Η ιστορία του ελβετικού σουγιά

Ο Ελβετικός σουγιάς είναι ένα πολυεργαλείο, ελβετικής επινοήσεως, για στρατιωτική και πολιτική χρήση.

Το 1891 ο ελβετός επιχειρηματίας Καρλ Έλσενερ, ιδιοκτήτης εταιρείας που κατασκεύαζε ιατρικά εργαλεία, διαπίστωσε ότι οι σουγιάδες που χρησιμοποιούσε ο ελβετικός στρατός ήταν γερμανικής προέλευσης. Στην εποχή των εθνικισμών, θίχτηκε το ελβετικό του φιλότιμο και αποφάσισε να γίνει αυτός ο προμηθευτής του ελβετικού στρατού. Έπρεπε, όμως, να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό από τους Γερμανούς για να πάρει τη δουλειά. Κατασκεύασε, λοιπόν, ένα σουγιά με ξύλινη θήκη, που μέσα του χωρούσε όχι μόνο η λάμα του μαχαιριού, αλλά και κατσαβίδι, ανοιχτήρι κονσερβών και τρυπητήρι. Το πολυεργαλείο αυτό άρεσε στους ελβετούς στρατηγούς και γρήγορα αποτέλεσε στρατιωτικό εξάρτημα.

Ο Έλσενερ δεν έμεινε ικανοποιημένος από το δημιούργημά του και το 1896 το εμπλούτισε με δεύτερη λάμα, ανοιχτήρι μπουκαλιών (τιρμπουσόν) και ψαλιδάκι. Τον επόμενο χρόνο (12 Ιουνίου 1897) έσπευσε να κατοχυρώσει την εφεύρεσή του, με σήμα την ασπίδα και τον ελβετικό σταυρό στο κέντρο της, αφού στην αγορά είχε εισέλθει και άλλος ανταγωνιστής. Η εταιρεία του ονομάστηκε Βικτόρινοξ (Victorinox), από το όνομα της μητέρας του (Βικτώρια) και τα γαλλικά αρχικά inox για τον ανοξείδωτο χάλυβα (acer inoxydable). Η ανταγωνίστρια εταιρεία ονομαζόταν Βένγκερ (Wenger) από το όνομα του ιδιοκτήτη της.

Η ελβετική κυβέρνηση ενθάρρυνε την ύπαρξη των δύο εταιρειών, που σήμαινε ανταγωνισμό και καλύτερες τιμές για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Το 2006 η Βικτόρινοξ εξαγόρασε τη Βένγκερ κι έγινε η μόνη παραγωγός του πολυσουγιά στην Ελβετία, χωρίς να καταστεί μονοπώλιο, αφού υπάρχουν και άλλες εταιρείες στον κόσμο που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό. Κάθε χρόνο η Βικτόρινοξ προμηθεύει με 50.000 κομμάτια τον ελβετικό στρατό και η λοιπή παραγωγή της διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο.

Με την πάροδο του χρόνου, ο ελβετικός σουγιάς εξελίχθηκε σημαντικά, με αποκορύφωμα τη συλλεκτική έκδοση του 2007, που περιλαμβάνει 85 εργαλεία για 110 χρήσεις στην τιμή των 1.200 δολαρίων. Σήμερα, ένας ελβετικός σουγιάς περιλαμβάνει, εκτός των κλασικών του εργαλείων, ψηφιακό ρολόι, ψηφιακό αλτίμετρο, μνήμη φλας και δυνατότητα αναπαραγωγής αρχείων mp3. Θεωρείται σχεδιαστικό αριστούργημα και εκτίθεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ) και στο Μουσείο Εφαρμοσμένης Τέχνης του Μονάχου.


Πηγή: https://www.sansimera.gr

Στο κάμπινγκ (διήγημα)

της Βίκυς Τσελεπίδου

Ήμασταν διακοπές. Σ’ ένα κάμπινγκ. Πήγαιναν κάθε χρόνο στο ίδιο κάμπινγκ οι θείοι και τα ξαδέρφια μου, έδιναν ραντεβού εκεί με κάτι φίλους τους, μια οικογένεια απ’ την άλλη άκρη της Ελλάδας, εκείνο το καλοκαίρι με πήραν κι εμένα μαζί. Είχαν οι φίλοι τους δύο κοριτσάκια, το ένα στην ηλικία μας, τη δική μου και του ξαδέρφου μου, Στέλλα την έλεγαν, την Στέλλα. Γύρω στα δέκα εμείς, τ’ αδέρφια τους τέσσερα πέντε χρόνια μικρότερα, ούτε που τα υπολογίζαμε. Το μόνο που μας ένοιαζε τότε εμάς ήταν η μπάλα, η μπάλα κι η μπάλα, όποιος δεν έπαιζε μπάλα ήταν εχθρός, τα κορίτσια λοιπόν όλα εχθροί μας.

Όμως η Στέλλα έπαιζε. Την κλοτσούσε ανάμεσα στα πεύκα που είχαμε ορίσει για τέρμα και σε βάραγε στο καλάμι για να σου την κλέψει κι έκανε τέλος πάντων ό,τι κάναμε κι εμείς, στα άουτ την πέταγε απ’ τη γραμμή με τα χέρια, στα κόρνερ τη χτυπούσε δυνατά με τα πόδια, ίδρωνε η πλάτη της, κοκκίνιζαν τα μάγουλά της, έπεφτε και δεν έκλαιγε, δεν φώναζε με το παραμικρό τους μεγάλους στους καβγάδες, κυνηγητό, κρυφτό, μακροβούτια, γέλια και πλάκες μέχρι αργά το βράδυ, δεν πείραζε τελικά και τόσο που ήταν κορίτσι.

Με τα παγωτά στο χέρι ένα πρωί έξω απ’ το κυλικείο -μόλις είχαμε ρίξει και το τελευταίο εικοσάρικο της ημέρας, στο bubble αυτή, στο pacman εγώ, ως το τέλος των διακοπών έπρεπε εξάπαντος να τα τερματίζαμε- μου καρφώθηκε εμένα να κάνω αυτό για να την εντυπωσιάσω, ν’ ανέβω στο στενό πεζούλι κι ισορροπώντας στο ένα πόδι ν’ ανοίξω τα χέρια διάπλατα, κι άλλο κι άλλο, μέχρι που έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα, έπεσε μαζί και το παγωτό κάτω.

Είπε τότε η Στέλλα να μοιραστούμε το δικό της, αρχίσαμε λοιπόν ταυτόχρονα να γλείφουμε τον πύραυλό της κάνοντας αγώνα ποιος θα γλείψει απ’ την πλευρά του πιο γρήγορα, το στόμα, τα μούτρα μας γέμισαν σοκολάτες. Έβγαλε την γλώσσα και με κυκλικές κινήσεις μάζεψε προσεχτικά το λιωμένο παγωτό γύρω απ’ τα χείλη, έκανα κι εγώ το ίδιο αντιγράφοντάς την, ώσπου γυρίζει μου λέει «Ουου, έχεις ακόμα κι εδώ κι εδώ» δείχνοντας με το δάχτυλο στο μάγουλό μου, μα η γλώσσα μου, όσο κι αν το προσπαθούσα, δεν έφτανε ως εκεί και δώσ’ του αυτή να ξεκαρδίζεται με τις γκριμάτσες που έπαιρνα. «Κάτσε να σ’ τα μαζέψω εγώ» μου λέει και μου έγλειψε κάπως το μάγουλο με την άκρη της γλώσσας της. Ήμασταν τώρα κι οι δυο καθαροί, πεντακάθαροι, κι έτοιμοι για το πρώτο ματς της ημέρας, ο ξάδερφος μόνος του όλη αυτή την ώρα έκανε προπόνηση στα σουτάκια, σημάδευε το άδειο τέρμα, έτρεχε έπιανε την μπάλα, την έστηνε και ξανασημάδευε, εγώ εκτός από καθαρός, πλέον και βαριά ερωτοχτυπημένος.

Προσπαθούσα να ξυπνάω πρώτος τις επόμενες μέρες, πήγαινα κάθε πρωί κι άφηνα έξω απ’ την σκηνή της ένα λουλούδι, κι αν με παίρνανε χαμπάρι ούτε που μ’ ένοιαζε. Μια μέρα που καθόμασταν πάλι μαζί στα βραχάκια κι ετοιμαζόμουνα να της πω αν ήθελε στο μέλλον να παντρευόμασταν, πρόλαβε πρώτη αυτή και μου είπε «Μη μου ξαναφέρεις λουλούδι, δεν τα κάνω κάτι, τα πετάω μετά». «Το λες γιατί είναι κρίμα; Γιατί τα λυπάσαι που τα κόβω;» τη ρώτησα γεμάτος ελπίδα. «Όχι, το λέω γιατί αυτά είναι φλώρικα και δε μ’ αρέσουν». «Δηλαδή με θεωρείς φλώρο; Δε θα με παντρευόσουνα;» «Όχι» είπε και σηκώθηκε, «Θες να πάμε για βουτιές;» με ρώτησε.

Αντί για βουτιές τράβηξα μόνος ως την άλλη άκρη της παραλίας, ξάπλωσα στην άμμο και κοιτούσα πόση ώρα μια τον ουρανό, μια την θάλασσα. Τους βρήκα στο δασάκι όταν γύρισα, τον ξάδερφό μου να ξεκοιλιάζει έναν βάτραχο. Κρατούσε στο χέρι του ένα στραβό ξύλο και του ανακάτευε τα εντόσθια. Η Στέλλα από δίπλα τον κοιτούσε με θαυμασμό. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο και ξέρασα, μπορεί να με είχε βαρέσει κι ο ήλιος. Σκέφτηκα ότι αν μια μέρα διάλεγε αυτόν για άντρα της θα τους ξεκοίλιαζα και τους δύο. Με μαχαίρι κανονικό, όχι με ξύλο, παλούκι και χαζά.

Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και το μεσημέρι που μας έβαζαν με το ζόρι για ύπνο τον ρώτησα μες στη σκηνή «Θες να την παντρευτείς;» «Ποια, τη Στέλλα;» «Ναι» του λέω «τη Στέλλα». «Τη Στέλλα που παίζει όλη μέρα με τ’ αγόρια μπάλα, πας καλά;» Πήρα ανάσα, γέλασα, «Πλάκα έκανα» του είπα και παραβιάζοντας το πρωτόκολλο κατέβασα το φερμουάρ της σκηνής κι έτρεξα με φόρα κατά το δασάκι.

Έκοψα ένα από κείνα τα λουλουδάκια. Κάπου πεταμένο στο χώμα, στη λακκούβα που είχαν σκάψει πρωτύτερα με τα χέρια τους για να ρίξουνε μέσα τον βάτραχο, ήταν και το φονικό ξύλο. Έψαξα το βρήκα, το σήκωσα με τα δυο μου δάχτυλα από τη μια του άκρη, η άλλη μες στα αίματα. Με κλειστά τα μάτια το έπιασα καλά καλά στη χούφτα μου και το ζούπηξα και τρεις και τέσσερις και πέντε φορές στον βάτραχο, σε ό,τι είχε μείνει από αυτόν, το γυρόφερνα μπρος πίσω, πάνω κάτω στα υπολείμματά του, το γέμισα όλο γλίτσα κι αίμα.

Ντάλα μεσημέρι, τα τζιτζίκια να ξελαρυγγιάζονται, οι μεγάλοι να κοιμούνται, οι μικροί να κάνουν πως κοιμούνται, πήγα ακροπατώντας κι άφησα το κίτρινο λουλουδάκι έξω ακριβώς απ’ την σκηνή της, αυτή τη φορά με το ξύλο πάνω στο ασθενικό κοτσάνι, μη τυχόν κι ερχόταν κάνα ξαφνικό αεράκι από την θάλασσα και πέταγε το λουλούδι της μακριά.

Πηγή: Βίκυ Τσελεπίδου/oanagnostis.gr

Οδυσσέας Ελύτης

Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!
Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996, Ποιητής, Νόμπελ 1979

Σαν σήμερα (11/6/1955)

Αίμα και θρήνος στο Λε Μαν

Στις 11 Ιουνίου 1955 συνέβη το χειρότερο δυστύχημα σε αγώνες αυτοκινήτου, κατά τη διάρκεια των 24 Ωρών του Λε Μαν. 83 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Οι 24 Ώρες του Λε Μαν είναι ένας από τους διασημότερους αγώνες αυτοκινήτου παγκοσμίως. Διεξάγεται ανελλιπώς κάθε χρόνο από το 1923 στη γαλλική πόλη Λε Μαν (Le Mans), σε μια διαδρομή μήκους 13,5 χιλιομέτρων, η οποία αποτελείται από την πίστα της περιοχής και τμήματα δρόμων που κλείνουν για την περίσταση. Είναι αγώνας αντοχής, καθώς διαρκεί 24 ώρες και λαμβάνουν μέρος αυτοκίνητα διαφόρων κατηγοριών, από πρωτότυπα έως τουρισμού. Στην αρχή, το κάθε αυτοκίνητο είχε έναν οδηγό, ο οποίος έπρεπε να καλύψει μόνος του όλο τον αγώνα. Αργότερα, οι οδηγοί έγιναν δύο και στις μέρες μας τρεις.

Ο αγώνας του 1955 ήταν προγραμματισμένος για τις 11 και 12 Ιουνίου και «μετρούσε» στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σπορ Αυτοκινήτων. Η εκκίνηση δόθηκε στις 4 το απόγευμα της 11ης Ιουνίου, ενώπιον 500.000 θεατών. Τα αυτοκίνητα που θα πρωταγωνιστούσαν ήταν οι Μερσέντες, Τζάγκιουαρ, Μαζεράτι, Φεράρι και Άστον Μάρτιν, αλλά όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα στη νέα Mercedes-Benz 300 SLR, το σασί της οποίας ήταν κατασκευασμένο από μαγνήσιο για λιγότερο βάρος και καλύτερες επιδόσεις. Τα τρία αυτοκίνητα οδηγούσαν τα δίδυμα των Πιερ Λεβέγκ και Τζον Φιτς, Χουάν Μανουέλ Φάνχιο και Στίρλινγκ Μος (θρυλικά ονόματα της Φόρμουλα 1), Καρλ Κλινγκ και Αντρέ Σιμόν.

Το φοβερό δυστύχημα έγινε στις 6:26 το απόγευμα και ενεπλάκησαν τέσσερα αυτοκίνητα. Όλα ξεκίνησαν από τον προπορευόμενο Μάικ Χόθορν, που οδηγώντας μια Jaguar D-Type έλαβε την εντολή να μπει στα πιτς. Μόλις είχε περάσει ένα πιο αργό αυτοκίνητο, την Austin-Healy 100 του Λανς Μακλίν, όταν φρέναρε σχεδόν απότομα για να μπει στα πιτς. Το αυτοκίνητο του Μακλίν λοξοδρόμησε για να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά δεν πρόσεξε ότι από πίσω του έρχονταν δύο γρηγορότερα αυτοκίνητα, οι Mercedes-Benz 300 SLR των Φάνχιο και Λεβέγκ. Ο Φάνχιο ήταν στη δεύτερη θέση του αγώνα και προσπαθούσε να ντουμπλάρει τον Λεβέγκ. Ο Γάλλος εγκλωβίστηκε και δεν είχε χρόνο να αντιδράσει. Η Μερσέντες του χτύπησε από πίσω την Austin-Healy 100 του Λανς Μακλίν και απογειώθηκε.Αφού διέγραψε μια θεαματική τροχιά στον αέρα, χτύπησε στις μπαριέρες της αριστερής πλευράς της πίστας, έπιασε φωτιά και στην κυριολεξία διαλύθηκε. Φλεγόμενα τμήματα του αυτοκινήτου έπεσαν στο πλήθος, ανάμεσά τους και η μηχανή, που ήταν μια σκέτη βόμβα, σύμφωνα με την περιγραφή ενός αυτόπτη μάρτυρα. Και σαν μην έφτανε αυτό, οι πυροσβέστες προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου με λάθος υγρό. Χρησιμοποίησαν μόνο νερό, προκαλώντας νέα έκρηξη.

Από το σκηνικό αυτό που θύμιζε Κόλαση του Δάντη σκοτώθηκαν 82 θεατές, ενώ από τα συντρίμμια της Μερσέντες ανασύρθηκε ό,τι είχε απομείνει από το σώμα του γάλλου πιλότου Πιερ Λεβέργκ. Εν τω μεταξύ, η Austin-Healy του Λανς Μακλίν, που δέχτηκε το χτύπημα της Μερσέντες του Λεβέγκ, προσέκρουσε με τη σειρά της στις μπαριέρες, προτού επιστρέψει ακυβέρνητη στη πίστα. Ένας ακόμη θεατής έχασε τη ζωή του, ενώ ο ΜακΛίν σώθηκε. Έτσι, ο συνολικός απολογισμός του δυστυχήματος ήταν 84 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες.

Ο αγώνας συνεχίσθηκε με απόφαση των διοργανωτών, για να δώσουν την ευκαιρία στα σωστικά συνεργεία να συνεχίσουν απρόσκοπτα το έργο τους και να μην προκληθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους από τους αποχωρούντες θεατές. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν ο αριθμός των θυμάτων είχε πλέον επιβεβαιωθεί, η Μερσέντες, που προηγείτο με τον Φάνχιο στον αγώνα, αποφάσισε να αποσύρει τα αυτοκίνητά της, σε ένδειξη σεβασμού στη μνήμη των νεκρών. Επέστρεψε στην αγωνιστική δράση χρόνια αργότερα. Οι άλλες ομάδες συνέχισαν τον αγώνα και νικητής αναδείχθηκε το απόγευμα της επομένης μέρας ο άγγλος Μάικ Χόθορν, ο άνθρωπος από τον οποίο είχε ξεκινήσει η φοβερή καταστροφή. Εναντίον του δεν προέκυψε καμία ευθύνη, καθώς η ερευνητική επιτροπή που συστήθηκε γι’ αυτό το σκοπό κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα έγιναν σύμφωνα με την αγωνιστική πρακτική.

Ο θάνατος τόσων πολλών ανθρώπων, εξαιτίας της έλλειψης μέτρων ασφαλείας, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην Ευρώπη, που έφθασαν μέχρι την απαγόρευση αγώνων σε πίστα στη Γαλλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και άλλες χώρες, μέχρι να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Μάλιστα, στην Ελβετία η απαγόρευση ήρθη μόλις την 1η Ιουνίου 2007, με απόφαση της Βουλής


Πηγή: https://www.sansimera.gr/