Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Η ευτυχία των έξυπνων ανθρώπων είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω..»

 

Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Η ευτυχία των έξυπνων ανθρώπων είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω..»

Tί είναι άραγε αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους;Ο κορυφαίος τζαζίστας Λούις Άρμστρονγκ, είπε κάποτε “Αν ρωτάς τί είναι η τζαζ ποτέ δε θα το μάθεις.” Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την ευτυχία. Οι ψυχολόγοι την ονομάζουν χαμένη Ατλαντίδα των συναισθημάτων, αφού όλοι λένε ότι υπάρχει, αλλά κανείς δε γνωρίζει πού να την αναζητήσει. Οι οικονομολόγοι έχουν καταλήξει ότι το χρήμα μπορεί να τη δελεάσει, όχι όμως και να την κατακτήσει.

“Η ευτυχία των έξυπνων ανθρώπων είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω.” έλεγε ο Έρνεστ Χέμινγουει… ή “Papa”, όπως προτιμούσε να τον φωνάζουν αντί με το μικρό του όνομα. Όπως δηλαδή, τον φώναζαν οι γιοι και οι θαυμαστές του.

‘Ενας από τους κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός για το δημοσιογραφικό του έργο.

Σύμφωνα με όσα αποτυπώνονται στα βιβλία του, η ζωή του ήταν αρκετά περιπετειώδης και πολυτάραχη. Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αποτέλεσε μέλος της “Χαμένης Γενιάς” (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του είναι : “Ο Γέρος και η Θάλασσα”,”Για ποιον χτυπά η καμπάνα” και ο “Αποχαιρετισμός στα όπλα’. Τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, το 1953 και την επόμενη χρονιά βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ πίστευε ότι “Ο γέρος και η θάλασσα” ήταν το καλύτερο βιβλίο που είχε γράψει. Μαζί του συμφώνησαν τόσο οι κριτικοί όσο και το κοινό. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα που μιλάει για την ιστορία ενός γέρου ψαρά που είναι μόνος και αβοήθητος παλεύοντας απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία. Χρησιμοποιεί όλη την τέχνη και το μυαλό του. Η μάχη θα διαρκέσει για τρεις μέρες και ο Σαντιάγκο θα νικήσει. Αργά την τρίτη νύχτα, θα μπει στο λιμάνι, δίπλα στη μικρή του βάρκα… Τότε θα πλέει μονάχα το άσπρο κόκαλο από το τεράστιο ψάρι που καταβρόχθισαν στη διαδρομή τους οι καρχαρίες.

“Ο γέρος και η θάλασσα” κυκλοφόρησε το 1952, είναι ένα από τα τελευταία έργα του Χέμινγουει και αποτελεί το αριστούργημα του. Είναι μια αλληγορία για τις μάχες που δίνει ο άνθρωπος – μάχες κι αγώνες που πρέπει να τις εξουσιάζει με τέτοιον τρόπο, ώστε ακόμα και ο χαμός του να έχει αξιοπρέπεια και ν’ αποτελεί ταυτόχρονα μια νίκη. “Ο άνθρωπος καταστρέφεται, ποτέ δε νικιέται…”

Όταν άκουσε την αληθινή ιστορία του γέρου ψαρά, ο σπουδαίος συγγραφέας, είπε: “Θα βγω στ’ ανοιχτά με τον γέρο-Κάρλος και τη βάρκα του για να μπορέσω να τα αποδώσω όλα σωστά. Ό,τι κάνει κι ό,τι σκέφτεται όσες ώρες παλεύει πάνω σ’ εκείνη τη βαρκούλα, κατάμονος στη θάλασσα. Είναι ωραία ιστορία.”

 

– Albert Einstein

«Τα μεγάλα πνεύματα πάντα αντιμετωπίζουν βίαιες αντιθέσεις από τα μέτρια μυαλά. Το μέτριο μυαλό είναι ανίκανο να καταλάβει τον άνθρωπο που αρνείται να υποκλιθεί τυφλά στις συμβατικές προκαταλήψεις και επιλογές αντί να εκφράσει τις γνώμες του θαρραλέα και ειλικρινώς»

– Albert Einstein

“Σύκα της ωρίμανσης
στο βυθό του Αυγούστου
και πουλιά μη μου άπτου,
σταλτά,
χωρίς καμιάν διεύθυνση.”

*Οδυσσέας Ελύτης*

[Εκ του πλησίον 1998]

Ποιος είναι ο θεός κατά τον Σπινόζα

Όταν ο Αϊνστάϊν έδινε ομιλίες σε διάφορα συνέδρια
σε πανεπιστήμια των Η.Π.Α, η ερώτηση που έκαναν
οι σπουδαστές του ήταν:
-Πιστεύετε στον Θεό?
Και εκείνος απαντούσε:
-Πιστεύω στον Θεό του Σπινόζα.
Όποιος δεν είχε διαβάσει Σπινόζα είχε ακόμα μια θολή ιδέα πάνω στο θέμα.

Ο Μπάρουχ Σπινόζα ήταν ένας Ολλανδός φιλόσοφος που θεωρούταν ένας από τους πιο μεγάλους ορθολογιστές της φιλοσοφίας του 17ου αιώνα.
Αυτός είναι ο Θεός ή η Φύση του Σπινόζα:
“Ο Θεός έλεγε: Σταμάτα να προσεύχεσαι και να χτυπιέσαι στο στήθος! Αυτό που θέλω να κάνεις είναι να βγεις έξω στον κόσμο και να χαρείς την ζωή σου. Θέλω να ζεις, να τραγουδάς, ναι χαίρεσαι και να απολαμβάνεις όλα αυτά που έχω φτιάξει για ‘σένα. Σταμάτα πια να πηγαίνεις σε εκείνους τους μελαγχολικούς, σκοτεινούς και κρύους ναούς που εσύ ο ίδιος κατασκεύασες και λες πως είναι το σπίτι μου. Το σπίτι μου είναι στα βουνά, στα δάση, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες. Εκεί είναι που ζω και εκφράζω την αγάπη μου για εσένα.
Σταμάτα να με θεωρείς υπεύθυνο για την μίζερη ζωή σου, εγώ ποτέ δεν σου είπα πως υπήρχε τίποτε κακό σε ‘σένα ή ότι ήσουν αμαρτωλός ή ότι η σεξουαλικότητα σου ήταν κάτι κακό. Το σεξ είναι ένα δώρο που σου έχω δώσει με το οποίο μπορείς να εκφράσεις την αγάπη, την έκσταση, τη χαρά σου. Έτσι μη με κατηγορείς για όλα αυτά που σε έκαναν να πιστεύεις.

Σταμάτα πια να διαβάζεις υποτιθέμενες αγίες γραφές που δεν έχουν να κάνουν τίποτα με εμένα. Αν δεν μπορείς να με διαβάσεις σε ένα ηλιοβασίλεμα, στην εξοχή, στο βλέμμα των φίλων σου, στα μάτια του παιδιού σου….. Δεν θα με βρεις σε κανένα βιβλίο!
Πίστεψέ με και σταμάτα να με ρωτάς. Θα μου πεις πώς να κάνω την δουλειά μου? Σταμάτα να με φοβάσαι τόσο. Εγώ δεν σε κρίνω, δεν σε κριτικάρω, ούτε με ενοχοποιώ, ούτε χαλιέμαι, ούτε τιμωρώ. Εγώ είμαι αγνή αγάπη. Σταμάτα να μου ζητάς συγχώρεση, δεν υπάρχει τίποτα να συγχωρήσω.

Αν εγώ σε έφτιαξα… εγώ σε γέμισα με πάθη, με όρια, με απολαύσεις, με συναισθήματα, με ανάγκες, με ασυνέπειες, με ελεύθερη βούληση. Πώς μπορώ να σε συγχωρήσω εάν ανταποκρίνεσαι σε κάτι που εγώ έβαλα μέσα σου? Πώς μπορώ να σε τιμωρώ επειδή είσαι αυτό που είσαι, εάν εγώ είμαι αυτός που σε έφτιαξα? Πιστεύεις πως θα μπορούσα να φτιάξω ένα μέρος για να καίω όλους εκείνους τους γιους μου που συμπεριφέρονται άσχημα, για την υπόλοιπη αιωνιότητα? Τι είδους Θεός θα το έκανε αυτό?
Ξέχνα οποιουδήποτε τύπου εντολή, οποιουδήποτε τύπου νόμο, αυτά είναι κόλπα για να σε μεταχειρίζονται, για να σε ελέγχουν, ώστε μόνο να δημιουργούν τύψεις μέσα σου. Σεβάσου τους όμοιούς σου και μην κάνεις αυτό που δεν θα ήθελες για ‘σένα. Το μόνο που σου ζητάω είναι να προσέξεις τη ζωή σου και η εγρήγορσή σου να είναι ο οδηγός σου. Αγαπημένε μου, αυτή η ζωή δεν είναι μια δοκιμή, ούτε ένα επίπεδο, ούτε ένα βήμα στον δρόμο, ούτε μια πρόβα, ούτε ένα πρελούδιο προς τον παράδεισο.
Αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει εδώ και τώρα, το μοναδικό που έχεις ανάγκη. Είσαι απόλυτα ελεύθερος για να δημιουργήσεις στη ζωή σου έναν παράδεισο ή μια κόλαση. Δεν θα μπορούσα να σου πω αν υπάρχει κάτι άλλο μετά από αυτή την ζωή, αλλά μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή. Ζήσε σαν να μην υπήρχα. Ζήσε σαν να ήταν η μοναδική σου ευκαιρία να απολαύσεις, να αγαπήσεις, να υπάρξεις.

Έτσι, αν δεν υπάρχει τίποτα, λοιπόν θα έχεις αξιοποιήσει την ευκαιρία που σου έδωσα. Και αν υπάρχει, να είσαι σίγουρος πως δεν θα σε ρωτήσω αν συμπεριφέρθηκες καλά ή κακά, θα σε ρωτήσω, σου άρεσε? Το διασκέδασες? Τι ήταν αυτό που απόλαυσες περισσότερο? Τι έμαθες?….
Σταμάτα να πιστεύεις σε ‘μένα, πιστεύω σημαίνει υποθέτω, φαντάζομαι, μαντεύω. Εγώ δεν θέλω να πιστεύεις σε ‘μένα, θέλω να με νιώθεις σε ‘σένα. Θέλω να με νιώθεις σε ‘σένα όταν φιλάς την αγαπημένη σου, όταν ντύνεις την κορούλα σου, όταν χαϊδεύεις τον σκύλο σου, όταν κάνεις μπάνιο στη θάλασσα. Σταμάτα να με επαινείς, τι είδους θεός εγωλάτρης νομίζεις ότι είμαι? Με κάνει να βαριέμαι όταν με επαινούν, με εκνευρίζει όταν μου εκφράζουν ευγνωμοσύνη. Νιώθεις ευγνώμων? Απόδειξε το προσέχοντας εσένα, την υγεία σου, τις σχέσεις σου, τον κόσμο. Νιώθεις ευλογημένος, προικισμένος? Έκφρασε την χαρά σου!

Αυτός είναι ο τρόπος να με επαινείς. Σταμάτα να περιπλέκεις τα πράγματα και να επαναλαμβάνεις σαν παπαγάλος αυτά που σου έμαθαν για ΄μένα. Το μόνο σίγουρο είναι πως είσαι εδώ, πως είσαι ζωντανός, πως αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα. Γιατί να ψάχνεις περισσότερα θαύματα? Γιατί τόσες εξηγήσεις?
Μην με ψάχνεις έξω, δεν θα με βρεις, ψάξε με μέσα….εκεί είμαι, παλλόμενος μέσα σου.”

Μπαρούχ Σπινόζα

Ένας μόνο μπουζουξής πήγαινε κόντρα στον Μανώλη Χιώτη

ΦΩΣ TEAM

Χιώτης στα χρόνια της ακμής του ήταν για τους μπουζουξήδες ό,τι ο Καζαντζίδης για τους τραγουδιστές

Ένας μόνο μπουζουξής πήγαινε κόντρα στον Μανώλη Χιώτη

Οι παλιοί λαϊκοί οργανοπαίχτες είχαν τον εγωισμό τους και δεν θα τους άκουγες να εγκωμιάζουν κανέναν άλλο παρά τον ίδιο τους τον εαυτό. Ωστόσο οι μπουζουξήδες στο άκουσμα του ονόματος του Χιώτη κάθονταν προσοχή, κρεμούσαν τα μπουζούκια τους και υποκλίνονταν.

Ακόμα και οι πιο μεγάλοι δεξιοτέχνες, όπως ο Σπόρος, ο Τατασόπουλος, ο Τσιμπίδης, ο Μακρυδάκης και ο Ζαμπέτας αλλά και οι νεώτεροι, Παπαδόπουλος, Καρνέζης, Ζαφειρίου, Παλαιολόγου, θεωρούσαν τον Χιώτη αναμφίλεκτα πρώτο και καλύτερο.

Η αλήθεια είναι ότι τα παιξίματα του Χιώτη τόσο στα μαγαζιά όσο και στη δισκογραφία παραμένουν μνημειώδη. Πέρα όμως από τη ταχύτητά του, ο Χιώτης φημιζόταν για το ρυθμό και την καθαρότητα αλλά και για τη δημιουργική του ικμάδα.Υπήρχε ωστόσο ένας μπουζουξής που τον ανταγωνιζόταν σκληρά και δεν του αναγνώριζε αυτή την πρωτοκαθεδρία. Κι αυτός φυσικά δεν ήταν άλλο από τον Δημήτρη Στεργίου ή Μπέμπη. Ο Μπέμπης δεν υπολειπόταν σε δεξιοτεχνία και μουσικές γνώσεις, κάθε άλλο μάλιστα. Δεν είχε ωστόσο τη συνθετική ιδιοφυία του Χιώτη αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να του πηγαίνει κόντρα στο πλαίσιο πάντοτε της αλληλοεκτίμησης και του αλληλοσεβασμού. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Χιώτης τον αντιμετώπιζε με δέος. Εξ ου και η περίφημη δήλωση: «Εγώ παίζω όσο γρήγορα μπορώ, ο Μπέμπης όσο γρήγορα θέλει».Ως επιμύθιο της κόντρας των δύο κορυφαίων μπουζουξήδων παραθέτουμε κι εδώ την περίφημη «κούρσα ταχύτητας και φαντασίας» ως κορυφαίο επεισόδιο στην ιστορία του μπουζουκιού.Από το βιβλίο “Οκτώ λαϊκά πορτραίτα” του Γιώργου Άλτη αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από τη μαρτυρία του Χρήστου Λεβέντη, στενού φίλου και συνεργάτη του Μπέμπη:Με τον Χιώτη ήταν πολύ φίλοι αλλά κοντραριζόντουσαν συνέχεια. Όταν δουλέψανε μαζί στο «Πιγκάλς» κάνανε αγώνα δρόμου. Ο Χιώτης ήταν και αυτός μεγάλος μάγκας και μεγάλος εγωιστής. Θυμάμαι μια φορά καθόμασταν μαζί με τον Μπέμπη στου Μάριου, στην Ίωνος, πίναμε καφέ και μπαίνει μέσα ο Χιώτης. Παίρνει και αυτός έναν καφέ και κάθεται μαζί μας. Εγώ κατάλαβα ότι ο Μπέμπης είχε έναν εκνευρισμό. Μέσα στο καφενείο ήταν ο Τσιτσάνης, ο Χρήστος ο αδερφός του, ο Μπάτης, ο Κερομύτης, ο Ζαμπέτας, ο Λαύκας, ο Μητσάκης, ο Λουκάς Νταράλας, όλοι οι μπουζουξήδες. Του λέει ο Μπέμπης του Χιώτη σε μια στιγμή: «δεν παίρνεις την κιθάρα να με ακομπανιάρεις;» «γιατί;» του λέει ειρωνικά ο Χιώτης, «δεν ακομπανιάρεις εσύ να παίξω εγώ;» . «Εντάξει» λέει ο Μπέμπης. Παίρνει την κιθάρα και αρχίζουν. Παίζει, παίζει ο Χιώτης, από πίσω ακολουθεί ο Μπέμπης.Αφού έπαιξε αρκετή ώρα, κάποια στιγμή τελειώνει. «Τώρα» του λέει ο Μπέμπης, «πάρε την κιθάρα να παίξω εγώ μπουζούκι». Και πλακώνεται, τον είχε πιάσει τρέλα, έπαιζε μανιασμένα. Όλο το καφενείο είχε ξεραθεί, δεν μίλαγε κανένας. Μόνο το μπουζούκι ακουγότανε και μια κιθάρα που προσπαθούσε να το ακολουθήσει. Άλλαζε συνέχεια δρόμους και ακόρντα. Σε μια στιγμή σταματάει, σηκώνεται όρθιος ο Χιώτης, του δίνει το χέρι και του λέει: «Μπράβο ρε Δημήτρη». Όλοι είχαν παγώσει

ς