
αγάπη..
Γιωσαφάτ*:
«Αγάπη είναι να μην περιμένεις να πάρεις αλλά να θες να δώσεις, χωρίς αντάλλαγμα..»
*Έλληνας ψυχαναλυτής, εβραϊκής καταγωγής. Ήταν ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του είδους του στην Ελλάδα.
η πόζα τοθ κριαριού!

Δεν αρκεί να γνωρίζεις…
Για να γίνεις επιτυχημένος πρέπει να είσαι άνθρωπος της δράσης. Το να «γνωρίζεις» δεν είναι αρκετό. Είναι απαραίτητο και να γνωρίζουμε και να ενεργούμε..
Ναπόλεον Χιλ, 1883-1970

έργα!

Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του δάσκαλου και ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ (1817-1897) και της Γκιουλώς Μοραΐτη (1822-1896). Έτσι, ο νεαρός Αλέξανδρος μεγάλωσε μέσα σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και θρησκευτικότητα.
Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος
Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α και Β τάξιν. Την Γ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικὴν Σχολήν, όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τα ξένας γλώσσας.
Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.
Αύριο το Ράλλυ Βοιωτίας: Το πρόγραμμα

Ράλλυ Βοιωτίας: Το πρόγραμμα
. Το πρώτο αγωνιστικό αυτοκίνητο θα φύγει από το Service Park που θα βρίσκεται στο χωριό Σκούρτα στις 10:00 το πρωί της Κυριακής 5 Μαρτίου, προκειμένου να κατευθυνθεί στην ειδική διαδρομή Δαφνούλα (10:23) και εν συνεχεία στην ειδική διαδρομή Σκούρτα (11:06). Έπειτα από το 30λεπτο μεσημεριανό Service, τα πληρώματα θα διέλθουν για δεύτερη φορά από τις ειδικές διαδρομές Δαφνούλα (12:49) και Σκούρτα (13:29). Ο τερματισμός του 3ου Ράλλυ Βοιωτίας είναι προγραμματισμένος να πραγματοποιηθεί στις 13:52. Στο Πολιτιστικό Κέντρο των Σκούρτων θα διεξαχθούν οι απονομές των επάθλων.
Σημαντικό: Οι αναγνωρίσεις της διαδρομής θα γίνονται μέχρι το Σάββατο 4 Μαρτίου (έως τη δύση του ηλίου) με ελεύθερο αριθμό περασμάτων. Τονίζεται ότι η οδήγηση κατά τη διάρκεια των αναγνωρίσεων πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Κ.Ο.Κ. και να μην ενοχλούνται οι κάτοικοι της περιοχής. Απαγορεύεται, με απόφαση της οργανωτικής επιτροπής του αγώνα, η οδήγηση κατά τη διάρκεια των αναγνωρίσεων στις ειδικές διαδρομές με ανάποδη φορά από αυτή του αγώνα.
Η Γραμματεία θα λειτουργεί στα γραφεία του Σωματείου ΕΛ.Λ.Α.Δ.Α. (Κύπρου 76, Περιστέρι) έως το Σάββατο 4 Μαρτίου και την ημέρα του αγώνα, θα εδράζεται στο Πολιτιστικό Κέντρο Σκούρτων απέναντι από το γήπεδο.
Οι οργανωτές θέλουν να ευχαριστήσουν τον Δήμο Τανάγρας, την Κοινότητα Σκούρτων, την Αστυνομική Διεύθυνση Βοιωτίας, την Πυροσβεστική Υπηρεσία Οινοφύτων, καθώς και την Nissan Χαλκιάς που στηρίζουν με κάθε τρόπο το 3ο Ράλλυ Βοιωτίας.
Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στο siteτου Σωματείου ΕΛ.Λ.Α.Δ.Α., ενώ Διαδραστικό χάρτη του αγώνα μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ.
«Να μη βαρεθείς ποτέ τη ζωή σου»
Ελένη Άρβελερ:
Τέλος μίλησε και για την βιοθεωρία της, η οποία παρά τα 97 της χρόνια, την έχει κάνει να ζει γεμάτη όρεξη και να μη λέει ποτέ «όχι» σε νέες εμπειρίες, γνώσεις και στόχους.
«Το μυστικό είναι απλό να μη βαρεθείς ποτέ τη ζωή σου. Να έχεις πάντα έναν στόχο. Και όπου υπάρχει ένα θέλω υπάρχει πάντα ένα. Μπορώ αυτό να μην το ξεχνάς ποτέ. Οπότε λέω ότι είμαι ενενήντα επτά χρονών, αλλά δεν το νιώθω. Δεν το νιώθω»,
παράθυρο στον αμπελώνα!

Σωτήρης Δημητρίου: Απών(διήγημα)
Πηγή:planodion.gr

Σωτήρης Δημητρίου
ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ξεκίνησε καὶ βρέθηκε νὰ σκουπίζει τήν Τούσα Μπότσαρη, Νότη καὶ Μάρκου Μπότσαρη καὶ κάτι Ἀνδρούτσους στὸ Κουκάκι. Ὁ πρόεδρος τοῦ χωριοῦ τοῦ ‘πε «εἶσαι ἐθνικόφρων, θὰ σὲ πάρουν». Παρουσιάστηκε στὴν ἐπιτροπή, ξεβρακώθηκε καὶ κάτι ξένοι τοῦ ἄνοιξαν μὲ χάρακα τὸ στόμα καὶ κοίταξαν τὰ δόντια του. Ἄκουσαν τὴν καρδιά του, τὸν πέρασαν ἀπὸ ἀκτίνες καὶ τέλος τὸν ἀπέρριψαν.
Ἦταν τσίμα-τσίμα καὶ στὴν ἡλικία.
«Εἶμαι ἐθνικόφρων» τόλμησε νὰ ψελλίσει καὶ πῆρε κατσούφης τοὺς δρόμους.
Πῶς νὰ γυρίσει πίσω! Ἐκεῖ, μόλις νύχτωνε, ἔπεφταν τὰ βουνὰ κι ἡ βουβαμάρα νὰ σὲ πλακώσουν.
Τὰ λαμπόγυαλα γιόμιζαν τὰ πρόσωπα ἴσκιους καὶ λύπη.
Τὸ καφενεῖο καὶ τὸ οὖζο τὸν περίμεναν. Μεροκάματο στὴ χάση καὶ στὴ φέξη, ὅταν κάνας ὁμογενὴς ἀπ’ τὴν Ἀμερικὴ ἔφτιαχνε, στὰ γύρω χωριά, ἐκκλησία γιὰ τὴν ψυχή του.
Καὶ ποιός ἀκούει τὶς κοροϊδίες, ποὺ τὸν ἔβγαλαν ἄχρηστο οἱ Γερμαναράδες!
Πῆγε στὸ βουλευτή. Εἶχαν κοινοὺς γνωστούς, τοῦ ‘πε πὼς εἶναι καὶ ἐθνικόφρων.
Βρέθηκε δουλειὰ στὸ Δῆμο. Ὁδοκαθαριστής. Δὲν τοῦ ‘ρθε καλὰ ἀλλά, ὅπως τοῦ ‘πε καὶ τὸ τσιράκι τοῦ βουλευτῆ, «μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει…» Τοῦ ‘δωσε καὶ συγχαρτήρια κιόλας. Ἄκου πράματα. Συγχαρτήρια γιὰ σκουπιδιάρης.
Τὴν πρώτη μέρα, ν’ ἀνοίξει ἡ γῆ νὰ τὸν καταπιεῖ. Ποῦ ἀκούστηκε, ἄντρας μὲ σκούπα, στοὺς δρόμους! Λούφαξε σ’ ἕνα παρκάκι τοῦ Δήμου.
«Ἐδῶ ‘σαι, ρὲ παλιομαλάκα; Ὧρες σὲ ψάχνω. Γιατί δὲ σκουπίζεις, ρέ;» Ἦταν ὁ ἐπιστάτης του.
«Δὲν εἶμαι καλά, ἀφεντικό.»
«Νὰ πᾶς σπίτι σου, ρέ! Στὰ τσακίδια! Ἢ σκουπίζεις καὶ κάνεις τοὺς δρόμους ἀεροδρόμιο ἢ λέω καὶ σ’ ἀπολύουν. Στὸ διάολο, πρωῒ-πρωΐ, καριόλια!»
Κι ἔφυγε ἀπειλητικός. Παρακάτω κοντοστάθηκε.
«Θὰ ξαναπεράσω. Πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι σου θά ‘μαι. Μαλάκα, ἔ μαλακά!»
Τί νὰ κάνει. Λύσσαγε, μὰ τί νὰ κάνει!
Τὸ βράδυ ἤπιε, ἤπιε, κι ὅλη τὴ νύχτα ἔβλεπε γουρλωμένα τὰ μάτια τοῦ ἐπιστάτη. Τὴν ἄλλη μέρα ἀγόρασε ἕνα στρατιωτικὸ καπέλο ἀγγαρείας —ἀπ’ αὐτὰ μὲ τὸ μεγάλο γεῖσο— καὶ τὸ κατέβασε νὰ τοῦ κρύψει τὰ μάτια, ποὺ τά ‘χε πιὰ μονίμως καρφωμένα στὰ πόδια του, στὰ σκουπίδια. Τόσο τοῦ ‘γινε συνήθεια πού, κι ἐχτὸς δουλειᾶς, δὲν κοίταζε τοὺς ἄλλους στὰ μάτια.
Πάει, τοῦ κόλλησε ἡ ντροπή.
Τρεῖς φορὲς τὴ μέρα πέρναγε ὁ ἐπιστάτης νὰ βάλει ὑπογραφὴ στὴν κάρτα, πὼς εἶναι παρών.
Δὲν ἤξερε γράμματα κι ἔβαζε πλάι στ’ ὄνομά του σταυρό.
Ἡ κάρτα κι ὁ σταυρός, μὲ τὸν καιρό, ἀπέκτησαν στὰ μάτια του μιὰ ἰδιαίτερη δύναμη. Ἦταν τὸ ἀναγκαστικό, ἄρα σπουδαῖο, σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸν ἐπιστάτη, μὲ τὴν ὑπηρεσία. Μετὰ ἀπὸ κάθε σταυρὸ ποὺ ἔβαζε, ἔνιωθε πιὸ σίγουρος.
«Ἄιντε, στοῦρνο! Τέλειωνε» τὸν ἀπόπαιρνε μαλακὰ ὁ ἐπιστάτης. Ὂχ ὀρέ, μόλις τοῦ ‘λεγε κάνα τέτοιο μισογλυκόλογο! Χτύπαγε ἡ καρδιά του.
«Μάλιστα, ἀφεντικό. Μάλιστα. Μάλιστα.»
«Θὰ κάνεις καὶ συντήρηση. Σπιρτόξυλο νὰ μὴ μείνει. Ἄντε, γειά σου.»
«Χαίρετε. Οὔτε σπίρτο. Χαίρετε. Χαίρετε.»
Τοῦ ‘πε καὶ «γειά σου» ὅταν ἔφυγε. Βρέ, βρὲ πράματα. Χαμογελοῦσε γιὰ πολλὴ ὥρα, σκουπίζοντας μ’ ἐπιμέλεια.
Μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο ὁ ἐπιστάτης.
Ἀλλὰ κι ὅταν τὸν ἔβριζε ὅμως, δοκίμαζε μιὰ διαφορετικὴ ταραχὴ – περιέργως, ὄχι δυσάρεστη. Ἔνιωθε ἕρμαιο στὰ χέρια του. Τὸ ἀφεντικό. Τὸ κράτος.
Τὸν θαύμαζε ὅταν τοῦ ‘βαζε τὶς φωνές, χαιρόταν ὅταν τοῦ πέταγε κάνα κόκαλο καλοσύνης, εὐχαριστιόταν καὶ τὸ θεωροῦσε δίκαιο ὅταν τοῦ ‘παιρνε μίζα ἀπ’ τὶς ὑπερωρίες καὶ τὶς Κυριακάδες ποὺ δούλευε.
Ὅλα αὐτὰ τὰ συναισθήματα μούδιαζαν, ἀλάφιαζαν, μερμήγκιαζαν, φόβιζαν, γλύκαιναν τὸ κορμί του. Στὸ σταυρό, ἔφταναν στὴν κορύφωσή τους.
Ὅ,τι ἔβγαζε πιά, τ’ ἀκούμπαγε στὸ οὖζο. Ὅταν ποτίστηκε γιὰ τὰ καλά το κορμί του, ζήταγε καὶ στὴ δουλειά. Ἔπαιρνε μαζί του, σὲ μποτίλια ἐμφιαλωμένου νεροῦ, κι ἔπινε.
Ὁ ἐπιστάτης τὸν σκυλόβριζε, συχνὰ πυκνὰ τὸν ἔδιωχνε καὶ τοῦ ‘κοβε τὸ μεροκάματο, μὰ στὸ τέλος τὸν ἄρχισε στὴν πλάκα.
Ποῦ νὰ χάνει τώρα τὴ μίζα του καὶ ποιός ξέρει ποιό μοῦτρο θὰ ‘ρθεῖ στὴ θέση του! Ἔγινε ὁ καραγκιόζης του. «Ἀντρίκο, μαλακαντρίκο;»
«Διατάξτε, ἀφεντικό.»
«Σοῦ σηκώνεται, ρέ; Σοῦ σηκώνεται;»
Ἔγινε τὸ νούμερο στὴν περιοχή, γιατὶ τρέκλιζε καὶ γιατὶ ἀπ’ τὴν ἀφαγία ἔμεινε πετσὶ καὶ κόκαλο καὶ μονάχα ἡ μύτη του φούσκωνε, σὰν μελιτζάνα.
Τὰ παιδιὰ πετροβόλημα, κι οἱ μεγάλοι: «Σούρα; χῶμα; λιῶμα; Πάλι πορτοκαλάδα ἤπιες, ρέ;»
Μιὰ μέρα ἔπεσε στὸ δρόμο ἀναίσθητος. Τὸν πῆγαν στὸ νοσοκομεῖο. Συκώτι. Βαριὰ μορφή.
Μόλις βγῆκε, ὁ Δῆμος τοῦ ‘δωσε σύνταξη λόγω ἀναπηρίας.
Ἐκεῖ γύρναγε, στὸ Κουκάκι, ἀπὸ καφενεῖο σὲ καφενεῖο.
Ἔνιωθε κι ἀμυδρὰ κάποια προστασία, ἀπ’ τὴν ὑπηρεσία ἀπ’ τὸν ἐπιστάτη. Τὸ χωριὸ τὸ λησμόνησε τελείως. Τὸ κορμί του ζητοῦσε μόνο οὖζο. Οὔτε σχέδια οὔτε ἀναμνήσεις. Οὖζο.
Ὁ ἐπιστάτης ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τὸν περνάει στὴν κάρτα σὰν ἀπόντα, γιὰ ἕνα ἑξάμηνο ἀπ’ τὴ διακοπὴ τῆς δουλειᾶς. Μιὰ μέρα συναντήθηκαν.
«Ἀντρίκο, σοῦ κάνει νιάου, ρέ; Πῶς τὴ βγάζεις, ρὲ σούρα; Τὴ βαρᾶς καθόλου;»
«Ἀφεντικό, νὰ ὑπογράψω. Δώσ’ μου νὰ ὑπογράψω.»
«Γιατί, μὴ χάσεις τὸ μεροκάματο; Ρὲ τὸ μαλάκα! Ξέρεις τί γράφει ἐδῶ, δίπλα στ’ ὄνομά σου; Ἀπών.»
Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του. Ὥστε τὸ ἀφεντικὸ ἔγραφε τ’ ὄνομά του καὶ δίπλα «ἀπών»;
Γιόμισε περηφάνια καὶ σιγουριά. Σὰν τότε ποὺ τοῦ ‘πε ὁ πρόεδρος πὼς εἶναι ἐθνικόφρων.
Νὰ ποὺ τὸν νοιάζονται ἀκόμα! Ἀπὸ κείνη τὴ μέρα πέρναγε ἀπ’ τὸ γραφεῖο τῶν ἐπιστατῶν κάθε πρωΐ, ἄνοιγε δειλὰ τὴν πόρτα κι ἔλεγε:
«Ἀφεντικό, εἶμαι σήμερα ἀπών;»
Ἐκεῖνος τὸν ἔλουζε, γιατὶ τὸν βαρέθηκε.
Καὶ τί δὲν τοῦ ‘λεγε: ποδοπατημένε, ξεφτιλισμένε, μουνόσκυλο. Μὰ ὅσο τοῦ ‘λεγε, τόσο δὲν κουνιόταν καὶ κάπου κάπου ρώταγε:
«Ἀφεντικό, εἶμαι σήμερα ἀπών;»
«Εἶσαι, ρὲ βλάχο! Εἶσαι, ρὲ ἀρχίδι! Ἄ σιχτίρ!»
Τότε φωτιζόταν τὸ πρόσωπό του κι ἐπαναλάμβανε, τονίζοντας κι ἀπολαμβάνοντας τὶς συλλαβές:
«Εἶμαι ἀπών. Εἶμαι ἀπών.»
ΠΗΓΉ: ΝΤΙΆΛΙΘ’ ἼΜ, ΧΡΙΣΤΆΚΗ (ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ, ἘΚΔ. ὝΨΙΛΟΝ, 1987).
ΣΩΤΉΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΊΟΥ (ΠΌΒΛΑ ΘΕΣΠΡΩΤΊΑΣ, 1955). ΔΙΉΓΗΜΑ, ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΑ. ΖΕΙ͂ ΚΑῚ ἘΡΓΆΖΕΤΑΙ ΣΤῊΝ ἈΘΉΝΑ. ΒΙΒΛΊΑ:ΨΗΛΑΦΊΣΕΙΣ (ΠΟΙΉΜΑΤΑ, 1985), ΝΤΙΆΛΙΘ’ ἼΜ, ΧΡΙΣΤΆΚΗ (1987), Ν’ ἈΚΟΎΩ ΚΑΛᾺ Τ’ ὌΝΟΜΑ ΣΟΥ (1993), Ἡ ΣΙΩΠῊ ΤΟΥ͂ ΞΕΡΌΧΟΡΤΟ (2011) Κ.Ἄ.
Η γέφυρα του Κόκκινου ποταμού.

Η γέφυρα που ένωνε τις όχθες του Κόκκινου, παραπόταμου του Μόρνου. Σήμερα είναι σκεπασμένη από τα νερά της λίμνης του Μόρνου.
1965!

Στο Τσούμα Πούσι


