Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Στην αρχή του καλοκαιριού πριν κλείσω τα δέκα, δεν φανταζόμουν πόσο θα μεγάλωνα σε λίγους μήνες. Βέβαια, είχα μόλις αποκτήσει το πρώτο μου όχημα, μισό-μισό με την αδελφή μου, ένα Πεζώ σπαστό, με ωραία χοντρά λάστιχα, ό,τι έπρεπε για τις αλάνες της Γλυφάδας, κι οι μέρες μου είχαν γεμίσει ταξίδια ανακάλυψης, πάντα πάνω από την λεωφόρο, εκεί άρχιζε η απαγόρευση. Η σχετική ελευθερία της ποδηλασίας κόπηκε όταν τσακωθήκαμε με τα γειτονόπουλα, δέκα αδέλφια με πατέρα στρατιωτικό στην αμερικανική βάση. Ζητούσαν ίσα δικαιώματα στο ποδήλατο μας, όμως όταν ξεκινούσαν το ένα μετά το άλλο μέχρι να χορτάσουν μας φώναζαν οι γονείς για φαί. Οταν αρνηθήκαμε πια την μοιρασιά μου έστησαν καρτέρι ένα σούρουπο και γλύτωσα με λίγες ψιλές χάρη στο γρήγορο πεντάλ. Η γιαγιά τρομαγμένη, θυμόταν ζοφερές ιστορίες για να μας τρομάξει κι εμάς.
Μέσα στο σκοτάδι του φόβου για άλλα αντίποινα και των νέων περιορισμών από το σπίτι, ήρθε ένας καλός φίλος των γονιών να μας ανακοινώσει ότι στον Άγιο Κοσμά λειτουργούσε μια αναβίωση του περίφημου Ναυτικού Ομίλου Αλεξανδρείας. Γονείς και παιδιά σπεύσαμε στην όαση νοσταλγίας κι ελπίδας, οι μεγάλοι συναντούσαν παλιούς φίλους, συμμαθητές, συναδέλφους και οι μικροί νέους φίλους που μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δηλαδή περιποιημένα ελληνικά με σκόρπιες λέξεις ή φράσεις στα αραβικά, τα σμυρνέικα, τα γαλλικά και τα ιταλικά.
Αμέσως ξεπέζεψα από την κατάθλιψη του ποδηλάτου, και αφού σκαρφάλωσα στην ιστιοφόρα μπανιέρα με το σημαδιακό όνομα όπτιμιστ, πήρα τη σκότα και το άτι ζωντάνεψε. Ο προπονητής, μέχρι τη μέση στο νερό, δεν πρόλαβε να μου δώσει τις οδηγίες και είχα πετάξει μακρυά από τον κόσμο των μικρών παντοτινά. Δεν ήμουν πιά κοντός και κοκκαλιάρης, κανείς δεν έφτανε να μου ρίξει φάπες ή να με κοροιδέψει, κανείς να μου δίνει εντολές. Πάνω η καρένα, μέσα η σκότα και γειά σας.
Έτσι νόμιζα για μερικές βδομάδες ώσπου ήρθε άλλος προπονητής, νέος και τουρκολιμανιώτης, δε σήκωνε την άγνοια, αλλά εμένα με σήκωνε από το αυτί στον ουρανό και με βούλιαζε στο βυθό με τις πατούσες του για να έχω ανάσα όταν θα τούμπαρε το σκάφος.
Ευτυχώς ήταν τα κορίτσια στο υπόστεγο και στην προπόνηση, να θυμίζουν ότι μεγαλώσαμε. Με τα μυτερά στηθη και την ντροπαλή ήβη να ξεμυτάει, όταν δεν προφταιναν να την ξυρίσουν, και το ένα κεφάλι μεγαλύτερο μπόι, είχαν μάτια μόνο για αγόρια με τρίχες στα πόδια και σχηματισμένα μούσκουλα, αλλά έβρισκαν παρηγοριά σε μας κι εμείς σε αυτά. Μαζί σκουπίζαμε την άμμο από το τσιμέντο, πλέναμε πανιά, βερνικώναμε κατάρτια και τιμόνια κι ελπίζαμε.
Οι λίγες στάσεις που απήχε ο όμιλος από την Γλυφάδα μας επέτρεπε να πηγαίνουμε μόνοι με το λεωφορείο, νέα κατάκτηση, και να μας μαζεύουν το βράδυ μετά τις δουλειές τους. Τα σάντουιτς που μας έφτειαχνε η γιαγιά τα αφήναμε κρυφά και παραγγέλναμε στο εστιατόριο ό,τι θέλαμε, όσα αναψυκτικά και παγωτά χωρίς περιορισμό, γιατί η σούμα έβγαινε με την βδομάδα. Στον υπόστεγο όταν έβραζε ο τόπος παίζαμε τάβλι στο υπόστεγο σα μεγάλοι λέγοντας «κωλόφαρδε» και «ρε» με κάθε ευκαιρία.
Οι μεγάλες στιγμές ήταν όταν έλειπε ο προπονητής και παίρναμε τα σκαφάκια για απόβαση σε διπλανούς κόλπους και βουτιές από την ξέρα. Όμως η μέγιστη στιγμή ήταν ένα μεσημέρι που βρεθήκαμε με την σχιστομάτα ψηλή ξανθιά στο ραντώ που πήγαιναν όλοι για ηλιοθεραπεία και βουτιές. Έπιασε μια φρέσκια μπουκαδούρα κι ένας ένας έφυγαν όλοι. Η σχεδία φτειαγμένη από άδεια βαρέλια και σανίδες, με ένα καναβάτσο για κάλυμα, κι όταν ξαπλώσαμε από κάτω του, προς το νοτιά, γίναμε αόρατοι από τη στεριά. Άρχισε ένα υπέροχο ταξίδι με τα λόγια, ο αέρας εχέμυθος, το κύμα να φουσκώνει ερεθιστικά και να λικνίζει τη σχεδία με τα πόδια στηλωμένα στο ίδιο σημείο.
Το ταξίδι διακόπηκε πριν φτάσουμε στο φιλί, από οργισμένο πατέρα άλλου παιδιού, που ήρθε κολυμπόντας να μας σώσει . Πόσο ανόητα ήμασταν να μας ψάχνουν οι πάντες μέχρι κάποιος να θυμηθεί ότι μας είδε να μένουμε πίσω στο ραντώ. Υπήρχε και μια ντροπή για το τι κάναμε κάτω από το καναβάτσο και πονηρά χαμόγελα από τα παιδιά που καμμιά διάψευση δεν τα έπειθε.
Το καλοκαίρι τελείωνε, είχα μεγαλώσει αρκετά, τέσσερις πόντους στον τοίχο που μας μετρούσαν κάθε μήνα, έδινα συμβουλές στα μικρά και μιλούσα με άνεση στα κορίτσια που εξακολουθούσαν δέκα πόντους ψηλότερα. Το πάρτυ του αποχαιρετισμού πριν ανοίξουν τα σχολεία έγινε σε μισοσκόταδο στην αμμουδιά, είχαν μεριμνήσει τα δεκαπεντάχρονα, δίχως επίβλεψη γονιών.
Ξαφνιάστηκα διπλά όταν αυτός που με ακούμπησε στον ώμο, ενώ χόρευα μπλούζ, ήταν ο πατέρας μου. Δεν θα ήταν στον Όμιλο εκείνο το βράδυ, θα ήταν στο νοσοκομείο με την γιαγιά.
– Φεύγουμε είπε κοφτά.
Μετά, θα έρθω μετά, προσπάθησα να περισώσω τον ανδρισμό κου.
Τώρα
Ήταν αυστηρός με ασυνήθιστο τρόπο. Δεν ήταν κόντρα, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να μου πει.
Στο αυτοκίνητο η μαμά έκλαιγε, η αδελφή μου έκλαιγε. Κατάλαβα.
Δεν επρόκειτο να ξανακούσω ανδριώτικες ιστορίες με καπετάνιους και ναυάγια. Ούτε το «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά» όταν κάθε βράδυ με σταύρωνε η γιαγιά πριν κοιμηθώ. Με μιάς είχα μεγαλώσει πολύ πάνω από τους τέσσερις πόντους του καλοκαιριού. Ήξερα το μυστικό των μεγάλων ότι κανείς δε νικά τα κακά.
Δημοσιεύτηκε στισ
“Τι μέρα είναι?” Είναι σήμερα», ψέλλισε το Γουρουνάκι. Η αγαπημένη μου μέρα», είπε ο Που.
Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: “Από την Άγνοια στη Σοφία”
Σ’ ένα τρένο κάθονται μαζί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένας διάσημος βιολόγος με διεθνή βραβεία, κι ένας σχεδόν αγράμματος αγρότης της περιοχής. Ο πρώτος, φοράει ένα άψογο επίσημο κοστούμι, σε σκούρο γκρι’ ο άλλος, ένα φθαρμένο αλλά καθαρό παντελόνι για τη δουλειά στα χωράφια. Ο επιστήμονας έχει γύρω του βιβλία, ενώ ο επαρχιώτης ένα μικρό μπογαλάκι με ρούχα.
«Θα διαβάσετε όλα αυτά τα βιβλία στο ταξίδι;» ρωτάει ο χωρικός. «Όχι, αλλά ποτέ δεν ταξιδεύω χωρίς αυτά» αποκρίνεται ο βιολόγος. «Και πότε θα τα διαβάσετε;» «Τα έχω διαβάσει… και όχι μόνο μια φορά.» «Και δεν τα θυμάστε;» «Τα θυμάμαι, όπως κι άλλα, πολύ περισσότερα…» «Τρομερό!!! Και για τι πράγμα μιλάνε αυτά τα βιβλία;» «Για ζώα…» «Τυχεροί θα είναι οι γείτονές σας, που έχουν κοντά έναν κτηνίατρο…» «Δεν είμαι κτηνίατρος’ είμαι βιολόγος.» «Ααααα!!! Και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά που ξέρετε αφού δεν γιατρεύετε ζώα;» «Για να ξέρω. Να ξέρω όλο και περισσότερα… Να ξέρω περισσότερα από κάθε άλλον.» «Κι αυτό σε τι χρησιμεύει;» «Κοιτάξτε… Θα σας δείξω, και με την ευκαιρία θα κάνουμε πιο παραγωγικό αυτό το ταξίδι. Ας υποθέσουμε ότι βάζουμε ένα στοίχημα. Ας πούμε ότι για κάθε ερώτηση που σας κάνω σχετικά με ζώα και δεν ξέρετε να μου απαντήσετε, θα μου δίνετε ένα πέσο. Και για κάθε ερώτηση που θα μου κάνετε εσείς σχετικά με ζώα κι εγώ δεν θα ξέρω να σας απαντήσω, θα σας δίνω, ας πούμε, εκατό πέσος…
Παρόλη τη διαφορά της χρηματικής αποζημίωσης, οι γνώσεις μου θα συμβάλουν να γείρει υπέρ μου η πλάστιγγα, και στο τέλος του ταξιδιού θα έχω κερδίσει και λίγα χρήματα.» Ο χωρικός σκέφτεται, σκέφτεται… Κάνει λογαριασμούς με το νου του και με τη βοήθεια των δαχτύλων του. Τελικά λέει: «Είστε βέβαιος;» «Απολύτως» απαντάει ο βιολόγος. Ο άνθρωπος με τις χωριάτικες βράκες χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα κέρμα του ενός πέσο (ένας χωρικός ποτέ δεν στοιχηματίζει εάν όεν έχει να πληρώσει). «Ν’ αρχίσω εγώ πρώτος;» ρωτάει ο χωρικός. «Αρχίστε» απαντάει με άνεση ο βιολόγος. «Για ζώα;» «Για ζώα…» «Αοιπόν… Ποιο είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;» «Τι;» ρωτάει ο βιολόγος. «Ρωτάω πώς λέγεται το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά.»
Ο επιστήμονας μένει άναυδος και δείχνει συλλογισμένος. Αμίλητος, ψάχνει μανιωδώς στη μνήμη του τη σωστή απάντηση… Περνούν τα λεπτά. Τότε, βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει: «Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα βιβλία μου;» «Φυσικά!» απαντάει ο αγρότης. Ο άνθρωπος της επιστήμης αρχίζει ν’ ανοίγει τον ένα τόμο μετά τον άλλον, ψάχνει στα ευρετήρια, κοιτάζει τις φωτογραφίες… Μετά, βγάζει ένα χαρτί και κρατάει σημειώσεις. Ύστερα κατεβάζει από το ράφι μια τεράστια βαλίτσα και βγάζει από μέσα τρία χοντρά βιβλία που τα συμβουλεύεται. Έχουν περάσει δύο ώρες και ο βιολόγος εξακολουθεί να ξεφυλλίζει βιβλία, να ψάχνει και να μουρμουρίζει ενώ κάνει ακατανόητα σχήματα στο σημειωματάριό του. Τελικά, από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν ότι το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ο βιολόγος επιταχύνει, ενώ λαχανιάζει ταραγμένος. Δεν τα καταφέρνει. Όταν το τρένο κόβει ταχύτητα, ο επιστήμονας βάζει το χέρι στην τσέπη, βγάζει ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των εκατό πέσος και λέει στον χωρικό: «Κερδίσατε… Ορίστε.» Ο χωρικός σηκώνεται όρθιος, παίρνει το χαρτονόμισμα, το κοιτάζει ικανοποιημένος και το χώνει στην τσέπη. «Ευχαριστώ» του λέει, και παίρνοντας το δισάκι του πάει να φύγει. «Περιμένετε, περιμένετε» τον σταματάει ο βιολόγος. «Ποιο είναι αυτό το ζώο;» «Ααααα… Ούτε εγώ το ξέρω…» λέει ο αγρότης. Και χώνοντας πάλι το χέρι στην τσέπη, βγάζει το ένα πέσο και το δίνει στον επιστήμονα, λέγοντας: «Ορίστε ένα πέσο. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, κύριε…»
Αποτέλεσμα εγκεφαλικού πυρετού, είχαν πει οι γιατροί. Και το επαναλάμβαναν όλοι οι συνάδελφοι απ’ το γραφείο που επέστρεφαν δυο-δυο, τρεις-τρεις, από το νοσοκομείο όπου είχαν πάει να τον επισκεφτούν. Ήταν κάπως σαν να απολάμβαναν να το ανακοινώνουν με επιστημονικούς όρους που είχαν μόλις μάθει από τους γιατρούς, σε κάποιον συνάδελφο που είχε αργήσει και τον συναντούσαν στον δρόμο: Φρενίτις, φρενίτις. Εγκεφαλίτις.
Φλεγμονή της μεμβράνης.
Εγκεφαλικός πυρετός.
Ήθελαν να δείχνουν θλιμμένοι, αλλά κατά βάθος ήταν ευχαριστημένοι που είχαν επιτελέσει το καθήκον τους. Υγιέστατοι οι ίδιοι, έβγαιναν από το στενάχωρο νοσοκομείο στο χαρούμενο γαλάζιο χρώμα του χειμωνιάτικου πρωινού.
Θα πεθάνει; Θα τρελαθεί; Ποιός ξέρει! Να πεθάνει, μάλλον όχι… Μα τι λέτε; Τι λέτε; Πάντα τα ίδια. Παραληρεί… Τον καημένο τον Μπελλούκα!
Δεν περνούσε από κανενός το μυαλό, δεδομένων των ειδικών συνθηκών στις οποίες αυτός ο δυστυχής ζούσε εδώ και τόσα χρόνια, ότι η περίπτωσή του μπορούσε να είναι απολύτως φυσιολογική. Και ότι αυτά που έλεγε ο Μπελλούκα και φαίνονταν σαν παραλήρημα σε όλους, σαν σύμπτωμα φρενίτιδος, ότι μπορούσαν να είναι η πιο απλή εξήγηση της δικής του απολύτως φυσιολογικής περίπτωσης.
Πράγματι, το γεγονός ότι ο Μπελλούκα, το προηγούμενο βράδυ, είχε υπερηφάνως εξεγερθεί κατά του προϊσταμένου του, και όταν εκείνος τον επέπληξε για την συμπεριφορά του, λίγο έλειψε να του χιμήξει, αυτό και μόνο αποτελούσε σοβαρό επιχείρημα ώστε να υποθέσει κανείς ότι επρόκειτο για πραγματική ψυχική νόσο. Διότι δεν γινόταν να φανταστεί κανείς άνθρωπο πιο πράο και πιο υπομονητικό από τον Μπελλούκα.
Κλειστός χαρακτήρας… ναι, ποιός τον είχε αποκαλέσει έτσι; Κάποιος από τους συναδέλφους στο γραφείο. Κλειστός ήταν ο καημένος ο Μπελλούκα, περιχαρακωμένος μέσα στα στενότατα όρια της στεγνής δουλειάς του λογιστή, χωρίς να ’χει τίποτα άλλο να θυμάται εκτός από ποσά χρεωστούμενα, από ποσά εξοφλημένα, έσοδα, έξοδα, από αφαιρέσεις, προσθέσεις, επιστροφές, ισολογισμούς. Από καρτέλες, βιβλία, φακέλους, αντίγραφα και ούτω καθ’ εξής.
Ένα κινητό αρχείο ή μάλλον ένας γέρικος γάιδαρος που έσερνε ήσυχα, με το ίδιο βήμα, πάντοτε στον ίδιο δρόμο, το κάρο, φορώντας παρωπίδες. Με λίγα λόγια, εκατό φορές τον είχαν μαστιγώσει αυτόν τον γέρο γάιδαρο, τον είχαν δείρει χωρίς έλεος, έτσι μόνο για να γελάσουν, για να δουν αν μπορούσαν να τον εκνευρίσουν λιγάκι, να τον κάνουν τουλάχιστον να κουνήσει τα δαρμένα του αυτιά, ή ίσως να δείξει πως είχε την πρόθεση να σηκώσει το πόδι του και να τραβήξει καμμιά κλωτσιά. Τίποτα απολύτως! Δεχόταν τις άδικες καμτσικιές και τις βίαιες τσιμπιές απόλυτα γαλήνιος, πάντα, χωρίς ούτε κάν να βαριανασαίνει, λες και τον άγγιζαν απλώς ή ούτε καν, λες και δεν τις ένοιωθε έτσι όπως είχε συνηθίσει χρόνια και χρόνια στα συνεχή βαρύτατα χτυπήματα από το καμτσίκι της μοίρας. Ήταν λοιπόν αδιανόητη πραγματικά μια εξέγερση εκ μέρους του, μπορούσε να εξηγηθεί μόνο ως ξαφνική εκδήλωση ψυχικής ασθένειας.
Για να μην πούμε δηλαδή ότι το προηγούμενο βράδυ, του άξιζε πραγματικά η επίπληξη. Είχε όντως δικαίωμα να την κάνει ο προϊστάμενός του. Από το πρωί είχε εμφανιστεί με ύφος καινούριο, ασυνήθιστο. Κάτι που ήταν σημαντικό, που θα μπορούσε να συγκριθεί, τι να πω, με φούρνο που γκρεμίστηκε, καθώς είχε έρθει με μισή ώρα καθυστέρηση. Το πρόσωπό του έμοιαζε να ’χει γίνει πιο μεγάλο, σαν να ’χαν φύγει ξαφνικά οι παρωπίδες, και του είχε αποκαλυφθεί αιφνιδιαστικά γύρω του όλο το θέαμα της ζωής. Λες και για πρώτη φορά είχαν ανοίξει τα αυτιά του και άκουγαν φωνές και ήχους που ώς τότε δεν τους γνώριζε. Έτσι χαρούμενος, με μια ιλαρότητα γεμάτη απορία, εμφανίστηκε στο γραφείο. Και όλη τη μέρα δεν δούλεψε καθόλου. Το βράδυ ο προϊστάμενος, μπαίνοντας στο γραφείο του, εξέτασε τα αρχεία και τις καρτέλες. Πώς έτσι; Τι έκανες σήμερα όλη μέρα; Ο Μπελλούκα τον είχε κοιτάξει χαμογελώντας, με ένα ύφος σχεδόν προκλητικό και είχε τεντώσει τα χέρια. Τι σημαίνει αυτό; φώναξε τότε ο προϊστάμενος πλησιάζοντάς τον, αρπάζοντάς τον από τον ώμο και τραντάζοντάς τον. Ε, Μπελλούκα; Τίποτα, είχε απαντήσει ο Μπελλούκα, πάντα με το ίδιο χαμόγελο στα χείλη, με κάτι μεταξύ αναίδειας και ανοησίας. Το τραίνο κύριε Καβαλιέρε. Το τραίνο; Ποιό τραίνο; Σφύριξε. Μα τι στο διάβολο μου λες; Τη νύχτα κύριε Καβαλιέρε. Σφύριξε. Το άκουσα να σφυρίζει. Το τραίνο; Μάλιστα κύριε.
Και αν ξέρατε ώς πού έφτασα! Μέχρι την Σιβηρία… και ακόμα… μέχρι τα δάση του Κογκό… Μέσα σ’ ένα λεπτό μονάχα, κύριε Καβαλιέρε!
Ακούγοντας τις φωνές του εξαγριωμένου προϊσταμένου, οι άλλοι υπάλληλοι είχαν έρθει στο γραφείο και ακούγοντας τον Μπελλούκα να λέει όλ’ αυτά, γελούσαν σαν τρελοί. Τότε ο προϊστάμενος, του οποίου η κακή διάθεση πρέπει να οξύνθηκε από αυτά τα γέλια, εξοργίστηκε τόσο που σφυροκόπησε το ήρεμο θύμα με διάφορα άσχημα αστεία. Όμως αυτή τη φορά, το θύμα προς κατάπληξη και σχεδόν τρόμο όλων, εξεγέρθηκε, φάνηκε επιθετικό, φωνάζοντας πάντα τις ίδιες ανοησίες για το τραίνο που είχε σφυρίξει, και, μα τον Θεό, τώρα πια όχι, τώρα που είχε ακούσει το τραίνο να σφυρίζει, δεν γινόταν πλέον, δεν ήθελε να τον μεταχειρίζονται άλλο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Τον πήραν δια της βίας, τον έδεσαν και τον έσυραν ώς το φρενοκομείο.
Εξακολουθούσε κι εκεί να μιλάει γι’ αυτό το τραίνο. Μιμείτο το σφύριγμά του. Ήταν ένα σφύριγμα κάπως παραπονεμένο, μακρινό, μέσα στη νύχτα, πικραμένο. Και αμέσως μετά πρόσθετε: Ξεκινάμε, ξεκινάμε… Κύριοι, για πού; Για πού; Και τους κοιτούσε όλους με κάτι μάτια που δεν ήταν πλέον δικά του. Αυτά τα μάτια, συνήθως θαμπά, χωρίς λάμψη, σκοτεινά, τώρα γελούσαν λαμπερά, σαν τα μάτια ενός παιδιού ή ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Κι από το στόμα του έβγαιναν ακατάληπτες φράσεις. Πράγματα ανήκουστα, ποιητικές εκφράσεις, γεμάτες φαντασία, πληθωρικές, που προκαλούσαν κατάπληξη καθώς ήταν αδύνατον να εξηγήσει κανείς χάρη σε ποιό θαύμα έβγαιναν από το στόμα αυτού του ανθρώπου που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ασχοληθεί με τίποτε άλλο εκτός από νούμερα, αρχεία, λίστες, ενός ανθρώπου που είχε μείνει σαν τυφλός και κουφός απέναντι στην ζωή, σαν μια συσκευή λογιστικών πράξεων. Τώρα μιλούσε για γαλανά μέτωπα πάνω σε χιονισμένα όρη που έφταναν ώς τον ουρανό. Μιλούσε για γλοιώδη και ογκώδη κήτη που στα βάθη των θαλασσών έφτιαχναν σημεία στίξεως με την ουρά τους. Πράγματα, επαναλαμβάνω, ανήκουστα. Όποιος ήρθε να μου τα προλάβει, μαζί με την είδηση της ξαφνικής ψυχικής ασθένειας, έμεινε δυσαρεστημένος, μην βλέποντας στο πρόσωπό μου απορία ή έστω μια ελαφριά έκπληξη.
Πράγματι εγώ δέχτηκα την είδηση σιωπηλά. Και η σιωπή μου ήταν γεμάτη πόνο. Κούνησα το κεφάλι, με τις άκρες των χειλιών μου πικρά στραμμένες προς τα κάτω, και είπα: Κύριοι, ο Μπελλούκα δεν τρελάθηκε. Να είστε σίγουροι ότι δεν τρελάθηκε. Κάτι πρέπει να του συνέβη, αλλά κάτι απολύτως φυσιολογικό. Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει, γιατί κανείς δεν ξέρει πώς έζησε αυτός ο άνθρωπος μέχρι τώρα. Εγώ το ξέρω και είμαι σίγουρος ότι θα το εξηγήσω με την λογική μόλις τον δω και μιλήσω μαζί του.
Καθ’ οδόν προς το φρενοκομείο όπου νοσηλευόταν ο κακομοίρης, άρχισα να σκέφτομαι: «Για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όπως ζούσε μέχρι τώρα ο Μπελλούκα, δηλαδή μια ζωή των αδυνάτων αδύνατη, ακόμα και το πιο εμφανές πράγμα, το πιο συνηθισμένο γεγονός, το παραμικρό ασήμαντο, απρόοπτο εμπόδιο, ας πούμε ένα χαλίκι στην πορεία του, μπορεί να έχει έναν φοβερό αντίκτυπο, κάτι που δεν θα μπορεί κανείς να εξηγήσει, αν δεν σκεφτεί ότι η ζωή αυτού του ανθρώπου υπήρξε των αδυνάτων αδύνατη. Πρέπει να οδηγήσουμε την ερμηνεία προς τα εκεί, να την ξανασυνδέσουμε με εκείνες τις συνθήκες της αδύνατης αυτής ζωής ώστε να φανεί απλούστατη και ξεκάθαρη. Όποιος βλέπει μόνο μια ουρά, χωρίς να φαντάζεται το τέρας στο οποίο ανήκει, μπορεί να την θεωρήσει από μόνη της τερατώδη. Χρειάζεται, όμως, να την επανασυνδέσει με το τέρας και τότε δεν θα του φαίνεται πια έτσι, αλλά όπως πρέπει να είναι όταν ανήκει σ’ εκείνο το τέρας. Μια απολύτως φυσιολογική ουρά». Δεν είχα δει ποτέ μου άνθρωπο να ζει έτσι όπως ζούσε ο Μπελλούκα. Ήμουν γείτονάς του και όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι οι ένοικοι του κτιρίου αναρωτιούνταν όπως κι εγώ πώς γινόταν ν’ αντιστέκεται αυτός ο άνθρωπος σε τέτοιες συνθήκες ζωής. Έμενε μαζί με τρεις τυφλές, την γυναίκα του, την πεθερά του και την αδελφή της πεθεράς του. Οι δυο τελευταίες, πολύ γριές, είχαν τυφλωθεί από καταρράκτη. Η τρίτη, η γυναίκα του, χωρίς καταρράκτη, κανονική τυφλή, με βλέφαρα κλειστά. Και οι τρεις είχαν ανάγκη από φροντίδα. Φώναζαν απ’ το πρωί ώς το βράδυ γιατί δεν τις φρόντιζε κανείς. Οι δυο κόρες ήταν χήρες, τις είχαν φέρει στο σπίτι μετά τον θάνατο των συζύγων τους, η μία είχε τέσσερα, η άλλη τρία παιδιά, οπότε δεν είχαν ποτέ χρόνο ούτε όρεξη να τις περιποιηθούν. Αν τυχόν το έκαναν, φρόντιζαν μόνο τη μητέρα τους. Με τον πενιχρό μισθό του λογιστάκου γινόταν να ταΐζει ο Μπελλούκα όλα αυτά τα στόματα; Είχε βρει και άλλη δουλειά για το βράδυ στο σπίτι: αντέγραφε καρτέλες. Και τις αντέγραφε μέσα στο πανδαιμόνιο των κραυγών από πέντε γυναίκες και επτά παιδιά που όλοι τους, και οι δώδεκα, δεν έβρισκαν χώρο να κοιμηθούν στα τρία μοναδικά κρεββάτια του σπιτιού. Τα κρεββάτια ήταν φαρδιά, διπλά μεν αλλά μόνο τρία.
Καυγάδες, οργή, κυνηγητό, αναποδογυρισμένα έπιπλα, σπασμένα πιατικά, κλάματα, ουρλιαχτά, πτώσεις, καθώς μέσα στο σκοτάδι κάποιο από τα παιδιά ξέφευγε και πήγαινε να κρυφτεί ανάμεσα στις τρεις τυφλές γριές που κοιμούνταν σε ένα κρεββάτι χωριστά και που κάθε βράδυ μάλωναν κι αυτές μεταξύ τους γιατί καμμιά τους δεν ήθελε να κοιμηθεί στη μέση και επαναστατούσε κάθε φορά που ερχόταν η σειρά της. Στο τέλος έπεφτε σιωπή και ο Μπελλούκα συνέχιζε ν’ αντιγράφει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, μέχρι να του πέσει η πέννα από το χέρι και τα μάτια του να βαρύνουν και να κλείσουν. Τότε πήγαινε και ξάπλωνε, συνήθως με τα ρούχα, σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο ντιβανάκι, και βυθιζόταν αμέσως σε ύπνο βαθύ, από τον οποίο κάθε πρωί σηκωνόταν με το ζόρι, πιο αποβλακωμένος παρά ποτέ.
Ε λοιπόν, κύριοι, στον Μπελλούκα υπό αυτές τις συνθήκες, συνέβη κάτι απολύτως φυσιολογικό. Όταν πήγα να τον βρω στο φρενοκομείο, μου τα διηγήθηκε ο ίδιος με το νι και με το σίγμα. Ναι, ήταν ακόμα λίγο αναστατωμένος, αλλά απολύτως φυσιολογικά μετά απ’ αυτό που του είχε συμβεί. Κορόιδευε τους γιατρούς, τους νοσοκόμους και όλους τους συναδέλφους του που πίστευαν ότι είχε τρελαθεί. Μακάρι, έλεγε, μακάρι να ’ταν έτσι!
Κύριοι, ο Μπελλούκα είχε ξεχάσει εδώ και πολλά χρόνια, πραγματικά είχε ξεχάσει ότι υπήρχε ο έξω κόσμος. Απορροφημένος από το διαρκές βασανιστήριο της δυστυχισμένης του ύπαρξης, απορροφημένος όλη μέρα από τους λογαριασμούς στο γραφείο του, χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα ούτε στιγμή, σαν αλυσοδεμένο ζώο, ζεμένο σε ένα αλέτρι ή σ’ έναν μύλο, μάλιστα κύριοι, είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια πραγματικά ότι υπήρχε ο έξω κόσμος. Πριν από δυο βράδια, καθώς πλάγιασε εξουθενωμένος σ’ εκείνο το παλιοντίβανο, ίσως λόγω της υπερβολικής κούρασης, δεν κατάφερε, πράγμα ασυνήθιστο, να αποικοιμηθεί αμέσως. Και ξαφνικά, μες στην βαθιά σιγή της νύχτας, είχε ακούσει από μακριά το σφύριγμα ενός τραίνου. Του φάνηκε ότι τα αυτιά του μετά από τόσα χρόνια, ποιός ξέρει πώς, είχαν ξεβουλώσει αιφνιδίως. Το σφύριγμα εκείνου του τραίνου του είχε ανοίξει την καρδιά και απρόσμενα είχε πάρει μακριά την μιζέρια απ’ όλες τις τρομερές του αγωνίες, και σαν να είχε βγει από τον τάφο, είχε βρεθεί να κινείται ελεύθερα, να ανασαίνει μέσα στο κενό, στον αέρα του κόσμου που ανοιγόταν τεράστιος ολόγυρά του. Κρατήθηκε από ένστικτο από τις κουβέρτες με τις οποίες σκεπαζόταν πρόχειρα κάθε βράδυ, και έτρεξε νοερά πίσω από εκείνο το τραίνο που απομακρυνόταν μέσα στη νύχτα. Υπήρχε, αχ ναι, υπήρχε πράγματι πέρα από εκείνο το απαίσιο σπίτι, πέρα από τα βάσανά του, υπήρχε ο κόσμος, πολύς, πάρα πολύς μακρινός κόσμος, και προς τα εκεί κατευθυνόταν το τραίνο… Φλωρεντία, Μπολόνια, Τορίνο, Βενετία… τόσες πόλεις που τις είχε επισκεφτεί όταν ήταν νέος και που σίγουρα ακόμα κι αυτή τη νύχτα έλαμπαν με τα φώτα τους πάνω στη γη. Ναι, ήξερε πώς ζούσαν εκεί! Τέτοια ζωή είχε κάνει κι εκείνος κάποτε σ’ αυτά τα μέρη! Αυτή η ζωή συνεχιζόταν πάντα όσο εκείνος εδώ, σαν αλυσοδεμένο ζώο, γύριζε τις μυλόπετρες. Δεν το σκεφτόταν καν! Ο κόσμος είχε κλείσει για’ κείνον, στο βασανιστήριο του σπιτιού του, στην στεγνή, άχαρη κατάσταση που δημιουργούσε η δουλειά του λογιστή… Μα νά που τώρα αυτή η ζωή, ξανάμπαινε, θαρρείς με βίαιη μετάγγιση, μέσα στο πνεύμα του. Η στιγμή που εκτοξεύθηκε γι’ αυτόν μέσα στην φυλακή του, τον έκανε να διαπεράσει σαν ηλεκτρικό ρίγος ολόκληρο τον κόσμο, κι εκείνος με την φαντασία του ξαφνικά αφυπνισμένη μπορούσε να ακολουθεί το τραίνο σε πόλεις γνωστές και άγνωστες, σε πεδιάδες, βουνά, σε δάση και θάλασσες… Ήταν το ίδιο ρίγος, το ίδιο χτυποκάρδι από τα παλιά χρόνια. Όσο εκείνος εδώ ζούσε αυτή την «αδύνατη» ζωή, υπήρχαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη γη που ζούσαν διαφορετικά. Την ίδια στιγμή που εκείνος υπέφερε, υπήρχαν μοναχικά χιονισμένα βουνά που ύψωναν τις γαλάζιες κορφές τους στον νυχτερινό ουρανό… ναι, ναι, τα έβλεπε, μπορούσε να τα δει, τα έβλεπε έτσι ακριβώς… υπήρχαν ωκεανοί… δάση… Κι έτσι λοιπόν εκείνος, τώρα που ο κόσμος είχε ξαναμπεί μέσα στο πνεύμα του, μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να παρηγορηθεί! Ναι, βγαίνοντας κάθε τόσο από το μαρτύριό του και παίρνοντας με την φαντασία του μια ανάσα στον κόσμο. Του ήταν αρκετό!
Όπως ήταν φυσικό, την πρώτη μέρα είχε υπερβάλει. Είχε μεθύσει. Όλος ο κόσμος μέσα σε μια στιγμή, ήταν κάτι κατακλυσμιαίο. Σιγά σιγά θα ξανάβρισκε την ισορροπία του. Ήταν ακόμα σε κατάσταση μέθης από τον τόσο πολύ αέρα, το αισθανόταν. Μόλις συνερχόταν εντελώς θα πήγαινε να ζητήσει συγγνώμη από τον προϊστάμενό του και θα συνέχιζε όπως πάντα την λογιστική του εργασία. Μόνο που τώρα ο προϊστάμενος δεν έπρεπε να απαιτεί πάρα πολλά από εκείνον όπως στο παρελθόν. Θα έπρεπε να του επιτρέπει πού και πού, ανάμεσα στην μια καρτέλα και στην επόμενη, να κάνει μια μικρή επίσκεψη στην Σιβηρία… ή ίσως στα δάση του Κογκό. Μόνο για ένα λεπτό, κύριε Καβαλιέρε μου. Τώρα που σφύριξε το τραίνο…
LUIGI PIRANDELLO* Aπό τα Διηγήματα για έναν χρόνο
Μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη πηγή: anagnostis.gr
*Ο Λουίτζι Πιραντέλλο (ιταλ.: Luigi Pirandello, 28 Ιουνίου1867 – 10 Δεκεμβρίου1936), ήταν Ιταλόςδραματουργός, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, στον οποίο απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Ο ίδιος ο συγγραφέας έλεγε πως ήταν ελληνικής καταγωγής και πως το επίθετό του είναι παραφθορά του ελληνικού Πυράγγελος
•Παρά τις αυστηρές εκκλήσεις αξιολογων διανοουμένων και πανεπιστημιακών που εξέθεσαν,ορθως,τις ευαισθησίες τους οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα δεν πέφτουν για ένα σκάνδαλο η από μια μόνο θεματική πολεμικη.Ανατρέξτε στην ιστορία και θα το δείτε.Κοσκωτάς,Καστελτρουτζι,υποκλοπές Α,Χρηματιστήριο,Βατοπεδι,ομόλογα,τηλεοτπτικες άδειες,παραδικαστικό και δεν συνεχίζω.Παρα τα όσα γράφει ο φίλος και αγαπητός Νίκος Αλιβιζάτος «δεν είθισται».Και δεν ειμαστε οι μόνοι. «δεν είθισται» και σε άλλες προηγμένες δημοκρατιες Νίκο μου παρά τα όσα γράφεις. •Ειδικα δεν είθισται όταν η εναλλακτική είναι κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ,ΠΑΣΟΚ ,Βαρουφακη με ανοχή του ΚΚΕ και Βελόπουλου.Μια ωραία ατμοσφαιρα.Όταν ζητάς παραίτηση κ.καθηγητά μου,αγαπητέ,πρέπει να προεκτεινεις και στις συνεπειες. Γι αυτο αν έχετε παρατηρήσει το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλακης υπεύθυνα και μετά λόγου και προς μηνιν του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν ζητησει τη παραίτηση της κυβέρνησης.Ξέρουν πολύ καλά τι τους γίνεται. •Θα μπορούσε να παραιτηθεί η κυβέρνηση;Ναι.Αν ο Μητσοτάκης φιγουραριζε ντιρλα σε κωλομπαρο να προκαλεί με αισθησιακες κινησεις τρεις εν απογνωσει καλλονές και να τις φιλάει στο λαιμο Ε ναι θα είχε παραιτηθεί.Ούτε μπορώ να διανοηθώ τα άρθρα τις αναρτήσεις τις κοινοβουλευτικές αποσκιρτήσεις κλπ.Της κακομοίρας.Στις παρέες η συζήτηση θα άρχιζε με το «Ε όχι απαράδεκτο αισχρό να τσακιστεί να φύγει»•Ενώ στις υποκλοπές η συζήτηση θα άρχιζε «Ε εντάξει κακό αλλά δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος». •Υπάρχουν εμφανείς ελληνοφιλανδικες πολιτιστικές διάφορες.Εδώ όλα επιτρεπονται εν κρυπτω.Εκεί όλα επιτρέπονται εν φανερώ.Λένε μερικοί αυστηροί Φινλανδοί.Και τι θα ειχε γίνει αν η Σανα έπρεπε να λάβει μια απόφαση και ήταν μεθυσμένη;Ε τι θα είχε γίνει;το πολύ πολύ να είχε φύγει η Φιλανδια από το ΝΑΤΟ.Για λίγο όμως.Την επόμενη θα ξαναγυρνούσε.
Είναι η εθελοδουλία το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των μαζών, όπως υποστηρίζει ο γάλλος διανοούμενος Ετιέν ντε λα Μποεσί;
Στη σχετική αναφορά μας την προηγούμενη Κυριακή στη σειρά των θερινών άρθρων μας έρχεται να δώσει μιαν άλλη πιο πειστική αλλά και πολύ απογοητευτική απάντηση ο ξεχωριστός έλληνας κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης με το περίφημο δοκίμιό του υπό τον τίτλο «Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών» (Σεπτέμβριος 1941).
Ο Λεμπέσης τάραξε τα νερά της διανόησης της εποχής του υποστηρίζοντας τα εξής: Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων απαρτίζεται από βλάκες, οι οποίοι όμως έχουν τον αναγκαίο νου για να αντιλαμβάνονται τη διανοητική τους ανεπάρκεια. Γι’ αυτό και συνασπίζονται βάσει της αρχής της ελάχιστης προσπάθειας δημιουργώντας κλίκες για την αντιμετώπιση ισχυρότερων δυνάμεων στο πρόσωπο των λίγων ή του ενός.
Η αγελοποίησή τους προκύπτει από τον δικαιολογημένο πανικό από τον οποίο κατατρύχονται. Και το κακό είναι ότι «η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις. Ούτω υφίσταται ακατανίκητον την έλξιν προς τας παντός είδους αγελέας αντιατομιστικάς και ομαδοποιητικάς θεωρίας, από τους πάσης φύσεως παρεμβατισμούς μέχρι του Σοσιαλισμού και του Κομμουνισμού.
Ο βλαξ υπουργός – παρατηρεί ο Λεμπέσης -, ο αγόμενος και φερόμενος από τους υπαλλήλους του και τα μέλη του εργατικού σωματείου, τα οποία εκμεταλλεύεται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος ότι η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα».
Πάντως είναι παρήγορη η διαπίστωση του συγγραφέα ότι άνευ βλακών δεν θα υπήρχε εκμετάλλευση, αλλά και άνευ εκμετάλλευσης δεν θα υπήρχε πολιτισμός!
Ας σημειωθεί ότι πολύ πριν από τον Λεμπέση τη βλακεία των μαζών είχε αξιολογήσει ο καρδινάλιος Μαζαρίνος (πρωθυπουργός του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας), ο οποίος είχε διατυπώσει κανόνες επιτυχούς διοίκησης πολύ ρεαλιστικότερους από εκείνους του διασημότερου για τον πολιτικό κυνισμό του Νικολό Μακιαβέλι.
«Δίνε δώρα και μάλιστα δώρα που δεν στοιχίζουν τίποτα, π.χ. προνόμια και θέσεις, συνιστούσε ο Μαζαρίνος ή αν δεν μπορείς αυτό, δίνε υποσχέσεις. Γιατί η υπόσχεση είναι ένας τρόπος να μη δίνεις τίποτα και να εξαγοράζεις τους ανθρώπους με ωραία λόγια. Αν θες την εύνοια του λαού τάξε του υλικά οφέλη, γιατί αυτά τον συγκινούν περισσότερο. Οχι οι τιμές και οι δόξες. Να είσαι πάντα ο συνήγορος των αρετών του και να μην αντιστέκεσαι σε ό,τι του αρέσει».
Θα έλεγε κανείς ότι τις πολιτικές παρακαταθήκες του σατανικού γάλλου καρδιναλίου έχουν μελετήσει και κάνει οδηγό πολιτικής συμπεριφοράς οι περισσότεροι πολιτικοί μας με εκτός συναγωνισμού τον Αλέξη Τσίπρα. Ακριβώς γιατί όχι μόνο μοίραζε θέσεις, προνόμια και υποσχέσεις, αλλά και γιατί αποδεικνύεται ότι έχει ασκηθεί στο να παίζει θέατρο, συμμορφούμενος με την υπόδειξη του Μαζαρίνου «να μην αποκαλύπτει σε κανέναν τα πραγματικά του αισθήματα φτιασιδώνοντας την καρδιά του, όσο και το πρόσωπό του, τους τόνους της φωνής του όσο και τις λέξεις του». Υποδειγματικός μαθητής του Μαζαρίνου ο Αλέξης Τσίπρας, ακόμα και αν δεν έχει διαβάσει το εγκόλπιό του, όπως υποθέτω.
•Πρόκειται για ένα σπουδαίο σύγγραμμα δυο Αμερικανών καθηγητών.Των Λεβιτσκι και Ζιμπλατ.Αποδεικνύουν τρια αυτονόητα.Οι δημοκρατιες ασφυκτιούν και πεθαίνουν α)Όταν δεν λειτουργούν οι θεσμοί.β)Όταν οι θεσμοί λειτουργούν προσχηματικά.γ)Όταν καταλύεται το «άγραφο δίκαιο» που συμπληρώνει το γραπτο.Αυτό το δίκαιο οι καθηγητές αποκαλούν «προστατευτικό κιγκλίδωμα »της δημοκρατίας.Είναι αυτό που υπαγορεύει σε όλους «άγραφα» τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις όταν ασκείς εξουσία.Με η χωρίς έγκριση Εισαγγελέως.Τι να πει ρε παιδιά ο Εισαγγελέας;Αυτόν παρακολουθείστε τον αλλά τον άλλο όχι;Μιλάμε για μεγαλεπήβολη θεσμική υποκρισία. •Αρχίζει η συζήτηση για την ΕΥΠ.Ενώπιον προσχηματικών θεσμών όπως η Επιτροπή Θεσμών και Διαφανειας και κάποιας ακομα εξεταστικής επιτροπής.Ανούσια διαδικασία.Η ΕΥΠ μπορεί να λειτουργήσει μόνο με «άγραφο δίκαιο».Εκ φύσεως η δράση της έχει απόσταση απο το γραπτό δίκαιο.Όλοι το ξέρουν και κανεις δεν το λέει.Δεν εχει σημασία ποια εργαλεία έχει στη διάθεση της αλλά πως τα χρησιμοποιεί.Για να αρχισει να λειτουργεί το «άγραφο δίκαιο» δεν απαιτουνται νόμοι.Απαιτείται ένα και μόνο.Ευρεία και υποχρεωτική ,ως προυποθεση διορισμού συναίνεση ,στο πρόσωπο του διοικητή και των υποδιοικητών.Δυο αναμφίβολα προσόντα πρέπει να περνούν τα σαράντα κύματα πριν το διορισμό.Επιχειρησιακή ικανότητα και αποδεδειγμένη προσήλωση στη Δημοκρατία και το Κρατος Δικαίου.Αμφότερα απαιτούν ηλικία και κύρος. •Δηλαδή εν ολίγοις.Δεν μπορεί να είναι διοικητής της ΕΥΠ ο κ.Κοντολέων η κάτι ανάλογο.Δεν γίνεται.Ας τον έβαζαν αρμόδιο για τις παιδικές χαρές.Τα υπόλοιπα είναι για το θεαθήναι. •Κι ας το καταλάβουν επίσης.Η ΕΥΠ έχει σοβαρότατο εθνικό έργο να επιτελέσει.Δεν είναι χώρος κατάλληλος για χοροεσπερίδες πρακτόρων ,όπως προκαλώντας το γέλωτα ,έπραττε στο παρελθόν.Ο δε έλεγχος της δράσης της πρέπει να ανήκει σε ένα μικρό σώμα Δικαστών υψηλού κύρους και με αισθηση ευθύνης και σεβασμού των απόρρητων και της εχεμύθειας..Αλλά χωρίς καμία έκπτωση στην καταστολή των παρατραγουδων.Έχουμε ανθρώπους Ουκ ολίγους να επιτελέσουν υπεύθυνα αυτές τις αποστολές. •Τέλος ας το πω.Η ΕΥΠ είναι εθνική υπηρεσία.Δεν είναι παράρτημα υπηρεσιών συμμαχικών χωρών.Το λέω με απλά λόγια και ο νοών νοείτο.
Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις. Αν θέλεις να έρθουν μυρμήγκια, βάλε ζάχαρη στο πάτωμα….
Δημοσιεύτηκε στισ
Θα τα καταφέρεις καλύτερα αν έχεις πάθος για κάτι στο οποίο έχεις ικανότητα να το κάνεις. Αν ο Warren Buffett είχε πάει στο μπαλέτο, κανείς δεν θα είχε ακούσει για αυτόν!!