και τον σεβασμό του θεατή.

Ο Μάρλον Μπράντο στο Η εκδίκηση είναι δική μου και ο Στιβ Μακ Κουίν στο Νεβάδα Σμιθπέρασαν του λιναριού τα πάθη, αλλά δεν εγκατέλειψαν ποτέ τον σκοπό τους να τιμωρήσουν, έστω και μετά από χρόνια, ο πρώτος τον προδότη φίλο και ο δεύτερος τους φονιάδες των δικών του.

Οι ταινίες γουέστερν ενθουσίασαν ανθρώπους κάθε εθνικότητας, ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου· από τον απλό θεατή ώς τον Μπέργκμαν και τον Βίτγκενσταϊν, που παρακολουθούσαν μανιωδώς γουέστερν. Οι περιπέτειες στην Άγρια Δύση είναι μάλλον η πιο δημοφιλής πλευρά της Αμερικής σε ολόκληρο τον κόσμο.Μόνο στις ταινίες με συγκρούσεις Λευκών και Ινδιάνων το κοινό της αίθουσας διχαζόταν· οι Λευκοί δεν ήταν για όλους οι καλοί και οι Ινδιάνοι δεν ήταν για όλους οι κακοί. Ενώ άλλοι χειροκροτούσαν με την εμφάνιση του Ιππικού, ακούγονταν στην αίθουσα και σπλαχνικές φωνές διαμαρτυρίας:“Αφήστε, ρε, τους ανθρώπους!”.

Στην Ελλάδα τα γουέστερν μετέφεραν τη συντριπτικά πιο δυνατή εικόνα του έξω κόσμου.Οι Έλληνες θεατές αντίκρισαν ένα μεγαλειώδες επικό τοπίο, έναν κόσμο που κάθε άλλος που ήξεραν ήταν μπροστά του μικρογραφία. Απέραντες εκτάσεις, άγρια φύση, πανέμορφα άλογα, αναρίθμητα κοπάδια, σκληροί, αποφασισμένοι άντρες.

Το γουέστερν συνάρπασε τους άντρες και διαόλισε τις γυναίκες.Για εκείνους ήταν η απόρριψη του αστικού τρόπου ζωής, η Περιπέτεια δίχως τέλος. Η ανέμελη περιπλάνηση με μόνη συντροφιά το άλογό σου. Ο ρομαντικός ύπνος στην ύπαιθρο, δίπλα στην αναμμένη φωτιά. Η ελευθερία να επιλέγεις. Η ανύψωση πάνω από τα μικρά. Η ενασχόληση μόνο με τα μεγάλα και τα δραματικά των ανθρώπων· την τιμή, την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη, τη φιλία, την εκδίκηση.Για εκείνες ο ήρωας ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους τύχει· ένας άντρας-ρεμάλι που δεν μπαίνει κάτω από κεραμίδι, κάνει διαρκώς του κεφαλιού του και δίνει προτεραιότητα σε αξίες που θέτουν σε κίνδυνο τη σπιτική γαλήνη και τάξη. Κι όμως οι γυναίκες είχαν περίοπτη θέση στα γουέστερν· είναι τα άνθη της Άγριας Δύσης. Ούτε στις ιπποτικές ταινίες η γυναίκα δεν αντιμετωπίστηκε με τόσο σεβασμό και αβροφροσύνη.Όπως όλες σχεδόν οι ξένες ταινίες που προβάλλονταν στην Ελλάδα, τα γουέστερν έφεραν φοβερούς τίτλους, εγχώριας έμπνευσης. Το Apache με τον Μπαρτ Λάνγκαστερ έγινε Ο δεν λύγισε ποτέσκλάβοςπου, το High Noon με τον Γκάρι Κούπερ Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές, το Man without a Star με τον Κερκ Ντάγκλας Χωρίς συρματοπλέγματα κ.ο.κ.Το κόλπο ήταν αποδοτικό.[Το 1959 στον κινηματογράφο “Κρανάη” στην Αγία Σοφία του Πειραιά προβάλλεται ένα γουέστερν με τον συναρπαστικό τίτλο Ο γίγαντας της καταραμένης κοιλάδας.Οι φωτογραφίες του έργου στα διαφημιστικά ταμπλό είναι ακόμη πιο ερεθιστικές, αλλά το καρφιτσωμένο καρτελάκι “Ακατάλληλον” μου κόβει τα πόδια. Τελικά, αν και ανήλικος, τρυπώνω με καρδιοχτύπι στην αίθουσα – κάνανε και τα στραβά μάτια για το εισιτήριο – και κρύβομαι σε μια γωνιά μη με πάρει

το μάτι κάποιου αστυφύλακα που περιπολεί στα διαλείμματα.Έτσι είδα το πρώτο μου γουέστερν, το μυθικό Σέιν (Shane) με τον Άλαν Λαντ, που μου σπάραξε την καρδιά. Ο Σέιν είναι ο Περιπλανώμενος Ιππότης. Ο Κανένας που έρχεται από το Πουθενά, αποδίδει Δικαιοσύνη και φεύγει πάλι στο Πουθενά.Όταν στο φινάλε του έργου ο Σέιν χάνεται για πάντα στη σκοτεινή κοιλάδα πάνω στο άλογό του, ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα στον κινηματογράφο και δυστυχώς η τελευταία.Μαζί με τον Σέιν χάθηκε κι η αθωότητα.]Αν, όπως λέει ο Τζορτζ Γκρόντεκ, “ο άντρας είναι άντρας μόνο για λίγα λεπτά (της στύσης), τον περισσότερο καιρό είναι ένα μικρό αγόρι”, το γουέστερν ήταν το τέλειο αντρικό παραμύθι, αυτό που τον έκανε να ονειρεύεται.Η ακεραιότητα που συνοδεύει την προσωπική δράση του ήρωα μπορεί να αποπνέει μια παιδιάστικη διδακτικότητα, αλλά εγγράφεται στη μνήμη σαν ηθική εμπειρία.Και ενίοτε τύπτει.Αυτός που θα γινόσουν δεν έγινες· το κύμα αλλού σε ξέρασε και ο καουμπόι που έκρυβες μέσα σου χάθηκε για πάντα στο σκοτάδι.************

Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 21/9/2002.by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Η ηδονή της ανάγνωσης (της Κλεοπάτρας Δίγκα)

της Κλεοπάτρας Δίγκα (*)

Διαβάσματα. Δε θέλω πολλά, λίγα θέλω, για τ’ άλλα δεν προλαβαίνω πια κι ούτε ποτέ  ήθελα τα πολλά. Μόνο αυτά που μου άρεσαν, που τα χρειαζόμουν, αυτά ήθελα κοντά μου. Που βοηθούν να ζήσεις. Αυτά που δείχνουν πως μπλέκονται όλα τα νήματα μαζί , αξεδιάλυτα και κάνουν το Ένα. Ποτέ δεν αξιώθηκα  άλλωστε το μεθοδευμένο διάβασμα. Μόνο τελειώνοντας το σχολείο, στα δεκαοκτώ, εκείνο  το πρώτο καλοκαίρι κι ενώ οι φίλοι μου κανόνιζαν εξόδους βράδυνες, παρατώντας τους, με δίψα αληθινή και θαυμασμό ρίχτηκα και διάβασα  όλους τους αρχαίους τραγικούς μαζί , τον Αριστοφάνη  και τον Όμηρο, με σημειώσεις δίπλα που σήμερα με συγκινούν σαν μια φωτογραφία της νεότητας. Η σχέση μου με την ανάγνωση είναι λοιπόν σχέση ηδονιστική.   Όχι δημοσιοϋπαλληλική.

Τα τελευταία χρόνια με το κλείσιμο της πανδημίας  έχω επιδοθεί στο ψάξιμο της βιβλιοθήκης μου όπως κι οι περισσότεροι. Μεγάλη χαρά να ξαναπιάνω βιβλία που με σφραγίσανε, που τ’ αγάπησα,  που πλαισιώσανε κομμάτια της ζωής μου, κουβεντιάζοντας μαζί τους, υπογραμμίζοντας, σημειώνοντας. Να τα βάλω σε χωριστή μεριά. Έτσι σκόρπια, πολλές φορές όταν κάπως μου έρχονται στο νου, τα ψάχνω κι ο χρόνος να τα βρω πελαγώνει την επιθυμία.

Ανακαλύπτω και κάποια, αδιάβαστα. Τα ξεχωρίζω να προηγηθούν και χαίρομαι σαν να τα πήρα τώρα. Κάτι άλλα μικρά, λεπτά, που στη ράχη δεν έχουν τίτλο και δεν φαίνονται τί είναι, τα ανασύρω και με έκπληξη ανακαλύπτω μικρούς θησαυρούς γεμάτους υπογραμμίσεις και σχολιάκια δίπλα με μολύβι. Μοιάζει αυτό όλο όπως το κοίταγμα σε παλιές φωτογραφίες. Ψάχνεις μέσα απ’ αυτά την κατάσταση του νου σου εκείνη την εποχή.

Τα βιβλία που μου αρέσουν δεν είναι αυτά που έχουν αναγκαστικά μιαν υπόθεση,  μια ιστορία με χαρακτήρες, χωρίς να το αποκλείω. Είναι αυτά όπου ο άνθρωπος που γράφει, εκμυστηρεύεται παρατηρήσεις του που μάζεψε με το χρόνο, κάποιες αισθήσεις της πραγματικότητας  που του αποκαλύφθηκαν κοιτάζοντας  και ζώντας. Κάποια κρυσταλλώματα σκέψης, αυτά που σου δίνουν τον αέρα εκείνης της εξομολογητικής συνομωσίας που πρέπει να έχει η επαφή δυο ανθρώπων- γιατί τί άλλο είναι ένα βιβλίο για μένα. Αυτό αφορά στο περιεχόμενο και όχι στη μορφή της απόδοσής του, που είναι το άλλο μισό του στοιχήματος -για να λειτουργήσει  μέσα μου το πρώτο.

Μερικοί τα θεωρούν αυτά βαρετά. Θέλουν την υπόθεση και ανατρέχουν πολλές φορές, διαβάζοντας το τέλος όπως δεν κάνεις ποτέ στα αστυνομικά. Κάθε είδος έχει το κοινό του. Αυτά τα βιβλία δεν με αφορούν, κι ούτε μου αφήνουν κάτι. Βέβαια δεν συζητώ το Μεγάλο Μυθιστόρημα-Ρώσικο,  Γαλλικό, που έχει τα πάντα μέσα, ούτε και τα άλλα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας.

Τελικά έχω καταλάβει πως υπάρχουν οι καλλιτέχνες συγγραφείς και οι συγγραφείς.  Κανένας αφορισμός όμως για ότι δικαιώνεται από μόνο του.

Ξαναδιαβάζω συνεχώς τον Προυστ  και περιπλανιέμαι μαζί του στην εξοχή του Κομπραί απ’ την μεριά της Μεζεγκλίζ μετά την καλοκαιρινή καταιγίδα . Περπατά δίπλα μου έφηβος, με την ριγέ αδιάβροχη κάπα του, που εκνεύριζε την Φρανσουάζ την καμαριέρα της θείας του Λεονί, γιατί δεν την εύρισκε αρκετά  πρέπουσα ως πένθιμη  μιας κι η κυρά της  είχε  φύγει  πριν λίγες μέρες. Κρατούσε  την κλειστή του ομπρέλα και με την μύτη της άγγιζε φυτά που του έκαναν εντύπωση. Μήπως κι εγώ δεν κάνω το ίδιο;

….« Ο ήλιος είχε μόλις ξαναβγεί και τα χρυσαφένια του στολίδια γυάλιζαν σαν ολοκαίνουργια στον ουρανό, πάνω στα δέντρα, πάνω στον τοίχο του καλυβιού, πάνω στην κεραμιδένια  στέγη του, υγρή ακόμα, που στην κορυφή της περπατούσε μια κότα. Καθώς φυσούσε ο αγέρας, παράσερνε οριζόντια τα’ αγριόχορτα που ‘χαν φυτρώσει στην πλευρά του τοίχου, και τα πουπουλένια φτερά της κότας, κι αφήνονταν να ξετυλιχτούν όπως ήθελε η πνοή του ανέμου, σ΄ όλο τους το μήκος τόσο τ΄ αγριόχορτα όσο και τα φτερά, με την εγκατάλειψη που χαρακτηρίζει τ΄ αδρανή κι ελαφρά πράγματα. Η κεραμιδένια στέγη προξενούσε μέσα στο βάλτο, που ο ήλιος  τον έκανε πάλι να καθρεφτίζει, μια ρόδινη όμοια με μάρμαρο επιφάνεια που δεν την είχα ποτέ ως τότε προσέξει. Και βλέποντας πάνω στο νερό και στη όψη του τοίχου ένα αχνό χαμόγελο ν’ απαντά στο χαμόγελο του ουρανού, ξέσπασα μ΄ όλο μου τον ενθουσιασμό σηκώνοντας την κλειστή μου  ομπρέλα: «Πω πω πω πω! ». Την ίδια όμως  στιγμή πως χρέος μου θα ήταν να μη περιοριστώ σ΄ αυτές τις θαμπές λέξεις και να εξετάσω με πιο καθαρό μάτι την έκστασή μου»…

Αυτή τη βόλτα που μόλις κάναμε μαζί, αυτά που είδαμε- γιατί δεν τα είδε μόνο εκείνος, κι εγώ τα είδα, τα δικά μου μάτια τα είδαν- εκείνος τα κατέγραψε μόνο- ήμουν εκεί, αυτά θα με συγκινούσαν,  πώς να πω ότι ήταν μόνο μια δική του βόλτα; Αυτός ο άνθρωπος που τώρα δα ήταν δίπλα μου πού πήγε;  Έχει πεθάνει. Πόση θλίψη γεννά αυτή η σκέψη! Πως γίνεται να μην υπάρχει φυσικά, σωματικά;  Ναι, όμως είναι εδώ. Αυτή είναι η μαγική  δύναμη του έργου της τέχνης. Να μας ενώνει με το δημιουργό του, να κάνουμε δικές μας τις σκέψεις και το βλέμμα του να νικάει το χρόνο και τον θάνατο.

Οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν το χάρισμα να σε κάνουν ν’ αντιστοιχείς την εμπειρία σου, το βίωμα σου, με αυτό που γράφουν. Να λες, κι εγώ το έχω ζήσει αυτό, ή, κι εγώ το έχω σκεφτεί.

(*) Η Κλεοπάτρα Διγκα είναι εικαστικός)

Γείτσες!

Λέμε γείτσες όταν φταρνίζεται κάποιος γιατί η καρδιά του σταματάει για 1 millisecond

Μήνας Καφάτος*

— Τι τίτλο θα δίνατε στην εποχή που ζούμε; 
Είμαστε μάρτυρες μιας εποχής που παρατηρούνται τεκτονικές αλλαγές άνευ προηγουμένου σε επίπεδο ευημερίας του ανθρώπου, παγκόσμιας οικονομίας και περιβάλλοντος. Είμαστε καθ’ οδόν προς μια ταχεία εξέλιξη που αφορά οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας και συχνά φαίνεται ανεξέλεγκτη. Νομίζω ότι είναι η περίοδος του σπουδαίου αγνώστου. Πορευόμαστε σε μια εποχή που κυριαρχεί το αναπάντεχο, το απροσδόκητο και το ξαφνικό. Ζούμε καθημερινά σαν να περιμένουμε το αιφνίδιο. Αλλά θεωρώ ότι αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα της πανδημίας. Το άγνωστο, βέβαια, είναι σημαντικό γιατί παράλληλα δίνει νόημα στην ανθρώπινη υπόστασή μας.

— Τι είναι αυτό που τροφοδοτεί την περιέργειά μας; Ζείτε συνεχώς με ένα «γιατί»;
Μεγαλώνοντας στο νησί της Κρήτης, από πολύ μικρή ηλικία με γοήτευσε η απεραντοσύνη του Διαστήματος, ειδικά τα βράδια, όταν κοίταζα τον νυχτερινό ουρανό. Από τότε οι ερωτήσεις μου για το σύμπαν είναι συνεχείς. Πάντοτε με έλκυε η γνώση, η τάση για ανακάλυψη και η φύση της πραγματικότητας. Η εξερεύνηση του αγνώστου είναι που δίνει νόημα στην ύπαρξή μου.

*Μηνάς Καφάτος: διακεκριμένος Έλληνας κοσμολόγος και καθηγητής Υπολογιστικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Chapman της Καλιφόρνιας.

Μάγια Αγγέλου*

Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που είπες, θα ξεχάσουν τι έκανες, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται.

*Μάγια Αγγέλου

Αμερικανίδα ποιήτρια, συγγραφέας, ηθοποιός, μουσικός και υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων στις ΗΠΑ. «Εθνικό Θησαυρό» τη χαρακτηρίζουν οι Αμερικανοί.
Το 1951 παντρεύτηκε τον ελληνοαμερικανό ηλεκτρολόγο και επίδοξο μουσικό Τος Άντζελος (Αναστάσιος Αγγελόπουλος), το επίθετο του οποίου υιοθέτησε έκτοτε ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Το Μάγια ήταν το χαϊδευτικό της. Το ζευγάρι έφτιαξε ένα χορευτικό σχήμα, τους «Αλ και Ρίτα», αλλά το 1954 χώρισε, επειδή ο συμπατριώτης μας δεν ήταν αρεστός στη μητέρα της και ο γάμος τους ήταν αταίριαστος για τα ήθη της εποχής.