Η Σάρα,η Μαρα και το κακο συναπαντημα

Γράφει ο Πάνος Μπιτσαξής

•Το όνομα Georgia Meloni πιθανόν να μην το έχετε ακούσει ακόμα.Θα το ακούσετε σύντομα αν γίνουν το Σεπτέμβριο εκλογές στην Ιταλία.Πήρε τα αποκαΐδια του φασιστικού κόμματος και το εξωραισε.Του έδωσε «μοντέρνα» εικόνα.Τώρα σαρωνει στις δημοσκοπήσεις με το όνομα του κομματος «Αδέλφια Ιταλοί».Ετσι οι Ιταλοι έχουν ποικιλία.Πέπε Γκριλο πέντε αστέρια και αδέλφια Ιταλοι.Ο Ντράγκι κλονίζεται.Πολλά στελέχη της Μελονι δηλώνουν ότι διάκεινται ευμενώς προς το καθεστώς Μουσολινι.
•Στη Γαλλία ο Μακρον προσπαθεί να κουμαντάρει το κοινοβούλιο της νέας συμμαχίας της Άκρας Δεξιας με την Άκρα Αριστερά.Ασχολείται με αυτή τη μπουρδα που ακουει στο όνομα «σκάνδαλο Uber”.Κάπου διάβασα-μάλλον fake- ότι έχει κατάθλιψη.
•Στην Αγγλία ο Johnson με τη τρέλα του αναμένει τον διάδοχο του στις 5/9.Ο αγων σκληρός ανάμεσα στον Ινδό μαικηνα και την βοηθό ταχυδακτυλουργού.Οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί εντεινουν το αίτημα για δημοψηφισματα ανεξαρτησιας.
•Στις ΗΠΑ και ενώ ο Μπαιντεν είναι στη Τζεντα και συνδιαλέγεται με τον κραταιό διαδοχο του θρόνου-τι ντροπή- το Νοεμβριο το Κογκρεσσο πιθανόν να περάσει στον Τραμπ.Ήδη προετοιμάζεται για τις εκλογές του 24 λέγοντας πως η ζωή αρχίζει στα 80.
•Στη Γερμανία ο Σολτς αδυνατεί να ελέγξει τον ενδεχόμενο ενεργειακό Αρμαγεδδώνα.Η χώρα είναι σε πανικό.
Και ο πόλεμος συνεχίζεται.Το αίμα κρουνός.Ο λαγός του Πούτιν που προσφάτως χώρισε και έχει νεύρα απειλεί και ειρωνεύεται.
Φοβάμαι πως αν συνεχίσουμε έτσι ο αντίπαλος δεν θα είναι ο Πούτιν.Θα είναι η σάρα η μαρα και το κακό συναπάντημα.

Ένα καλοκαιρινό διήγημα

Ένα καλοκαιρινό διήγημα διάλεξα για σήμερα που ο ήλιος καίει, με αναμνήσεις από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης την εποχή που ήταν ακόμα χωριό και τόπος παραθερισμού «αλά παλαιά».

Γεννημένη στο Πανοραμα, η Ελένη Γερασιμίδου (1949) εκτός από γνωστή ηθοποιός είναι και συγγραφέας (εδώ η εργογραφία της) ενώ επίσης έχει και πολιτική δραστηριότητα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ -εξελέγη βουλεύτρια Β’ Θεσσαλονίκης το 2012 και τον Γενάρη του 2015, ενώ είχε εκλεγεί και στις εκλογές του 2019 αλλά παραιτήθηκε. 

Το σύντομο αλλά πολύ καλογραμμένο σημερινό διήγημα προέρχεται από τη συλλογή «To Σινέ Πανόραμα» με 21 διηγήματα για το Πανόραμα των παιδικών χρόνων της συγγραφέα. Το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο

Οι οικογένειες

Το Πανόραμα κάθε καλοκαίρι γέμιζε παραθεριστές. Από την αρχή της άνοιξης ερχόντουσαν οι οικογένειες και ψάχνανε να καπαρώσουν κάποιο σπίτι για τους μήνες του καλοκαιριού. Υπήρχαν και κάνα – δυο μεσίτες, χωρίς γραφεία και άδειες βέβαια, που βοηθούσαν τους Σαλονικιούς να επιλέξουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους.

Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν απ΄ τα καλύτερα τότε. Είχε μεγάλη σάλα, βεράντες μπρος-πίσω και μια ασυναγώνιστη θέα στην πόλη. Οι άνθρωποι που το νοίκιαζαν ήταν επίλεκτα μέλη της σαλονικιώτικης κοινωνίας, με λεφτά και γούστο. Στο κάτω σπίτι που μέναμε εμείς ερχόντουσαν πιο φτωχοί, τίποτα δημόσιοι υπάλληλοι ή μικροβιοτέχνες που νοικιάζανε το ένα δωμάτιο με κουζίνα που διαθέταμε.

Εμείς πηγαίναμε σ΄ ένα διπλανό δωμάτιο που μας παραχωρούσε η γιαγιά. Μας άρεσε που μπαίναν τα ντιβάνια ακόμα πιο στριμωχτά και τα κουζινικά σ΄ ένα τραπέζι όλα. Πλέναμε τα πιάτα έξω στην αυλή, στη βρύση, πάνω σ΄ ένα τραπέζι εκστρατείας. Μετακομίζαμε κάθε καλοκαίρι με το που έκλειναν τα σχολεία και ξανά το φθινόπωρο που άνοιγαν. Το πανηγύρι γινόταν τον Ιούνιο που άρχιζαν να έρχονται οι πρώτοι παραθεριστές.

Εμείς τη στήναμε στη στροφή, στο ύψωμα όπου τώρα είναι το Ηρώον, και περιμέναμε. Από μακριά βλέπαμε το φορτηγό. Ο πρώτος που το έβλεπε φώναζε : «Οικογένεια! Οικογένεια!»

Σε λίγο το φορτηγό πλησίαζε αγκομαχώντας και μεις κάναμε εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του παραθεριστή απ΄ τα τσουμπλέκια που είχε φορτώσει μαζί του για τις διακοπές. Αν είχε παγωνιέρα ή ψυγείο, αν έφερνε ντιβάνια με στρώματα ή ράντζα εκστρατείας. Τρέχαμε πίσω απ΄ το φορτηγό να δούμε πού θα ξεφορτώσει. Εκεί γινόντουσαν και οι πρώτες γνωριμίες με κάτι ασθενικά παιδάκια, χλωμά απ’ την αδενοπάθεια, που μας φάνταζαν ακατάδεκταּ αλλά τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θλιμμένα ήταν.

Στις επόμενες μέρες ξεκαθαρίζαμε τις σχέσεις μας. Γινόντουσαν φιλίες που κρατούσαν πολλά συνεχόμενα καλοκαίρια ή μια ολόκληρη ζωή. Μας φέρναν συνήθειες απ΄ τη ζωή στην πόλη. Τους μαθαίναμε να σκαρφαλώνουν στα δέντρα, να περπατάνε ξυπόλητα χωρίς να τους ενοχλούν τα χαλίκια και τ’ αγκάθια, να κλέβουν σύκα απ΄ τα χωράφια και να γεμίζουν τα καλάθια για το ρετσέλι.

Τα ρετσέλια τα έψηναν οι γιαγιάδες μας σε κάτι μεγάλες λεκάνες χάλκινες πάνω σε φωτιές που ανάβαμε στην αυλή. Αυτό ήταν το μεγάλο μας πανηγύρι. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πέτρες τετράγωνες ή χοντρά τούβλα, ανάβαμε μια δυνατή φωτιά.

Πάνω στα τούβλα έμπαινε η λεκάνη με τα ώριμα σύκα και τη ζάχαρη. Όταν άρχιζε να ψήνεται το ρετσέλι, μοσχοβολούσε ο τόπος. Εμείς τροφοδοτούσαμε τη φωτιά. Τα παραθεριστάκια παίρναν μέρος μαγεμένα και κοκκίνιζαν τα χλωμά μαγουλάκια τους. Ο καπνός έκανε τα μάτια μας να δακρύζουν. Για να τον αποφύγουμε αλλάζαμε θέσεις κι ο καπνός μάς ακολουθούσε. Η γιαγιά μου μάς καθησύχαζε :

— Στις όμορφες πάει ο καπνός.

Εγώ ήξερα πια – απ΄ τις μπουγάδες που βάζαμε με τον ίδιο τρόπο – ότι αυτό ήταν το γοητευτικό ψέμα της γιαγιάς μου. Οι φίλες μου του καλοκαιριού όμως το πίστευαν και δώστου να φουντώνουν τη φωτιά με κλαδιά του πεύκου που έβγαζε και τον πιο πολύ καπνό.

Τότε όλ’ αυτά τα παιδιά που μπορούσαν να παραθερίζουν μας φαινόντουσαν πλούσια. Ήταν που είχαν φρέσκο βούτυρο στο ψωμί τους, ψητό μπιφτέκι, γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου, έπιναν κακάο και προπάντων όλ’ αυτά τα υπέροχα εδέσματα τα τρώγαν με το ζόρι.

Τα κυνηγούσαν οι μάνες τους μ’ ένα πιάτο απ’ το πρωί και τα παρακαλούσαν να φάνε. Αυτά βάζανε μια μπουκιά στο στόμα και δεν την καταπίνανε για ώρες. Μ’ αυτό τον τρόπο κάναν την επανάστασή τους κατά της υποχρεωτικής σίτισης που τους επιβαλλόταν.

Οι μανάδες στην απελπισία τους γινόντουσαν σκληρές με μας που ξερογλειφόμασταν απορημένα πάνω απ΄ το γεμάτο πιάτο που αρνιόταν το βλαστάρι τους.

— Φάε, αγάπη μου! Αλλιώς θα το δώσω στην Ελενίτσα.

Άνοιγα εγώ το στόμα μου να πάρω την μπουκίτσα με το βούτυρο και τη μαρμελάδα φράουλα που με τρέλαινε αλλά το χέρι της μάνας είχε άλλη κατεύθυνση.

Εμείς ξεροκαταπίναμε και φεύγαμε περήφανα, όταν αντιλαμβανόμασταν τους όρους του παιχνιδιού.

Ο Χάρης όμως φέρθηκε πιο ξύπνια και μάγκικα απ΄ όλους. Το ΄πε μια η κυρία, το ΄πε δυο : «Φάε μωρό μου, αλλιώς θα τη δώσω την κρέμα στο Χαρούλη», αρπάζει κι ο Χαρούλης το πιάτο με την κρέμα και το ασημένιο κουταλάκι κι από δω παν κι άλλοι.

Έκλαιγε μετά η κυρία να της επιστρέψει τουλάχιστον το ασημένιο κουταλάκι. Μια άλλη χρησιμοποίησε το μεγάλο μέσον, τον τρελό του χωριού τον Αναστάση. Περνούσε ο Αναστάσης γελαστός – κανένας δεν τον φοβόταν – κι η κυρία φώναξε για να φοβίσει το παιδί.

— Πες του, βρε Αναστάση, να φάει.

Το κοιτάει ο Αναστάσης τρυφερά το παιδάκι και του λέει :

— Φάε, γαμώ τη μάνα σ’, φάε!

Αργότερα ανακαλύψαμε ότι όλοι αυτοί που εμείς νομίζαμε για πλούσιους ήταν μισθοσυντήρητοι άνθρωποι. Χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, μαζεύανε τις οικονομίες τους για να κάνει το παιδί τους τρεις μήνες στην εξοχή μας και να συνέλθει απ’ την αδενοπάθεια που τότε ήταν στο φόρτε της.

Τους συγχωρήσαμε τα πάντα και τους λυπηθήκαμε. Εμείς είχαμε τον καθαρό αέρα μας και την ακόρεστη όρεξή μας. Εμάς μας κυνηγούσαν να μη φάμε. Μ’ έστελνε η μάνα μου να πάρω πέντε δραχμές βούτυρο φαγητού (έτσι λέγαμε τότε τη «Φυτίνη») να μαγειρέψει. Μου έβαζε ο μπακάλης μια σπατουλιά στο λαδόχαρτο.

Στο σπίτι το περιλαβαίναμε με το Γιώργο και την Αναστασία μας, το αλείφαμε στο ψωμί, το πασπαλίζαμε μ’ αλάτι και γλεντούσαμε μια χαρά. Ερχόταν η μάνα μου, δεν είχε με τι να μαγειρέψει, στενοχωριόταν.

Βρέχαμε το ψωμί, το βουτούσαμε στη ζάχαρη. Πήγαινε η μάνα μου να κεράσει καφέ το μουσαφίρη, μέσα στο ψίχουλο ο καφές, ντρεπόταν.

Φώναζε ο πατέρας για τη λαιμαργία μας, μας μάλωνε κιόλας. Όπου κι αν κρύβανε το γλυκό του κουταλιού θα το βρίσκαμε.

Οι παραθερίστριες απελπιζόντουσαν με τα παιδιά τους που δεν έτρωγαν, οι δικές μας απελπιζόντουσαν που τρώγαμε.

Οι οικογένειες τα μάζευαν στο τέλος του καλοκαιριού και φορτώνανε πάλι στα φορτηγά.

Αποχαιρετιόμασταν με συγκίνηση εκατέρωθεν και υποσχέσεις για το επόμενο καλοκαίρι. Κανείς δεν είχε  όρεξη να τρέξει πίσω απ΄ το φορτηγό να φωνάξει «Οικογένεια! Οικογένεια!»

Όταν χανόντουσαν απ΄ τα μάτια μας, μπαίναμε στα άδεια δωμάτια και τα ψάχναμε. Όλο και κάτι μας άφηναν. Μια ξεμαλλιασμένη σκούπα, ένα κουτάκι κρέμα «NIVEA», ένα μισολειωμένο μοσχοσάπουνο «ΕΡΜΗΣ», άδεια μπουκάλια μπύρας «FIX», καμιά σκασμένη μπάλα.

Κάποιοι άφησαν ένα προφυλακτικό. Ο Γιώργος με την Αναστασία το φούσκωσαν και παίζανε. Τους είδε η γιαγιά μου και φώναζε :

— Ούι ανάθεμά σας. Ατά σα λιλία τουν βάλνα τα.
Που σ΄ ελεύθερη μετάφραση σημαίνει :
— Κακό χρόνο να ΄χετε! Αυτά τα βάζουν στα πουλιά τους!

Ο Γιώργος άρχισε να τρέχει με το φουσκωμένο προφυλακτικό παροτρύνοντας την Αναστασία :

— Τρέχα, Αναστασία, τρέχα! Ψέματα λέει για να μας το πάρει το μπαλόνι.

Έφευγαν λοιπόν οι οικογένειες και μεις ξαναμπαίναμε στο σπίτι μας, τινάζαμε τα μπουριά απ΄ τις σόμπες, μπαίναν στη μέση τα μαγκάλια για τις πρώτες ψυχρούλες.

Το σπίτι άρχιζε να μυρίζει τετραδίλα και ξυσίδια απ’ τα μολύβια. Η γιαγιά γυρνούσε τ’ απογεύματα φορτωμένη στην πλάτη πουρναρόξυλα με το Φρέντυ πιστό ακόλουθο.

Τα τετράδια γέμιζαν λαδιές πάνω στο τραπέζι πολλαπλών χρήσεων της κουζίνας.

Οι οικογένειες είχαν φύγει, η οικογένεια μαζευόταν στα δικά της ξανά ν’ αντιμετωπίσει το χειμώνα.-

Από τη συλλογή 21 διηγημάτων «Το Σινέ ‘’Πανόραμα’’» (Περίπλους χ.χ.), σελίδες 31-35.

Πηγή: sarantakos.Wordpress.com

Κωμική τραγωδία!

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας

Σου λέει κι ο άλλος. Ζούμε στην εποχή των social media, γιατί να χάνουμε χρόνο με συμβατικές μεθόδους προβολής της καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας, όταν με μια “εξυπνάδα” που θα γίνει viral μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση ακόμη και σε κοινά που ποτέ τους δεν θα έδιναν σημασία π.χ. σε μια παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Κάπως έτσι λοιπόν πρέπει να σκέφτηκε κι ο δημοφιλής ηθοποιός που παρά τις δεκαετίες καριέρας και την αναγνώριση από το κοινό, ένιωσε την ανάγκη να μπει στη διαδικασία της πρόκλησης για λίγα λεπτά παραπάνω μαζικής δημοσιότητας.

Από την έκφραση του, στη φωτογραφία που κυκλοφόρησε, φαίνεται ότι απολαμβάνει ιδιαίτερα την πράξη του κι αισθάνεται ευτυχής που συνέλαβε μια τέτοια… ευφυή ιδέα για να γίνει… talk of the day, στα στόματα όλων μας.

Ο Κρέοντας, λοιπόν, γίνεται στόχος του ηθοποιού, ως σύμβολο της εξουσίας. Κι αφού στις μέρες μας, βαλθήκαμε να καταδικάσουμε κάθε μορφή εξουσίας, λες κι υπάρχουν μεγάλες κοινωνίες που μπορούν να σταθούν παραπάνω από δευτερόλεπτα δίχως την οργάνωση τους νόμους και την τάξη της εξουσίας, τι πιο ταιριαστό για έναν υπηρέτη της υποκριτικής να παριστάνει τον επαναστάτη, τον αντικομφορμιστή, ακόμη κι όταν έχει μπερδέψει εντελώς το νόημα της αρχαίας τραγωδίας δίνοντας της ερμηνείες επηρεασμένες από σημερινά, παραπλανητικά γεγονότα.

Γιατί πέρα από το επικοινωνιακό ατόπημα και η δικαιολογία της προσβλητικής τοποθέτησης είναι άτοπη και άσχετη με το πραγματικό νόημα της “Αντιγόνης”.

Ο Κρέοντας δεν εκπροσωπεί το πρότυπο του στυγερού καταπιεστή ή του ηγέτη μιας ολοκληρωτικής κρατικής οντότητας. Αυτό που αντιπροσωπεύει είναι την ευταξία, την πίστη στη σταθερότητα, στην τήρηση του νόμου όσο αυτός ισχύει, γιατί αλλιώς το άτυπο ηθικό δίκαιο των πολλών καταντάει μια γενικόλογη προτροπή δίχως όρια.

Ίσως ο γνωστός ηθοποιός να νιώθει δικαιωμένος για την πράξη του. Ακούστηκε πολύ, συζητήθηκε ακόμα περισσότερο, προκάλεσε αντιδράσεις, άρα εξάντλησε την επικοινωνιακή δυναμική της, Ένας καλλιτέχνης όμως που προκαλεί επειδή… νομίζει ότι έτσι προβάλλει την υπεροχή της ηθικής, με ακρότητες και λεκτικές ακροβασίες μόνο ήθος δεν ποιεί. Μάλλον ξεφτιλίζει το γράμμα του “γραπτού νόμου” αλλά και το νόημα του “ηθικού νόμου”,

ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΤΕ ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ «ΠΡΑΧΤΟΡΕΣ» ΤΟΥ ΡΟΥΦΟΓΑΛΗ;

Γράφει ο Νίκος Στέφος

ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΤΕ ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ «ΠΡΑΧΤΟΡΕΣ» ΤΟΥ ΡΟΥΦΟΓΑΛΗ;

Πολύ μεγάλη φασαρία προκάλεσε η αναφορά του Αγγελου Συρίγου περί πτώσης της δικτατορίας από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και όχι από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Επακολούθησε ένας απίστευτος χαμός εκ μέρους της Αριστεράς, κομμουνιστικής και μη που του επιτέθηκαν μέσα στη Βουλή με υβριστικούς και τοξικούς χαρακτηρισμούς ενώ από κοντά έσπευσε να διαμαρτυρηθεί και το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, σε πιο ήπιους, είναι η αλήθεια, και ευπρεπείς τόνους.
Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί πολύ απλά ο υφυπουργός Παιδείας είπε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια! Μια αλήθεια που πόνεσε την Αριστερά γιατί για πρώτη φορά – και μάλιστα μέσα στο Κοινοβούλιο – κατερρίφθη τόσο τρανταχτά ένας μύθος της, μια διαστροφή της ιστορικής πραγματικότητας που αφορά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας.
Βλέπετε, εδώ και 48 χρόνια επικράτησε η πεποίθηση σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης – και κυρίως στη απληροφόρητη και απολιτίκ νέα γενιά – ότι το Πολυτεχνείο ήταν που έριξε την επταετία και ότι βεβαίως η πτώση της ήταν έργο της Αριστεράς, κομμουνιστικής και μη!
Ομως εδώ έρχονται οι ιστορικές ευθύνες της Δεξιάς και του Κέντρου που επέτρεψαν στα αριστερά κόμματα να καπηλευτούν , να υιοθετήσουν και να γίνουν ιδιοκτήτες της κορυφαίας αντιστασιακής κίνησης κατά της δικτατορίας. Κανείς ποτέ από αυτές τις δυο μεγάλες παρατάξεις δεν τόλμησε ούτε καν να ψελλίσει ότι η Αριστερά, κομμουνιστική και μη, ψεύδεται όταν παραποιεί την ιστορία και οικειοποιείται το Πολυτεχνείο. Η Δεξιά κουβαλώντας πιθανόν συμπλέγματα από τη λήξη του εμφυλίου, άφησε την Αριστερά να μετατρέψει την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην κυριολεξία σε «μαγαζάκι» της. Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου που απορρόφησε το ιστορικό Κέντρο συμπορεύτηκε με την Αριστερά στην προσπάθεια να γίνει «συνιδιοκτήτης» της εξέγερσης.
Αρέσει, όμως δεν αρέσει στην πάσης φύσεως Αριστερά – προσωπικά άλλωστε μου είναι παντελώς αδιάφορο τι της αρέσει- η κίνηση των φοιτητών να καταλάβουν το ιστορικό Ιδρυμα δεν είχε απολύτως καμία κομματική υποκίνηση. Πολύ απλά γιατί τα νέα παιδιά του ΄73, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους καταβολές, ζητώντας Ψωμί, Παιδεία και Ελευθερία, αποφάσισαν με την παράτολμη εξέγερσή τους να περάσουν μπροστά από τη φοβική και αμφιταλαντευόμενη πολιτική τάξη εκείνης της εποχής, να απορρίψουν την ψευτοφιλελευθεροποίηση του Παπαδόπουλου, να ενθαρρύνουν τον λαό, να συγκινήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη και να ρίξουν τελικά το καθεστώς.
Αυτός ήταν ο στόχος τους. Κι αυτό το είχαν και οι ίδιοι οι φοιτητές ξεκαθαρίσει από την πρώτη στιγμή. Είτε με συνεντεύξεις τύπου είτε με τα συνθήματά τους από τον αυτοσχέδιο ραδιοφωνικό σταθμό που εξέπεμπε από το Πολυτεχνείο. Ούτε για Αριστερά μιλούσαν ούτε για κόμματα ούτε για τίποτα από όλα αυτά! Να πέσει η χούντα. Αυτό ζητούσαν, για αυτό αγωνιζόντουσαν, τελεία και παύλα!
Θα θυμήσω μάλιστα εδώ – και είμαι βέβαιος ότι πολλοί δεν το γνωρίζουν – ότι η εξέγερση των φοιτητών δεν στοχοποιήθηκε αμέσως μόνο από το καθεστώς του Παπαδόπουλου. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε; Καταγγέλθηκε και από την κομμουνιστική αριστερά! Πότε; Τις πρώτες μέρες της κατάληψης του Πολυτεχνείου μέσω της ΚΝΕ! Την χαρακτήριζε προβοκατόρικη και έκανε ό,τι μπορούσε για να τη σταματήσει. Στο περιβόητο δε φύλλο Νο 8 της “Πανσπουδαστικής”, του οργάνου του ΚΚΕ στη φοιτητική νεολαία και με ημερομηνία Φεβρουάριος 1974 διαβάζουμε τα εκπληκτικά χωρίς να κάνω καμία γραμματική ή συντακτική διόρθωση του κειμένου:
“Καταγγέλλουμε τη προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολυτεχνείου τη Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη, 350 περίπου οργανωμένων πραχτόρων της ΚΥΠ, σύμφωνα με το προβοκατόρικο σχέδιο των Ρουφογάλη Καραγιαννόπουλου, με βάση τις εντολές του παραμερισμένου τώρα τέως πρωτοδικτάτορα Παπαδόπουλου και της αμερικάνικης CIA…”
Οπου «πράχτορες» (sic) προφανώς ήταν οι πρώτοι 350 φοιτητές που κατέλαβαν το Πολυτεχνείο! Το ΚΚΕ δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μια τόσο σημαντική αντιδικτατορική κίνηση γινόταν χωρίς να την ελέγχει και η οποία μάλιστα ξεκίνησε χωρίς να την πάρει χαμπάρι! Οταν όμως η κίνηση αυτή απέκτησε μαζική συμμετοχή του κόσμου, τότε οι κατηγορίες αυτές κόπηκαν με το μαχαίρι και άρχισε αμέσως η γνωστή αριστερή τακτική της οικειοποίησης… Και φυσικά ουδεμία πλέον κουβέντα γίνεται για εκείνη την άθλια τοποθέτηση του ΚΚΕ. Ολα μέλι γάλα στον θαυμαστό κόσμο της Αριστεράς! Κομμουνιστικής και μη…
Δυστυχώς όμως η εξέγερση των φοιτητών και του λαού απέτυχε να ρίξει τη δικτατορία. Τα τανκς που εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο στις 17 Νοεμβρίου του 1973 άνοιξαν μεν τον δρόμο για την πτώση του Παπαδόπουλου αλλά εγκατέστησαν μια εβδομάδα αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου, μια ακόμη πιο στυγνή δικτατορία! Αυτή του αόρατου αρχηγού της ΕΣΑ. Του Δημήτρη Ιωαννίδη. Η Ελλάδα θα ζούσε για αρκετούς μήνες ακόμη μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι της μεταπολεμικής ιστορίας της…
Επομένως δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα της Αριστεράς με τα όσα είπε ο κ. Συρίγος; Η μάλλον καταλαβαίνω γιατί τους χάλασε τη σούπα που με τόση μαεστρία είχαν μαγειρέψει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα! Της αρέσει όμως, δεν της αρέσει – θα πω και πάλι, προσωπικά μου είναι αδιάφορο – η μόνη αλήθεια είναι ότι Η ΧΟΥΝΤΑ ΕΠΕΣΕ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ!!!
Η επτάχρονη τυραννία κατέπεσε και διαλύθηκε σαν χάρτινος πύργος όταν οι Τούρκοι πάτησαν το πόδι τους στο όμορφο νησί της Αφροδίτης στις 20 Ιουλίου του ΄74 εκμεταλλευόμενοι το επαίσχυντο πραξικόπημα του Ιωαννίδη και την ανατροπή του Μακαρίου… Τερμάτισε τον εγκληματικό της βίο το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου 1974 όταν οι στρατηγοί παραμέρισαν τον Ιωαννίδη και κάλεσαν τους πολιτικούς σε σύσκεψη για να τους παραδώσουν τα ηνία της χώρας. Χάρις δε στην πρόταση του Ευάγγελου Αβέρωφ, επέστρεψε στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
ξεκινώντας σιγά σιγά αλλά μεθοδικά την οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας. Μιας Ελλάδας δημοκρατικής, ελεύθερης και με τους Ελληνες να γνωρίζουν μια πρωτοφανή ευημερία και ανάπτυξη.
Συμπέρασμα. Ολα όσα υποστηρίζει συνολικά η Αριστερά, είναι ωραία για να αποκοιμίζει αφελείς, ιστορικά ημιμαθείς και τον κομματικό στρατό της. Ομως οι μύθοι της είναι πλέον ξεπερασμένοι και δεν μπορούν να πείσουν όσους έζησαν τα γεγονότα και έχουν επίγνωση της ιστορίας. Για αυτό και ήρθε η ώρα για όλους αυτούς να πουν ένα μεγάλο “ΦΤΑΝΕΙ, ΩΣ ΕΔΩ!”

Η δύναμη στη ζωή

Η δύναμη στη ζωή έρχεται όταν:
Βρίσκεις ανθρώπους που σε αγαπούν και αυτό που κάνουν επειδή σε αγαπούν όπως είσαι,ακόμα και τα ελαττώματα σου,είναι να σου επιτρέπουν να μπορέσεις να αγαπήσεις τον εαυτό σου.
Γιωργος από το Παρίσι!

Σου μιλώ και κοκκινίζεις: Πού είναι το Μούρεσι που αναφέρει το διάσημο τραγούδι;

Ήταν το 1999, όταν ο μεγάλος τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε τη μουσική και τους στίχους του τραγουδιού «Σου μιλώ και κοκκινίζεις». Το τραγούδι αναβίωσε ο Γιάννης Χαρούλης στις μέρες μας κάνοντας τη νέα γενιά να το σιγοτραγουδάει σε κάθε γωνιά της χώρας. Στα χωριά του Πηλίουόμως το τραγούδι ακούγεται «αλλιώς» και γεμίζει περηφάνια τον κόσμο του.Trelos3, CC BY-SA 4.0 https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0, via Wikimedia Commons


«Της Αγία Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές, το χωριό το Μούρεσιχορεύει από προχτές» γράφει ο Σαββόπουλος και συνεχίζει «Κι ο συρτός σιγά μας πάει πίσω από το ιερό….» γιατί αν δεν έχεις πάει σε πανηγύρι στο Πήλιο και στην προκειμένη περίπτωση στο Μούρεσι  δεν ξέρεις τι σημαίνει γλέντι, να χορεύεις μέσα στην πλατεία και γύρω από την εκκλησία  μέχρι το πρωί, δεν ξέρεις τι θέλει να πει ο Σαββόπουλος με αυτό τον στίχο, το τραγουδάς μα δεν ξέρεις τι εννοεί αν δεν το έχεις ζήσει.

Και που είναι τελικά αυτό το Μούρεσι;

Το «Μούρεσι» βρίσκεται 3 χλμ. βόρεια της Τσαγκαράδας. Είναι αμφιθεατρικά κτισμένο πάνω από την Νταμούχαρη, το γραφικότατο επίνειο της περιοχής, και την Ακτή «Παπά Νερό» δίπλα στην οποία βρίσκεται ο Άγιος Ιωάννης το παλιότερο παραθαλάσσιο θέρετρο του ανατολικού Πηλίου. 

Aπό πού βγαίνει το όνομά του; 

Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις όπως ότι αυτό προέρχεται από τις μουριές, που υπήρχαν πολλές στο χωριό, ή από τις Μύρες της Μικράς Ασίας, από όπου λέγεται ότι ήρθαν οι πρώτοι κάτοικοι ή από τη σλάβικη λέξη mours που σημαίνει «βρίσκω γόνιμο μέρος». Υπάρχει, τέλος, και η άποψη ότι η ονομασία προέρχεται από τη λατινική λέξη Bourtz που σημαίνει κάστρο, υπονοώντας τα ερείπια του ενετικού κάστρου που υπάρχουν στη Νταμούχαρη.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σαββόπουλος έχει αγαπήσει το Πήλιο σαν γνήσιος Πηλιορείτης, έχει αποκτήσει σπίτι στο Μούρεσι και έχει τιμήσει με την παρουσία του τον τόπο ουκ ολίγες φορές.

Το τραγούδι σε εκτέλεση Διονύση Σαββόπουλου:

https://youtube.com/watch?v=gzQoHZV5x_g%3Ffeature%3Doembed

Το τραγούδι σε εκτέλεση Γιάννη Χαρούλη:

https://youtube.com/watch?v=QE56B0eMU5g%3Ffeature%3Doembed

Ακούστε το! Με μια λέξη… ΜΑΓΕΙΑ! 

Στίχοι

Σου μιλώ και κοκκινίζεις τι να φανταστώ;
Όσο θάβεις το σποράκι, τόσο βγάνει ανθό

Στο μικρόφωνο ανεβαίνω το θεριό γλεντάει
Μόνος μου είμαι στην ορχήστρα μ’ έναν ίσκιο πλάι

Έλα στο χορό
Μόνο να σε βλέπω, μόνο αυτό μπορώ
Νύχτα ξαστεριά
Άναψαν φωτάκια σ’ όλα τα χωριά

Της Αγία Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές
Το χωριό το Μούρεσι χορεύει από προχτές

Ήρθαν ξένοι ηλιοκαμένοι, ήρθαν κι αδερφοί
Σε κοιτώ και κοκκινίζεις κι έχεις προδοθεί

Έλα στο χορό
Πάρε με και εμένα λίγο να χαρώ
Έλα στο χορό
Θέλω να κατέβω θέλω να ενωθώ

Κι ο συρτός σιγά μας πάει πίσω από το ιερό
Κι αρχινάς να κοκκινίζεις πιο πολύ θαρρώ

Μα εδώ δεν είναι ξένο βλέμμα κανενός
Μήπως είμαι εγώ ο ξένος και ο μακρινός;

Έλα στο χορό
Άσπρο φουστανάκι, πάτημα ελαφρό
Νύχτα ξαστεριά
Τρέμουν οι φλογίτσες πάνω απ’ τα χωριά

πηγη: magazinomou.gr