


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Υπακοή στην γυναίκα σου!

Γάμος μου μυρίζει!



Τζιμ Λόντος (1897 – 1975)
Σούπερ σταρ της επαγγελματικής πάλης (κατς), που πρόσφερε ώρες χαράς και ξεγνοιασιάς στους δοκιμαζόμενους από το οικονομικό κραχ Αμερικανούς. Ο Τζιμ Λόντος (Jim Londos) γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1897 στο Κουτσοπόδι του Άργους ως Χριστόφορος Θεοφίλου και ήταν το μικρότερο από τα 13 παιδιά της οικογένειάς του.
Η μητέρα του ήθελε να γίνει ιερέας, ενώ ο πατέρας του τον ονειρευόταν στρατιωτικό. Ο ίδιος προτίμησε να γίνει μετανάστης και σε ηλικία μόλις 13 ετών εγκατέλειψε το σπίτι του, ταξίδεψε στην Αμερική κι έπιασε δουλειά ως λαντζέρης σ’ ένα εστιατόριο της Νέας Υόρκης.
Η ιδέα να ασχοληθεί με την πάλη τού δημιουργήθηκε όταν βρέθηκε τυχαία σ’ έναν αγώνα, καθώς «εξερευνούσε» τους δρόμους του Μανχάταν, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του. Με τα πρώτα χρήματα που κέρδισε από τη δουλειά του, γράφτηκε σ’ ένα προπονητήριο και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά του αθλήματος.
Πολύ σύντομα, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των οργανωτών αγώνων, καθώς διέφερε απ’ όλους τους άλλους παλαιστές. Ήταν μικρόσωμος και χωρίς κανένα ψεγάδι τερατομορφίας, ενώ διέθετε δύναμη, ευκινησία, ευστροφία και πονηριά. Αυτή η διαφορετικότητά του ταύτιζε τους θεατές μαζί του, στο ρόλο του «καλού» που μάχεται και τελικά νικάει τον γιγαντόσωμο «κακό» αντίπαλό του. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου συνέρεαν σε κάθε αγώνα του για να παρακολουθήσουν τα κατορθώματά του και να απολαύσουν τις θεαματικές λαβές και τα «αεροπλανικά» του.
Ο Τζιμ Λόντος -προσωνύμιο που του δόθηκε από τον αθλητικογράφο Ρόσκο Φόσετ, έπειτα από μία νίκη του στην ομιχλώδη αρένα «Λονδίνο» (London) του Πόρτλαντ- υπήρξε από τους πρωτεργάτες τους είδους της πάλης που αργότερα έγινε γνωστό διεθνώς ως «κατς». Στις 8 Ιουνίου του 1930 ανακηρύχθηκε από την Ομοσπονδία Πάλης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, τίτλο που κράτησε έως το 1946, οπότε και αποσύρθηκε. Σε αυτά τα 16 χρόνια έδωσε περισσότερους από 2.500 αγώνες και ηττήθηκε σε λιγότερους από δέκα!
Οι Έλληνες τον απολάμβαναν κατά καιρούς στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ερχόταν για να κατατροπώσει τον Κβαριάνι, τον Μεμέτ Αλή, τον Βάντερβαλντ και το 1959 (στα 64 χρόνια του!) κάποιον άγγλο παλαιστή τριάντα χρόνια νεότερό του…
Η λαμπρή πορεία του στα ρινγκ υπήρξε ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τον Λόντο. Αλλά και ο ίδιος υπήρξε γενναιόδωρος, προσφέροντας σημαντικά χρηματικά ποσά για τα ελληνόπουλα που έμειναν ορφανά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Πέθανε στην Καλιφόρνια στις 19 Αυγούστου 1975, από ανακοπή καρδιάς.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/


Τα τρία μετάλλια που κατέκτησε η Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου είναι τρεις προσωπικές ιστορίες τεράστιας επιτυχίας και προσπάθειας, που όμως δεν εκφράζουν και δεν εκπροσωπούν σε τίποτε τη σύγχρονη Ελλάδα, παρά μόνο την προσωπική διάκριση των πρωταγωνιστών.
Αυτό που ίπταται πάνω από τα αγωνιστικά τους επιτεύγματα είναι η προσωπικότητά τους. Γιατί, γενικότερα οι αθλητές των ελληνικών διακρίσεων τα τελευταία χρόνια -μετά το τέλος μιας δηλητηριασμένης εποχής του ελληνικού αθλητισμού και της ίδιας της κοινωνίας- δεν επαίρονται με τις γροθιές τους ψηλά, δεν είναι υπερόπτες, δεν φιλοσοφούν για την ανωτερότητα του ελληνικού DNA (!), δεν προσπαθούν να γίνουν δημόσιοι “παράγοντες”, δεν περιμένουν αντιπαροχές, δεν τους απασχολούν οι φωτογραφίες με γελοίους υφυπουργούς που ανάγονται στο παρελθόν του ανθρώπινου είδους.
Ο Μίλτος Τεντόγλου, παραμένει χαλαρός, ειλικρινής, αφοσιωμένος, δεν μεγαλοποιεί τις επιτυχίες και δεν ψάχνει δικαιολογίες αν κάτι δεν πάει καλά, παρά επιστρέφει στην προπόνησή του και βελτιώνεται. Ένας αθλητής που πήρε χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στην τελευταία προσπάθεια και έχασε παγκόσμιο χρυσό με τον ίδιο τρόπο, πήρε το ευρωπαϊκό χρυσό με τρία άλματα και μισό μέτρο πάνω από τους άλλους αθλητές! Είναι απόλυτα εξοικειωμένος με τη φύση του αθλητισμού αλλά και της κοινωνίας, εντυπωσιάζοντας κάθε φορά με τις δηλώσεις του. Παρότι νεαρός, είναι ένας αφοπλιστικά προσγειωμένος και σεμνός αθλητής, αν και ο κατά τεκμήριο κορυφαίος του κόσμου στο μήκος.
Η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη, η κοπέλα με τη λιγότερη δημοσιότητα μέχρι σήμερα, κατέκτησε το χρυσό στα 35 χλμ βάδην, ανεβάζοντας σκαλί-σκαλί τις επιδόσεις της σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις τα τελευταία χρόνια με εντυπωσιακή σταθερότητα. Ότι το πέτυχε σε ηλικία 38 ετών ενώ η Ολυμπιακή Επιτροπή προσπάθησε να την “αδειάσει” εξαιτίας της ηλικίας της, λέει πολλά. Ότι είναι αθλήτρια τόσο υψηλού επιπέδου ενώ ταυτόχρονα πρέπει να βιοποριστεί -ανάμεσα στις προπονήσεις της- δουλεύοντας στην οικογενειακή ταβέρνα της επαρχιακής πόλης της, κάνει το επίτευγμά της μυθικό και όλους εμάς να μοιάζουμε τόσο μικροί.
Η Κατερίνα Στεφανίδη, με το τέταρτο συνεχόμενο μετάλλιό της σε Ευρωπαϊκούς Αγώνες, μάλλον έδωσε τη δική της αγωνιστική απάντηση και υπενθύμισε ότι η εντυπωσιακή της καριέρα κινείται σχεδόν σε “σε ευθεία γραμμή” για πολλά χρόνια, παραμένοντας η σταθερή αξία του επί κοντώ παγκοσμίως. Αλλά πέρα από το αγωνιστικό, ο χαρακτήρας ενός αθλητή που χάνει το χρυσό και συνεχίζει να εμψυχώνει την αθλήτρια που συνεχίζει στα επόμενα ύψη, που ενδιαφέρεται για τις συναθλήτριές της, που χειροκτροτεί την πρώτη και χαμογελά ευτυχισμένη στο δεύτερο σκαλί, είναι που την κάνει μοναδική. Είναι η αθλήτρια που υποστήριζε με θέρμη το κοινό στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου γιατί αποτελεί το σημείο αναφοράς του αγωνίσματος.
Όλες αυτές οι αθλητικές κουλτούρες, οι προσωπικότητες, οι συμπεριφορές, το αυθεντικό χαμόγελο, η ηθική συγκρότηση και η διανοητική ανωτερότητα πίσω από τα τρία μετάλια, που φαινομενικά εκπροσωπούν την Ελλάδα, δεν έχουν καμία σχέση με τη μίζερη χώρα: Με το μέσο Έλληνα, με τη μέση συμπεριφορά, με το δημόσιο λόγο, με τα αντανακλαστικά της κοινωνίας, με τους θεσμούς της, με τα ΜΜΕ που ευτελίζουν ακόμη και τις επιτυχίες τους με βαρετά κλισέ, πόσο μάλλον με την πολιτική τάξη που παπαρολογεί θλιβερά για τα “αθλητικά ιδεώδη” αλλά ανέχεται ακόμη και το ρατσισμό απέναντι σε τεράστιους αθλητές.
Aλλά δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκφράζουν τον ελληνικό αθλητισμό, έστω και ιδωμένο ξέχωρα από τη γενικότερα εικόνα της χώρας, καθώς αυτός κυριαρχείται από άθλιες διοικήσεις, κακές συνθήκες, μηδενικό προγραμματισμό, παραγοντισμούς ως και υποκοσμιακές συμπεριφορές που πνίγουν κάθε υγιή δύναμη και συντελούν δραστικά στο γεγονός ότι η χώρα δεν διαθέτει αθλητική κουλτούρα.
Η Στεφανίδη, ο Τεντόγλου και η Ντρισμπιώτη πανηγυρίζουν με την ελληνική σημαία στους ώμους τους, δακρύζουν και χαμογελούν αλλά δεν εκπροσωπούν τη σημερινή Ελλάδα. Εκφράζουν τη δική τους μεγάλη και προσωπική υπέρβαση.
Πηγή: Tvxs.gr./Γιάννης Σιδηρόπουλος
Οι μεγάλοι δεν ξέρουν ότι ένα παιδί μπορεί να δώσει μια πολύ καλή συμβουλή ακόμη και για την πιο σοβαρή περίπτωση…





