Μου έρχεται να μπήξω μια φωνή χωρίς να ξέρω τι να κατηγορήσω: το χρήμα που αγοράζει ή την ζωή που εξαγοράζεται..
Μενέλαος Λουντέμης

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Μου έρχεται να μπήξω μια φωνή χωρίς να ξέρω τι να κατηγορήσω: το χρήμα που αγοράζει ή την ζωή που εξαγοράζεται..
Μενέλαος Λουντέμης



Οροπέδιο Τσιγκουρατίου


Ένας από τους πλέον γνωστούς και χιλιοτραγουδισμένους ρυθμούς που γνωρίσαμε με την φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, το θρυλικό κομμάτι «Μαντουμπάλα» (ή Μαντουβάλα) προσαρμόστηκε στα ελληνικά ήθη, παρά το γεγονός ότι στην αυθεντική εκτέλεσή του περιγράφει μια τραγική ιστορία που μας έρχεται από πολύ μακριά και συγκεκριμένα από την Ινδία.
Άλλωστε το όνομα Μαντουμπάλα στα ινδικά σημαίνει «γλυκό κορίτσι» και αυτό ακριβώς ήταν και η νεαρή ηθοποιός η οποία μεσουράνησε την δεκαετία του ’50 στα κινηματογραφικά δρώμενα αυτής της πολυπληθούς χώρας. Στην πραγματικότητα ίσως υπήρξε η πρώτη αληθινά μεγάλη σταρ αυτού που δεκαετίες αργότερα θα γινόταν ευρέως γνωστό ως Μπόλιγουντ και θα μετατρεπόταν σε μια «βαριά» βιομηχανία που σε οικονομικούς όρους ανταγωνίζεται ακόμη και την ίδια την «Μέκκα του σινεμά» στο Χόλιγουντ.
Ωστόσο όλη αυτή η φήμη, η δόξα και τα χρήματα αποτέλεσαν μόνο το ένα σκέλος της ιστορίας της ηθοποιού η οποία την ίδια ώρα αντιμετώπιζε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας που είχε και μεγάλο αντίκτυπο και στην προσωπική της ζωή.
Για το ελληνικό κοινό η πρώτη γνωριμία με αυτόν τον χώρο έγινε το 1951 όταν και προβλήθηκε το φιλμ «Ο αλήτης της Βομβάης» το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς Έλληνες δημιουργούς. Ήταν η εποχή που κυριαρχούσαν τα κοινωνικά δράματα, με τους Ινδούς να αποδεικνύονται εξαιρετικοί σε αυτό το είδος και πολλές ταινίες τους να κάνουν θραύση, ειδικά σε χώρες της Μέσης Ανατολής, την Τουρκία αλλά και τα μέρη μας.

Όταν ο Στέλιος Καζαντζίδης είδε το έργο εντυπωσιάστηκε με πολλά πράγματα, αλλά κυρίως με τον ρυθμό ενός τραγουδιού που έλεγε η πρωταγωνίστριά του, η θρυλική Ναργκίς. Εμφανίστηκε, λοιπόν, μπροστά στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου προτείνοντάς της να δουλέψουν πάνω στον σκοπό για να κάνουν μια διασκευή. Η σπουδαία Ελληνίδα στιχουργός γνώριζε πολύ καλά το ινδικό σινεμά και μέσα της γεννήθηκε η ιδέα να προσαρμόσει αυτό που μόλις είχε ακούσει με την ιστορία της Μαντουμπάλα, της άλλης διάσημης ηθοποιού της εποχής.


Καθώς συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το πολύ γνωστό μυθιστόρημα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου.
Πρόκειται για το 16ο κεφάλαιο, στο οποίο ο αφηγητής, ο Μανώλης Αξιώτης, μικρασιάτης που είχε πάει εθελοντής στον ελληνικό στρατό, επιστρέφει κακήν κακώς μόνος του στη Σμύρνη μετά το σπάσιμο του μετώπου και τον πανικό που ακολούθησε.
Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολυδιαβασμένο, μάλιστα πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια (επί υπουργίας Μαριέτας Γιαννάκου) είχε διανεμηθεί και στα σχολεία. Έχω διαβάσει ότι ο κεντρικός ήρωας είναι υπαρκτό πρόσωπο ή τέλος πάντων ότι η συγγραφέας βασίστηκε στις αναμνήσεις και τις διηγήσεις ενός υπαρκτού προσώπου -αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σε βάθος αυτή την ιστορία, όποιος ξέρει μας διαφωτίζει στα σχόλια.
Παραθέτω το κείμενο και στο τέλος εξηγώ κάποια λεξιλογικά (και έχω και μια απορία, που σας την υποβάλλω). Η έκδοση που έχω εγώ δεν έχει γλωσσάρι, πράγμα που ασφαλώς χρειάζεται στις μέρες μας, που κάποιες λέξεις έχουν αρχίσει να ξεχνιούνται ή έχουν ξεχαστεί -βλέπω όμως οτι σε νεότερες εκδόσεις υπάρχει γλωσσάρι.
Μόλις πάτησα το ποδάρι μου στη Σμύρνη, στάθηκα να πάρω ανάσα. Σταυροκοπήθηκα, μ’ έπιασε μια ξαφνική χαρά. Πάντα εδώ στη Σμύρνη έβρισκε σιγουριά κι αποκούμπι η ρωμιοσύνη. Οι Τούρκοι τη λέγανε «Γκιαούρ Ισμίρ» κι ήτανε πραγματικά η Άπιστη γι’ αυτούς· για μας όμως ήτανε η χαρούμενη και φιλόξενη πρωτεύουσα τού ελληνισμού. Μοσχοβολούσε γιασεμί και λαχταρούσε για λευτεριά. Μόνο να σεργιανάς στο Και, στα μπουλβάρια, στους βερχανέδες, να νταραβερίζεσαι στα μπεζεστένια, να πίνεις ρακί στο Κόρσο, να βλέπεις παντού κέφι, χαρά, σου μαλάκωνε η καρδιά, γέμιζε φως, πόθους, θάρρητα. Να ζήσω, έλεγες, να ζήσω, να δουλέψω απεξαρχής, να φτιάσω τούτο και τ’ άλλο, να χαρώ, ν’ αγαπήσω, να χτίσω.
Τώρα τί ’τανε αυτό π’ αντίκριζα; Μια νεκρή πολιτεία. Τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. Τα σπίτια βουβά, σαν ακατοίκητα. Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει στο δρόμο. Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σαν μια σειρά κάμπιες. Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολιασμένα, χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ’ το εσωτερικό. Σέρνανε μαζί τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μ’ άρρωστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. Οι εκκλησιές, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες· βελόνι να ’ριχνες δε θα ’πεφτε.
Γύριζα σαν χαμένος ανάμεσα σ’ αυτό τον κόσμο κι έψαχνα να βρω τούς δικούς μου. Ο Γιάκαβος, ένας κουμπάρος μας, μου ’πε πώς τους είχε ανταμώσει και μάλιστα η μάνα μου χόλιαζε, λέει, για μένα και για τον αδερφό μου το Σταμάτη. Καταλάβαινα πώς έπρεπε να βιαστώ ν’ ανταμώσω τη φαμελιά, να δούμε πώς θα τα ξεκεφαλιώσουμε, μα τα ποδάρια μου δε με σηκώνανε, ήμουνα πεθαμένος, δεν είχα πια μέσα μου παρά μια πεθυμιά, να γείρω κάπου να κοιμηθώ για μήνες.
Στο Παραλλέλι κοντοστάθηκα στον καθρέπτη ενός μπαρμπέρη κι είδα τα χάλια μου. Το χιτώνιό μου ήτανε ξεσχισμένο, όλο αίματα. Το δίκοχό μου ξεχασμένο στο πίσω μέρος τού κεφαλιού. Τα γένια μου άγρια.
Το κουρείο ήταν ανοιχτό. Δεν πάω, σκέφτηκα, να λουστώ, να κουρευτώ, ν’ αλλάξω το σουλούπι μου; Έτσι που είμαι, κι η μάνα μου η ίδια θα τρομάξει σα μ’ αντικρίσει. Το μάτι μου έπεσε, με το πρώτο, στη γυριστή πολυθρόνα που θα δεχότανε το αποκαμωμένο κορμί μου.
Ο μπαρμπέρης, ένα λιγνό συμπαθητικό γεροντάκι, σάλταρε στην πόρτα, μόλις μ’ είδε να κοντοστέκουμαι, μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο και μ’ έσυρε σαν υπνωτισμένο στην πολυθρόνα.
– Έλα, μου ’πε, λες και γνωριζόμασταν από χρόνια. Κάτσε να σου συγυρίσω τη φάτσα. Πώς κατάντησες σέ τέτοιο χάλι; Εσένα όχι άνθρωπος, μα και Χάρος να σε δει θα σκιαχτεί.
Γέλασε μόνος με το χωρατό του κι υστέρα έπιασε να βρίζει τούς Τούρκους.
– Σεϊτάνηδες, ντεληφισέκηδες! Σάς ηπέρασε από την άδεια σας κούτρα, πως θα φάτε τον ελληνικό στρατό! Χαερσίζηδες, μπαμπέσηδες…
Δεν τον πολυάκουγα. Με το πρώτο άγγιγμα στην πολυθρόνα, ξεκουρντίστηκα ολόκληρος· χαλάρωσε το κορμί μου σαν να βυθιζόμουνα σέ μαλακωσιά. Όμως ο μπαρμπέρης ήτανε αποφασισμένος να μη μ’ αφήκει να κοιμηθώ. Μου κουνούσε απότομα το κεφάλι πάνω, κάτω, ζερβά, δεξά, πέταγε όσο πιο τραγουδιστές μπορούσε τίς ψαλιδιές του, μ’ έφερνε γύρα κι όλο με σκουντούσε:
– Μην αποκοιμηθείς, παλικαρόπουλο, γιατί με τη νύστα οπού ’χεις έλόγου σου, δε θα ξυπνήσεις μήτε στη δεύτερη παρουσία…
Όσο λαχταρούσα εγώ τον ύπνο, άλλο τόσο λαχταρούσε αυτός την κουβέντα. Όταν είδε άνέλπιστα ν’ αράζει πελάτης στο μαγαζάκι του τον έπιασε χαρά. Η μοναξιά κείνες τίς ώρες τού ’φερνε τρέλα.
– Φαίνεσαι αποκαμωμένος, φουκαρά μου, έκανε. ‘Έρχεσαι απ’ τίς πρώτες γραμμές;
Ήθελα να του πω πως δεν υπάρχουνε πια ούτε πρώτες γραμμές, ούτε δεύτερες μα η γλώσσα μου είχε μουδιάσει· το μόνο που κατάφερα ν’ αρθρώσω ήτανε ένα «ν…ναι» που έμοιαζε με βέλασμα.
– Εψές, έλαψε κι ηκούρεψα δυο τρεις φαντάρους, οπού ’χαν τα δικά σου χάλια. Μ’ αυτοί ’τανε θεόλωλοι, δεν ηξέρανε τι τους ηγινούντανε. Φτάσανε να μου πούνε πως ο ελληνικός στρατός δε θα κρατηθεί ούτε μια βδομάδα πια στη Μικρασία. Ακούς;
Άκουγα άκρες μέσες και καταλάβαινα τι ’θελε να πει το γεροντάκι, μα δεν μπορούσα να στυλώσω μάτι να τον κοιτάξω. Τα ματοτσίνουρά μου γίνανε σιδερικά. Η κεφαλή μου βούιζε, ήμουνα και δεν ήμουνα ξύπνιος. Ο μπαρμπέρης, πονηρός, όταν είδε πώς μαζί μου δεν μπορούσε να στρώσει κουβέντα, άρπαξε μια κανάτα νερό κρύο κι αρχίνησε να με λούζει, να με ταρακουνάει– μόνο μπάτσους που δε μου ’δωκε. Μισάνοιξα τα μάτια μου, έτοιμος να τόνε διαβολοστείλω, μ’ αντίκρισα το βλέμμα του, το γεμάτο ικεσία.
– Φαίνεσαι ξυπνητός και κουραγιόζος, μου ’πε. Δε μοιάζεις σύ από κείνους που ησερσεμιάσανε και λένε πώς η μικρασιατική εκστρατεία πάει κατά διαόλου. Αυτοί ούλοι είναι κατουρημένοι, πράχτορες τού Κεμάλ. Άκουσε που σου λέω. Βρε, εδώ ο Τρικούπης επήρε την αρχιστρατηγία και ηπέρασε στην αντεπίθεση! Το ξέρεις αυτό;
Είχα τη διάθεση να του πω όλη την αλήθεια, να τόνε τρελάνω, μα το πάθος που έβαζε στα λόγια του μου θύμισε τον παλιό εαυτό μου και μέρεψα. Κείνος συνέχισε το χαβά του!
– Αν δεν το ξέρεις, μάθε το από μένανε. Στον Τσεσμέ, φίλε, δεν μαντζέβεται ο στρατός για να πιάσει τσι θάλασσες και να λακήσει. Όγεσκε! Την άμυνα των παραλίων μας οργανώνει. Όπου να ’ναι θ’ ακούσεις να βγαίνουνε τα παραρτήματα και τότες θα μαθευτούνε τα νέα. Η Αγγλία, σου λέει, είναι παρά το πλευρόν μας, δε θα μας απαρατήοει – στο πείσμα κείνης τση σκρόφας, τση Γαλλίας!
Σαν μύγες τα ’νιωθα τα λόγια του να στριφογυρνάνε και να πιλατεύουνε το μισοϋπνωτισμένο μου μυαλό. Στα υστερνά έχασα πιά την υπομονή μου κι άνοιξα κι εγώ το στόμα μου.
– Για ποιον Τρικούπη μιλάς, μπάρμπα; Τώρα κι άλλη μια! ο Τρικούπης πιάστηκε αιχμάλωτος με το στρατό του. Οι τρανοί τσ’ Αθήνας μας παρατήσανε σύξυλους κι ένας Θεός ξέρει τι θ’ απογίνουμε. Όσο για τσ’ Εγγλέζους, μη γελιέσαι. Ούτ’ αυτοί ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Αμερικάνοι ούτε διάολος στη φύτρα τους, κανείς, μωρέ, κανείς πια δε σκοτίζεται για τα μας. Αυτοί μας ανοίξανε τον τάφο, πάρ’ το χαμπάρι.
Τού γέρου το σαγόνι αρχίνησε να τρέμει· χτυπολογούσαν οι ξένες μασέλες του, έγινε κίτρινος σαν θειάφι. Τα μάτια του μίκρυναν, σκλήρυναν, αλληθώρισαν. Τα χέρια του που κρατούσαν ξουράφι, είπα πώς θα μου ’κοβαν το λαιμό.
– Τι λες, μωρέ θεοπάλαβε! βρουχήθηκε. Ποιος σε γέμισε με τέτοια άτιμα ψέματα; Ο Τρικούπης θα οργανώσει την άμυνα από το Νυμφαίο ίσαμε το Σίπυλο. Έτσι μονάχα θα προστατευτεί η Σμύρνη. Κι αν, όπως λες, αιχμαλωτίστηκε ο Τρικούπης, δε χάθηκε ο κόσμος. Ψωμιά στο μοναστήρι. Έχει αξιωματικούς κι αξιωματικούς μια βολά ο ελληνικός στρατός! Δε θα ’ναι ο Τρικούπης, θα ’ναι ο Γονατάς, ο Πλαστήρας. Τούς ξέρω ούλους εγώ προσωπικά.
Τον έβλεπα να παλεύει απελπισμένα να περιφρουρήσει την αισιοδοξία του, την ίδια την καρδιά του. Κάτι ήξερα από τέτοιους αγώνες. Είπα μέσα μου: Ρε Μανώλη, γιατί το πιλατεύεις το γεροντάκι; Τί θα βγει αν αργήσει λίγο να μάθει την αλήθεια; Άσ’ τον το φουκαρά.
– Στο κάτω κάτω είναι κι η Μικρασιατική Άμυνα, είπα. Πού τήνε βάζεις τη Μικρασιατική Άμυνα!
– Ε, τώρα μιλάς σαν άντρας, άσκολσουν! Γειά στο στόμα σου. Η Άμυνα, ναίσκε, αυτή θα ξαναφέρει ενθουσιασμό, θα καλέσει πανστρατιά και θα πάμε ούλοι, γέροι, νιοι, παιδιά, γυναίκες. Τί θα πει! για τα σπίτια μας και για τη λευτεριά μας, όλα θα τα δώκουμε. Ήρθε η μεγάλη στιγμή του χρέους…
Ήθελα να του πω: «Ήρθε, μωρέ γέρο, ήρθε η στιγμή του χρέους, μα οι άτιμοι την αφήκανε και χάθηκε. Μάς βουλιάξανε χίλιω λογιώ προδοσίες, συμφέροντα των μεγάλων, στραβοτιμονιές των δικώνε μας, κακές αρχές και κακά αποτελειώματα…» ’Ήθελα πολλά να του πω. Θυμήθηκα το Δροσάκη· ολόκληρος είχε χωθεί μέσα στο πετσί μου. Μα συγκρατήθηκα. Το γεροντάκι είχε πιά βυθιστεί στο δικόνε του κόσμο.
– Έχω πίστη μέσα μου, έκανε και χτυπούσε με πάθος το στήθος του. Πιστεύω Θεό εγώ! Δεν μπορεί να τούρκεψε ο Μεγαλοδύναμος. Δε γίνεται. Με καταλαβαίνεις; Εμένα σήμερις το πρωί, η κυρά, μ’ έκανε άγιονε να μην τ’ ανοίξω το μαγαζί. «Πού θα πας, Τάσο μου, κλαψούριζε. Δε ματζέβεις τη φαμελιά να βρεις κι εσύ κανένα καΐκι να φύγουμε για τα νησιά, μόνε θα ’ρτούνε οι τσέτες να μας χαλάσουνε! Εγώ μια βολά τσι χαζίρεψα τσι μπόγοι· θα πάρω τα παιδιά να φύγουμε.» «Άντε, καψογυναίκα, άντε και τα γέμισες κι ατή σου. Άντε και να δούμε πού στο διάτανο θα μας βγάλει τούτος ο τρόμος. Δεν ανάφτεις, λέω, τη φουφού να στήσεις κάνα μπλουγούρι και μην ακούς τσι ζεβζεκές του ενού και τ’ αλλουνού. Όσο για το μαγαζάκι, θα τ’ ανοίξω, γυναίκα, πάρ’ το απόφαση, θα τ’ ανοίξω! Τι στο καλό, αξούριστος κι ακούρευτος θα μείνει ο κόσμος;» Τι λες και συ, φαντάρε, καλά δεν της μίλησα; Σέ τέτοιες ώρες χρειάζεται το κουράγιο. Ο πανικός, ασ’ τονε τον πανικό, αυτός σκοτώνει πριν σέ βρει το κακό. Εγώ θα τόνε σπάσω τον πανικό, θα τόνε ξεφτίσω στη γειτονιά μου. Θα συλλοϊστεί ο μπακάλης: «Για ν’ ανοίξει το μπαρμπέρικο ο κυρ Τάσος, πα να πει πως μπορώ ν’ ανοίξω κι εγώ το μαγαζί». Θ’ αναθαρρέψει κι ο έμπορας, κι ο καφετζής, κι ο σπετσιέρης. Έτσι δεν είναι;
Φαίνεται πως τόνε κοίταζα παράξενα, γιατί σταμάτησε ξαφνιασμένος. Μα ευτύς ξανάρχισε από φόβο μήπως του πω πάλι τίς δικές μου πικρές κουβέντες.
– Τι με κοιτάς έτσι, έκανε. Εμένανε που με βλέπεις, ας μοιάζω κακομοιριασμένος, τη ζωή τήνε γόντιρα, την έφαγα με το κουτάλι κι είμαι στα υστερνά μου. Μα η λευτεριά που μας ήρχε στη Μικρασία είναι παιδούλα· μόλις πήρε να βαδίζει· ούτε τέσσερα κεράκια δεν αξιωθήκαμε να τση βάλουμε. Αυτή δεν μπορεί, δεν πρέπει ν’ αποθάνει· δε θ’ αντέξουμε να τήνε θάψουμε. Κάλλιο να μπούμε πριν όλοι στο μαύρο χώμα…
Του κυρ Τάσου τα μάτια βουρκώσανε. Μ’ είχε αφήσει με το μισό μάγουλο ξουρισμένο κι αποξεχάστηκε να λέει και να μην έχει τελειωμό. Το λιπόσαρκο κορμί του, με τα στραβοκάνικα ποδάρια, συγκλονιζότανε από νευρικά πηδήματα.
– Γι’ αυτήνανε τη λευτεριά τα ’δωκα ούλα, ό,τι είχα και δεν είχα. Ωχ! Πώς το θυμούμαι, μωρέ μάτια μου, κείνο το ευλοημένο πρωινό του Μαγιού, οπού πλεύρισε το υπερωκεάνιο «Πατρίς» κι ηξεμπάρκαρε τσ’ ευζώνοι και πίσω, που λες, να στέκουνε τα πολεμικά μας με τη γαλανόλευκη! Ωχού, Χριστέ και Κύριε, ποιος με κράτειε μένανε τότες! Ήτρεξα στο σπίτι, άνοιξα βιαστικά το κλειδωτό σερτάρι που φύλαγα τη σερμαγιά, άρπαξα τα κοτσάνια τού σπιτιού μου και τα μετρητά που κονόμησα γρόσι γρόσι από τα ρεγάλα· εξήντα χρόνων δούλεψη! Είχα γυναίκα νοικοκυρά που ήξερε τη ρέγουλα, κι ας είχα δυο κόρες και τέσσερα αγόρια. Και τα παίρνω που λες ούλα, όπως βαστούσανε και βρισκότανε κι ηπήγα ίσια στον Έλληνα διοικητή. «Να, του ’πα, τούτα τα δίνω για το στρατό μας, το λευτερωτή! Τους τα στέλνει πες τους, ο μπαρμπέρης ο Τάσος ο Κασαμπαλής…» Ο μέραρχος, καλή του ώρα, με χτύπησε στην πλάτη, με φχαρίστησε, μα δεν τα δέχτηκε. Με πέρασε, ως φαίνεται, για βλαμμένον. Εγώ, όμως, επέμενα, ήφαγα τα λυσσιακά μου, ίσαμε που στο τέλος τα πήρε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο κι ηπιάσανε τόπο.
Η γυναίκα μου, μόλις πήρε χαμπάρι, πήγε ν’ αποθάνει. Ησερσέμιασες, άντρα μου; Τι ’ταν αυτή η κουτουράδα που ’κανες; Καλά δεν ησκέφτηκες τα εδικά μας γερατειά, αμέ τα κορίτσια σου; Τίποτις δεν ησκέφτηκες;” “Όλα τα σκέφτηκα, γυναίκα, όλα τα ’βαλα στη ζυγαριά. Εσένανε, εμένανε, τα παιδιά μας, τ’ αγγονάκια μας, το χρυσάφι ούλης τής γης. Μα η μπαλάντζα ηβάρυνε απ’ τη μεριά τσ’ ελευτερίας…”
Παλεύαμε κι οι δυο να καταπιούμε το δάκρυ μας. Πάνω στην ώρα, μπούκαρε λαχανιασμένος ο έγγονας του μπαρμπα-Τάσου.
– Παππούλη, φώναξε το παιδί κι η φωνή του έτρεμε. Ο στόλος φεύγει!
– Ποιος στόλος, μωρέ ζεβζέκη;
– Ο ελληνικός, παππού!
– Ο ελληνικός;
– Ο ελληνικός!
– Ε, να, τότες, κερατούκλη! Να! Να!
Τού άστραψε στη μούρη τρεις σφαλιάρες. Ο μικρός κοκκίνισε, βούρκωσε, μα δεν έκλαψε. Δικαιώνοντας την οργή τού παππούλη του, είπε με πάθος:
– Παππού, δε σε ψεματίζω, φεύγει, σου λέω, φεύγει, φεύγει!
Και ξέσπασε σε κλάμα.
Άρπαξε ο γέρος τ’ αγγόνι του από το χέρι και τραβολογώντας το απότομα βγήκε στο δρόμο. Έμεινα να τον κοιτάζω. Το λιανό κορμί του με τα στραβοκάνικα αρθριτικά ποδάρια σκαμπανέβαινε σαν φελούκα σέ φουρτούνα. Ράγισε η καρδιά μου, λες και κείνη τη στιγμή μόνο αυτό το γεροντάκι ήτανε δυστυχισμένο και χαμένο.
Έπιασα το ξυράφι και προσπάθησα ν’ αποτελειώσω το ξύρισμα. Αν φεύγει στ’ αλήθεια ο στόλος, πάει να πει πως όπου να ’ναι… όπου να ’ναι θα μπουκάρουνε οι Τούρκοι. Αν… Τί γυρεύει το αν; Αφού το ξέρω πως όλα τελειώσανε, αφού ξέρω το πώς και τι, γιατί κάθουμαι λοιπόν; Τι περιμένω; Τι ελπίζω; Μ’ ακούς ή δε μ’ ακούς, φαντάρε Αξιώτη, εθελοντή τού ελληνικού στρατού, μαχητή τού Αφιόν Καραχισάρ. Τελειώσανε πια όλα, όλα!
Πήρα τρεχάλα το δρόμο, βγήκα στην προκυμαία. Κείνη τη στιγμή τα πολεμικά σήκωναν άγκυρα. Από τα φουγάρα τους έβγαινε πυκνός, μαύρος καπνός. Οι άνθρωποι στο Και μαρμαρώσανε. Δεν ανασαίνανε, δε μιλούσανε, δε ζούσανε. Μοιάζανε σαν τίς πέτρινες πλάκες στα μεζαρλίκια, η μια πίσω απ’ την άλλη… μα τι λέω; Μόνο όποιος έθαψε το σπλάχνο του κι άκουσε το τρίξιμο του φέρετρου την ώρα που το κατεβάζουνε στον τάφο, μόνε αυτός μπορεί να νιώσει τι ’ταν για μας κείνη η στιγμή.
Ύστερα έγινε κάτι τόσο άτιμο, που μας έφερε στα συγκαλά μας. Ένα γαλλικό πολεμικό, το «Βαλντέκ Ρουσό», άρχισε ν’ ανακρούει τον εθνικό μας ύμνο! Οι «σύμμαχοι» «χαιρετούσαν» την ελληνικήν ναυαρχίδα που έφευγε, όπως το απαιτούσανε οι κανονισμοί και το πρωτόκολλο!
Τούτο το πόμπεμα μας αγρίεψε. Τα νεκρωμένα από τον πόνο απολιθώματα αναδεύτηκαν και σαν ένας ορμητικός χείμαρρος κίνησαν ομπρός.
– Όλοι στου Στεργιάδη!
– Να λογοδοτήσει!
– Να μάς εξηγήσει, γιατί δε μάς αφήκε να φύγουμε, μόνε μας ηγύρευε πασαπόρτια και σφραγίδες!
– Όπλα! Θέλουμε όπλα για άμυνα!
Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος κι ύστερα κι άλλες πολλές.
– Έφυγε ο Στεργιάδης!
– Έφυγε, πάει στον αγύριστο!
– Τον γλιτώσανε οι Εγγλέζοι! Τον φυγαδέψανε!
Σταθήκαμε να καταλάβουμε τούτο το νέο μαντάτο.
Κι ύστερα ξέσπασε άσκοπη, η ομαδική οργή. Τρέχαμε δεξά ζερβά, λες και κυνηγούσαμε το φευγάτο όνειρό μας, χειρονομούσαμε, τυφλώναμε.
– Π’ αναθεματισμένοι, που να μην ησώνατε να ’ρχετε!
– Γιατί; Γιατί δε μας ημπαρκάρανε κι εμάς;
– Τι θα γενούμε;
– Ηφοβηθήκανε μπα και πάμε στην Αθήνα και καθαρίσουμε την πατρίδα από την κοπριά τση προδοσιάς!
Σαν πλάκωσε η νύχτα, ερήμωσε η προκυμαία. Όλοι χώθηκαν κάτω από μια στέγη και περιμένανε τη συνέχεια. Έμεινε μόνο ο τρόμος να σουλατσάρει στα σκοτεινά σοκάκια, σαν παζβάντης που προμηνούσε το πιο άγριο ξημέρωμα, που γνώρισε ποτέ η ρωμιοσύνη…
Γλωσσάρι
Και: Η προκυμαία της Σμύρνης (γαλλ. quai)
βερχανέδες: οι στοές
μπεζεστένια: οι σκεπαστές αγορές
ντεληφυσέκης: βρίσκω κάπου, «που κάνει ασωτείες και τρέλες»· προς έλεγχο
χαερσίζηδες: ανεπρόκοποι
έλαψε: δεν ξέρω τι σημαίνει, ούτε ποιο ρήμα είναι· καμιά ιδέα;
σερσεμιάσανε: χάζεψαν· σερσέμης ο χαζός, ο ανόητος
ψωμιά στο μοναστήρι: παροιμία, κατά το «το μοναστήρι να’ν καλά και καλογέρους βρίσκει»
χαζίρεψα: ετοίμασα
ζεβζεκιές: ανοησίες, επιπολαιότητες
γόντιρα τη ζωή: την απόλαυσα
μεζαρλίκια: τα νεκροταφεία (ιδίως τα μουσουλμανικά)
παζβάντης, πασβάντης: είδος αστικού νυχτοφύλακα, που περιπολούσε τη νύχτα χτυπώντας τη μαγκούρα του στο καλντερίμι· ανάγγελνε και την ώρα· αλλού, ο κλητήρας.
Πηγή: sarantakos.Wordpress.com

~ . ~
~.~
Έκλεισαν πίσω τους την πόρτα και τράβηξαν κατά την Ακρόπολη. Η μεγάλη ανυπομονησία για την ξενάγηση που θα τους έκανε ο άνθρωπος μύθος, ο Κυριακός Πιττάκης, κρατούσε τη Φλωρεντία παράξενα σιωπηλή. Η Ελισάβετ κάποια στιγμή κοντοστάθηκε, την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε:
— Γιατί δεν μιλείς;
— Νιώθω μεγάλο δέος, Ελισάβετ, στη σκέψη της συνάντησης με τον κύριο Πιττάκη.
— Ξέρεις, Φλωρεντία, πως εδώ και είκοσι περίπου χρόνια δεν έχει περάσει μέρα που να μην έχει ανέβει στην Ακρόπολη; Τη βλέπει, λένε, σαν θυγατέρα του κι έχει διαρκώς την έννοια της, ακόμη και τη νύχτα ξυπνάει να δει μη τυχόν και κάποιος την έχει απαγάγει!
Η Φλωρεντία χαμογέλασε αυθόρμητα και είπε μετά:
— Φαντάζομαι ιδανική την ξενάγησή του, όπως εκείνη που μας είχε κάνει πριν από λίγες μέρες στους Αμπελόκηπους.
— Στο εξοχικό του;
— Ναι, είχαμε πάει έφιππες με την κυρία Σελίνα Μπρέισμπριτζ…
— Θα έρχονταν μου είχαν πει και οι αξιοσέβαστοι Χιλλ μαζί σας…
— Ήλθαν· πολύ καλός ιππέας ο αιδεσιμότατος!
— Δεινότατος. Πηγαίνει συχνά εκεί, κυρίως το καλοκαίρι, είναι η εξοχή των Αθηναίων, αλλά στου κυρίου Πιττάκη, νομίζω, δεν είχαν ξαναπάει.
— Μας πήγε λοιπόν πρώτα στον κήπο του και μετά στο ιερό της Αφροδίτης με τη μεγάλη ιερή μυρτιά· μας έδειξε και τα τέσσερα μαρμάρινα περιστέρια που είχε βρει στις ανασκαφές· έμαθα πολλά για την αρχαία Αθήνα και για τις αρχαιότητές της· πιστεύεις ότι άρχισε σιγά σιγά να μου φεύγει εκείνη η πρώτη απογοητευτική εικόνα της νέας Αθήνας που πρωταντίκρισα;
— Πολύ καλό αυτό! Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κάποτε η Αθήνα είχε τόση αίγλη, Φλωρεντία.
— Μόνο όταν γνωρίσεις, καταλαβαίνεις. Κι εγώ γνώρισα και το οφείλω στον κύριο Πιττάκη· γι’ αυτό μέσα μου τώρα έχει αποκασταθεί η παλιά δόξα της και τη βλέπω πιο ωραία, πιο ελκυστική· τη νιώθω πιο συναρπαστική, σαν μια περίτεχνη μινιατούρα, που έχει κάτι τελείως διαφορετικό από τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης· τη νιώθω σαν τον μικρό Ιησού ανάμεσα στους διδασκάλους στο ναό!
— Μ’ αυτό που μόλις είπες καταλαβαίνω πως υπονοείς ότι η Αθήνα κρύβει κάτι θεϊκό που θα αποκαλυφθεί σε λίγα χρόνια… Μου αρέσουν τα προφητικά λόγια σου, αγαπητή μου Φλο.
— Το διαισθάνομαι, Ελισάβετ, δεν το προφητεύω.
Συνέχισαν να περπατούν περίσκεπτες κι αμίλητες, ώσπου έφθασαν στον ιερό βράχο. Ανεβαίνοντας είδαν μπροστά τους τον κύριο Πιττάκη να τις περίμενει. Έκανε εκείνος μια ελαφρά υπόκλιση για χαιρετισμό, τον αντιχαιρέτησαν κι οι δυο με σεβασμό και έμφυτη αιδώ.
—Είναι ιδιαίτερη χαρά μου να σας ξεναγήσω ο ίδιος στην Ακρόπολη. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν…
***
Οι δυο φίλες ενθουσιασμένες και εντυπωσιασμένες από την ξενάγηση και από τις γνώσεις και τον καθαρό λόγο του κυρίου Πιττάκη για τα θέματα των ανασκαφών, ακόμη και για το πιο μικρό εύρημα, ξεκουράζονταν κάτω από τη σκιά μιας χαρουπιάς, έχοντας στη μέση τον αρχαιολόγο, που κατέκλυζαν με τις ερωτήσεις τους.
Κι όταν εκείνος είχε απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις, η Φλωρεντία του είπε παρακλητικά:
— Πείτε μας ο ίδιος για εκείνο το επεισόδιο με τους άγγλους ναύτες που πριν από λίγες μέρες μας ανέφερε ο φίλος μας κύριος Τσαρλς Μπρέισμπριτζ…
Κι ο κύριος Πιττάκης, που του άρεσε να διηγείται πραγματικές ιστορίες σε ακροατές που είχαν αληθινό ενδιαφέρον, ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην παράκλησή τους:
— Αυτό, θαρρώ συνέβη το 1832· η Αθήνα δεν είχε γίνει ακόμη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου. Εγώ είχα διοριστεί ήδη επιστάτης των εν Αθήναις αρχαιοτήτων και το γραφείο μου ήταν στον χώρο της Ακρόπολης.
»Μια μέρα λοιπόν ακούω ξαφνικά κάποιον δυνατό θόρυβο. Βγαίνω έξω αμέσως· και τι να δω; Ένας ναύτης κρατούσε στα χέρια του τη μύτη ενός από τα πιο ωραία ανάγλυφα του Παρθενώνα· «για ενθύμιο», μου είπε, όταν του έκανα έντονη παρατήρηση και έξαλλος τον έπιασα από το μπράτσο, για να τον συλλάβω. Όμως ήμουν μόνος κι αυτοί τουλάχιστον δέκα κρατώντας στα χέρια τις σμίλες, επίδοξα φονικά όργανα δηλαδή… Φοβήθηκα, τον άφησα.
»Όταν ο ναύαρχος Μάλκολμ πληροφορήθηκε το επεισόδιο, με κάλεσε την επομένη στο γραφείο του για εξηγήσεις· δεν του άρεσε που είχα τολμήσει να συλλάβω τον ναύτη του. «Τι αποζημίωση ζητάτε;» με ρώτησε. «Μία και μόνο» του απάντησα. «Δηλαδή;» με ρώτησε. «Τη μύτη του ιερόσυλου». Έμεινε άναυδος. Βλέποντας εγώ την έκπληξή του συνέχισα: «Νομίζετε ότι τη σπασμένη μύτη από το αρχαίο ανάγλυφο μπορείτε να την αγοράσετε; Δεν την πουλάμε» του απάντησα οργισμένος και με σπασμένη φωνή, συγκρατώντας το κλάμα μου.
»Αυτό το επεισόδιο είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ίσως επειδή ήταν το πρώτο που μου συνέβη, γιατί μετά έγιναν κι άλλες τέτοιες βεβηλώσεις. Είχε δώσει βλέπετε το παράδειγμα πριν από χρόνια ο δικός τους ο Έλγιν…
— Πράγματι, είδαμε προ ημερών, κύριε Πιττάκη, στο Θησείο ένα ωραίο γυναικείο μαρμάρινο πρόσωπο χωρίς μύτη…
— Υπάρχουν δυστυχώς πολλά ακρωτηριασμένα αγάλματα και ανάγλυφα, αγαπητή μου δεσποινίς Ελισάβετ.
— Έχετε υπόψη σας το βιβλίο Memorials of a tour in some parts of Greece; τον ρώτησε η Φλωρεντία.
— Ε, βέβαια. Έχω γνωρίσει και τον συγγραφέα του, τον Ρίτσαρντ Μόνκτον Μιλνς, νομίζω πως ήταν πάλι το 1832. Έμεινε για λίγο σκεπτικός και μετά συνέχισε:
— Ήμουν σχετικά νέος τότε και είχαμε μιλήσει, το θυμάμαι καλά· ήταν μαζί με κάποιον φίλο του, πολύ πιο νέοι από εμένα κι οι δύο.
— Με τον Κρίστοφερ Γουορντσγουόρθ ήταν· έχει γράψει κι αυτός βιβλίο για την Αθήνα και τον Παρθενώνα.
— Γνωρίζετε τον Ρίτσαρντ Μόνκτον; ρώτησε έκπληκτος ο κύριος Πιττάκης.
— Ω! βεβαίως. Τον γνώρισα λίγα χρόνια μετά από εκείνο το ταξίδι του. Μου έχει χαρίσει το βιβλίο του, στο οποίο σας εκθειάζει, το ξέρετε, άλλωστε.
— Του είμαι ευγνώμων, να του το μεταφέρετε, δεσποινίς Φλωρεντία.
— Τον έχει συγκινήσει η αφοσίωσή σας να προστατεύετε τα αρχαία μνημεία της Αθήνας. Δεν ξεχνούσε εκείνη την πρώτη επίσκεψή του, δεν ξέχασα κι εγώ το πάθος του για την Ακρόπολη ούτε αυτά που γράφει για την αγαλματένια μύτη ενός άγγλου ναύτη.
— Δηλαδή; Υπήρχε ναύτης με τόσο ωραία μύτη σαν αγάλματος; ρώτησε με πειραχτική διάθεση η Ελισάβετ.
— Όχι, όχι, κυριολεκτώ. Ο Ρίτσαρντ Μόνκτον γράφει ότι έρχονταν στην Αθήνα άγγλοι ναύτες σαν νέοι Αλάριχοι, έτσι τους αποκαλεί, και εφοδιασμένοι με σμίλες ακρωτηρίαζαν αδίστακτα μαρμάρινα αγάλματα. Και αναφέρει μια σχετική ιστορία, καλή ώρα σαν αυτή που μας είπατε εσείς, κύριε Πιττάκη.
— Μήπως είναι η ίδια; Μπορείς να μας τη διηγηθείς; την παρακάλεσε η Ελισάβετ.
— Θα σας την πω όπως τη θυμάμαι. Κάποιοι κάποτε, γράφει, πλησιάζοντας στον Πειραιά βρήκαν ένα σημείωμα στον δρόμο. Έσκυψαν, το πήραν, το ξεδίπλωσαν και διάβασαν: «Αγαπητέ… (δεν θυμάμαι το όνομα) έχω χάσει το μαρμαρένιο αυτί που απόκοψα από το γυναικείο άγαλμα στην κορφή του λόφου. Ο φίλος μου έχει πάρει το άλλο αυτί· δεν μου πάει αυτός να επιστρέφει με λάφυρο κι εγώ να το έχω χάσει· θα είχες την καλοσύνη αύριο που θα πας και συ εκεί, να μου κόψεις πιτήδεια τη μύτη; θέλω να την έχω, πριν σαλπάρουμε…»
— Ω! μοιάζει να είναι το ίδιο με αυτό που μας διηγηθήκατε, κύριε Πιττάκη! αναφώνησε η Ελισάβετ.
— Δεν ξέρω αν πρόκειται για το ίδιο, γιατί τέτοια γίνονταν συχνά και πριν διοριστώ εγώ ως επιστάτης και έφορος· γιατί μη νομίσετε ότι υπήρχαν φύλακες πιο πριν, απάντησε ο κύριος Πιττάκης με λύπη ανάμεικτη με οργή. Ακόμη έχω την αγωνία μήπως δεν καταφέρω να προστατέψω τα μνημεία από τέτοιους Αλάριχους, όπως γράφει ο φίλος σας ο Ρίτσαρντ Μόνκτον Μίλνς.
— Τα χειρότερα όμως τα έκανε ο Έλγιν στον Παρθενώνα… είπε η Φλωρεντία.
— Έτσι είναι, δυστυχώς. Λένε πως ο λόρδος Μπάιρον, όταν το 1810 επισκέφτηκε την Ακρόπολη και ο Έλγιν εξακολουθούσε ακόμη να τον λεηλατεί, χάραξε ανυπόγραφα σε κάποιο σημείο του Παρθενώνα στα λατινικά το εξής υποτιμητικό σχόλιο: «Quod non fecerunt Gothi / fecerunt Scoti».
— «Ό,τι δεν έπραξαν οι Γότθοι, το έπραξαν οι Σκώτοι»! μετέφρασε αυθόρμητα στα ελληνικά η Ελισάβετ.
— Θα γνωρίζετε ασφαλώς ότι ο Έλγιν ήταν Σκωτσέζος. Επιστρέφοντας ο Μπάιρον στην Αγγλία έκανε μια ακόμη πιο υποτιμητική αναφορά στο μεγάλο ποίημά του Childe Harold‘sPilgrimage, είπε ο κύριος Πιττάκης.
— «Blush, Caledonia! Such thy son could be! / England! I joy no child he was of thine», αναφώνησε με περηφάνεια η Φλωρεντία.
— «Αιδώς, Καληδονία! Τέτοιος θα μπορούσε να είναι ο υιός σου! / Αγγλία, χαίρω, δεν ήταν τέκνο σου!» αναφώνησε κι η Ελισάβετ μεταφράζοντας ξανά τους στίχους στα ελληνικά.
— Θα ξέρετε ασφαλώς ότι Καληδονία ήταν το αρχαίο ρωμαϊκό όνομα της Σκωτίας· φαίνεται πως ο φιλέλλην Μπάιρον ντρεπόταν για τον βρετανό διπλωμάτη Έλγιν, τον ευγενή κλέφτη, γι’ αυτό τον διεχώρισε από το αγγλικό έθνος, είπε ο κύριος Πιττάκης.
— Και ο Ρίτσαρντ Μόνκτον γράφει εναντίον του Έλγιν με καυστικό τρόπο και υποστηρίζει απερίφραστα ότι τα γλυπτά του Παρθενώνα έπρεπε να βρίσκονται εδώ, στη θέση τους. Θυμάμαι μια φράση από το βιβλίο του για τη μοναδικότητά τους: «every stone is a song».
— Και πολύ σωστά τα γράφει, δεσποινίς Φλωρεντία, γιατί πράγματι «κάθε πέτρα είναι ένα τραγούδι». Γνωρίζετε όμως ότι και άλλος Βρετανός περιηγητής, ο Robert Finsh, έχει γράψει, μετά την επίσκεψή του στην Ακρόπολη το 1817, ένα επίγραμμα για τον κλέφτη Έλγιν;
Καμιά δεν εγνώριζε ούτε τον περιηγητή ούτε το επίγραμμα.
— Το θυμάστε; τον ρώτησαν κι οι δυο μ’ ένα στόμα.
— Το θυμούμαι καλά, γιατί το αναφέρω στις ξεναγήσεις μου. Το είχα διαβάσει μεταφρασμένο εις την αρχαίαν ελληνική στο περιοδικό Ἑρμῆς ὁ Λόγιος πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, είπε κι άρχισε αργά να απαγγέλλει:
Δῶρον Ἀθηναίοις ἐπίτηδες ἔδωκε κάκιστος
κλέπτης, ὃς σεμνᾶς δῶμ’ ἐσύλησε θεᾶς.
Τοῦ γὰρ ἀναιδείας αἰώνιόν ἐστι τροπαῖον
πύργος, ὅπου στήκει σήματα λαμπρὰ χρόνου.
Ὡρῶν γὰρ ποσάκις λιγύφθογγος ἀκούεται αὐδή,
δὴ τότ’ ἀναμνήσει ἔργα ἀθέμιστα Σκότου.[1]
Έμειναν έκπληκτες κι οι δυο να τον κοιτούν.
— Καταλάβατε τι λέει, αφού αρχαία ελληνικά κι οι δυο γνωρίζετε άριστα, είπε και τράβηξε αμέσως την αλυσίδα που κρεμόταν από την αριστερή τσέπη του, πήρε στα χέρια το ρολόι, άνοιξε το καπάκι και κοιτάζοντας την ώρα είπε ευγενικά:
— Συγχωρέστε με, πρέπει να επιστρέψω στο γραφείο, με περιμένουν κάμποσες εκκρεμότητες. Σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε, είπε, τις αποχαιρέτησε
κι απομακρύνθηκε με αργά βήματα.
Εκείνες παρέμειναν να χαρούν ακόμη την Ακρόπολη. Από περιέργεια γύρισαν στον Παρθενώνα κι άρχισαν να αναζητούν ανάμεσα στο πλήθος των ονομάτων και των ημερομηνιών το χαραγμένο σχόλιο του Μπάιρον. Η Φλωρεντία έχοντας διαρκώς στη σκέψη της όσα γράφει ο Ρίτσαρντ στο βιβλίο του, είπε:
— Ο Ρίτσαρντ Μόνκτον, Ελισάβετ, πιστεύει ότι ο λόρδος Έλγιν λαφυραγώγησε τον Παρθενώνα με τον πιο καταστροφικό τρόπο και ξέρεις γιατί; Μόνο από απληστία κι ας ισχυρίζεται ότι το έκανε για να τα σώσει από τα χέρια των Τούρκων, που αφαιρούσαν μάρμαρα, για να κτίζουν σπίτια…
— Γι’ αυτό είναι μεγάλη και διαρκής η αγανάκτησίς μας και δικαία, Φλωρεντία.
— Και το χειρότερο, Ελισάβετ, είναι που τόλμησε να ξεγελάσει τους υπόδουλους Αθηναίους με μια προσβλητική αποζημίωση, ένα μηχανικό ρολόι πάνω σε ένα κακότεχνο ξύλινο πύργο, που οι ίδιοι οι Αθηναίοι με έξοδά τους κατασκεύασαν.
— Ναι, Φλωρεντία, ο πύργος είναι στη ρωμαϊκή αγορά, τον βλέπουμε κι ακούμε τους χτύπους του ρολογιού. Σίγουρα τους έχεις ακούσει κι εσύ, γιατί ο ήχος τους φτάνει ως το σπίτι μας.
— Θα πάμε σε λίγο, να δεις από κοντά και…
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, και η Φλωρεντία πετάχθηκε αυτόματα όρθια. Έτρεξε κάτω όπου ένα τσούρμο αγόρια έπαιζαν κλωτσώντας κάτι που έμοιαζε με πουπουλένιο μπαλάκι. Η Ελισάβετ την ακολούθησε. Από το μπαλάκι έβγαιναν ασθενικές φωνούλες…
Μια νεογέννητη κουκουβάγια είχε πέσει από φωλιά που ήταν κτισμένη πάνω στο αέτωμα του Παρθενώνα. Η Φλωρεντία χωρίς πολλή σκέψη έδωσε λίγα χρήματα στα αγόρια και αγόρασε το πουλί.
— Θα το πάρω μαζί μου στην Αγγλία, είπε ενθουσιασμένη.
— Θα αντέξει το πουλάκι, χωρίς τη μανούλα του, ύστερα από το σοκ που έπαθε; απόρησε η Ελισάβετ.
— Είναι το πουλί της θεάς Αθηνάς και θα τα καταφέρει. Θα την ονομάσω Αθηνά, αφού στο ναό της γεννήθηκε, είπε και έβαλε το πουλάκι στη μεγάλη τσέπη της.
Ξεκίνησαν να κατεβαίνουν τον βράχο και πότε πότε η Φλωρεντία έβγαζε από την τσέπη της το πουλάκι να ελέγχει αν ζει. Η Ελισάβετ έψαχνε στη γη για σπόρους. Βρήκε μερικούς κι άπλωσε την παλάμη της στο πουλί. Η Αθηνά άρπαξε με το ράμφος ένα σποράκι. Είχε νικήσει τον θάνατο.
— Κάπως έτσι ψάχναμε κι εμείς στη γη να βρούμε κάτι να φάμε, είπε η Ελισάβετ, φέρνοντας στο νου της παρόμοιες σκηνές στην Κρήτη.
Η Φλωρεντία έδειξε με την έκφραση του προσώπου της την λύπη της, αλλά δεν θέλησε να θυμίσει τα δυσάρεστα στην Ελισάβετ. Εκείνη όμως συνέχισε.
— Πεινούσαμε στα χρόνια της επανάστασης, τότε που μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι στα βουνά· σου τα έχω πει. Περασμένα, αλλά όχι ξεχασμένα, Φλωρεντία.
Άρχισαν να κατεβαίνουν από την Ακρόπολη. Κατευθύνθηκαν προς τη Ρωμαϊκή Αγορά· ο Πύργος με το Ωρολόγιον του Έλγιν ήταν κοντά. Πλησιάζοντας η Φλωρεντία είπε:
— Βλέπω την μαρμάρινη επιγραφή, Ελισάβετ, που είχε δει ο Ρίτσαρντ και… Η Ελισάβετ τη διέκοψε και είπε:
— Παρατηρείς, Φλωρεντία, ότι οι λέξεις είναι ανολοκλήρωτες· άραγε για οικονομία χώρου ή μήπως σκόπιμα;
— Σκόπιμα; Γιατί;
— Για να μην καταλαβαίνουν οι πολλοί τι γράφει· οι ελάχιστοι όμως που ξέρομε λατινικά, καταλαβαίνομε, απάντησε η Ελισάβετ και συμπληρώνοντας τις λέξεις διάβασε τη λατινική επιγραφή και μετά τη μετέφρασε:
THOMAS COMES DE ELGIN
ATHENIEN[SIBUS] HOROL[OGIUM] D.[ONUM] D.[EDID]
S.[ENATUS] P.[OPULUS] Q.[UE] A.[THENIENSIUM] EREX.[IT] COLLOC.[AVIT]
A.[NNO] D.[OMINI] MDCCCXIV ].[2]
«Ο κόμης Τόμας του Έλγιν
στους Αθηναίους ως δώρο έδωσε Ωρολόγιον.
Η δημογεροντία και ο λαός των Αθηναίων ύψωσε πύργο.
Κατασκευάστηκε το έτος Κυρίου 1814».
— Σε ευχαριστώ, Ελισάβετ. Ο Ρίτσαρντ, θυμάμαι, εκφράζει την απορία αν η επιγραφή μαρτυράει την τυφλή ματαιοδοξία του δωρητή ή τη λεπτή ειρωνεία των Αθηναίων.
— Ίσως και τα δύο. Δωρητής ο κόμης του Έλγιν! Οποία η ταπεινοφροσύνη του! Αλλά ίσως ο χαράκτης ειρωνεύεται ή, έμμεσα, μέμφεται τους Αθηναίους για την αποδοχή του προσβλητικού ευτελούς δώρου. Και δυστυχώς θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που ανταλλάσσουν την ομορφιά παλιών πραγμάτων με μηχανικά ρολόγια και άλλα ψεύτικα αντικείμενα, σχολίασε ειρωνικά και πικρόχολα η Ελισάβετ.
— Ο άνθρωπος, Ελισάβετ, μερικές φορές γοητεύεται από τα καινούργια και φανταχτερά, που ίσως έχουν κάποια χρηστική αξία, και περιφρονεί τα παλιά, επειδή δεν του χρησιμεύουν.
— Και επειδή, πιστεύω, δεν καταλαβαίνει την πνευματική αξία τους.
— Ποιητές όμως όπως ο Τζων Κητς, Ελισάβετ, καταλαβαίνουν. Ο Ρίτσαρντ αναφέρει τη συγκίνηση του ποιητή στο βιβλίο του, που έχεις δει να διαβάζω, ότι τον Μάρτιο του 1817 που επισκέφτηκε το βρετανικό μουσείο είδε εκτεθειμένα τα γλυπτά του Παρθενώνα, τα προ ολίγων μηνών αγορασμένα με κάμποσες χιλιάδες λίρες από τον κόμη.
— Μουσείο κλεπταποδόχος!
— Ακριβώς! Ο Κητς συγκινημένος έγραψε τότε δύο σονέτα που δημοσιεύτηκαν αμέσως στην εβδομαδιαία εφημερίδα του Λονδίνου The Examiner...
— Τα θυμάσαι μήπως, Φλωρεντία;
— Όχι ακριβώς, ίσως γιατί είναι κάπως σκοτεινά και εκ πρώτης όψεως φαίνονται άσχετα με το θέμα των γλυπτών· ο Ρίτσαρντ, παρά ταύτα, τα θεωρεί δυνατά, ρωμαλέα.
— Πες μου κάτι περισσότερο, Φλωρεντία.
— Έχω μια γενική εντύπωση από το σονέτο «On seeing the Elgin marbles», στο οποίο όμως ο Κητς δεν αναφέρει τίποτε ούτε για τον Έλγιν ούτε για τα κλεμμένα μάρμαρα. Μόνο τα παρατηρεί και μελαγχολεί, νιώθει τη γήινη ματαιότητα και τον επερχόμενο θάνατο που προαισθανόταν (πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα στα 26 του από φυματίωση!)· τα ποικίλα εκ θεού βάσανα τον ειδοποιούν ότι πρέπει να πεθάνει σαν πληγωμένος αετός με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό: «Like a sick eagle looking at the sky», είναι ο στίχος που θυμάμαι.
— Τι ωραίος στίχος, Φλωρεντία. Αυτός ο εξασθενημένος αετός που δεν θέλει να χάσει τον ουρανό από τα μάτια του, ακόμη και την ώρα του θανάτου!…
— Έτσι νιώθω κι εγώ πότε πότε, Ελισάβετ.
— Όχι μόνο εσύ. Κι εγώ· υποθέτω και ο Ρίτσαρντ Μόνκτον Μιλνς…
— Yπάρχουν αυτά τα σονέτα στο βιβλίο για τον Κητς που έχεις φέρει μαζί σου;
— Υπάρχουν αυτά και πολλά άλλα. Αφού σε ενδιαφέρει η ποίηση, θα τα διαβάσουμε μαζί στο σπίτι, αν θέλεις και θα μιλήσουμε εκτενώς. Και όταν επιστρέψω στην Αγγλία, σου υπόσχομαι ότι θα φροντίσω να σου στείλω ένα δικό σου αντίτυπο του βιβλίου του Ρίτσαρντ Life, Letters and literaty remains of John Keats.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
Πηγή: neonplanodion.gr

Δοτσικό ορεινός οικισμός υψόμ. 1.060μ., 189 κάτ.-του νομού Γρεβενών



29 Αυγούστου 2022
Για το υπαρκτό πλέον σενάριο μιας σημαντικής αύξησης του ασφαλίστρου οχημάτων στην Ευρώπη, στον απόηχο δημόσιας νέας έκθεσης της Insurance Europe που αποκαλύπτει αυξανόμενες πιέσεις στις εταιρείες να μετακυλήσουν τα αυξημένα κόστη στους οδηγούς, μίλησε πριν απο λίγο καιρό ο εκπρόσωπος του κλάδου αυτοκινήτου της ΕΑΕΕ, Κωνσταντίνος Μπερτσιάς, στο πρώτο κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης.

Ο εκπρόσωπος του κλάδου αυτοκινήτου της ΕΑΕΕ, Κωνσταντίνος Μπερτσιάς
Ο κ. Μπερτσιάς επιβεβαίωσε ότι υπάρχει αύξηση κόστους μιλώντας για άνοδο της τιμής των ανταλλακτικών από τις αρχές του χρόνου αλλά και για μεγάλη αύξηση του κόστους των αποζημιώσεων, με παράλληλη επιστροφή του φαινομένου των εκτεταμένων κλοπών, ιδιαιτέρως σε καταλύτες οχημάτων.
Και εξήγησε ότι η αύξηση της τιμής των ασφαλίστρων είναι ουσιαστικά μονόδρομος, επισημαίνοντας ωστόσο ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα όσα συνέβησαν την εποχή της πανδημίας, όταν τα αυτοκίνητα ήταν παροπλισμένα.
«Ο κόσμος είχε μάθει την εποχή της πανδημίας και οι ασφαλιστικές είχαν δώσει εκπτώσεις λόγω ακινησίας, τώρα όμως αυτό δεν ισχύει και τα ασφάλιστρα φαίνεται να είναι πολύ αυξημένα», τόνισε.
Και πρόσθεσε πως η αύξηση αυτή είναι της τάξης του 5-7% κατά μέσο όρο από την αρχή του 2022.
«Δυστυχώς είχαμε συνηθίσει από το 2013 μέχρι σήμερα μια μείωση στο ασφάλιστρο κατά 50%, ωστόσο φέτος λόγω των συνθηκών θα έχουμε και αυξήσεις».
Ερωτηθείς για τις φυσικές καταστροφές απάντησε πως όσα συμβαίνουν κάθε χρόνο έχουν αυξήσει τους κινδύνους και είναι λογικό να ζητάει ο κόσμος και αυτές τις καλύψεις.
Διευκρίνισε πάντως ότι το ασφάλιστρο στην Ελλάδα είναι ένα από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά πως «το 2013 για το σύνολο της αγοράς, ένα μέσο ασφάλιστρο ήταν περίπου 300 ευρώ το χρόνο, ενώ σταδιακά έφτασε κοντά στα 200 ευρώ, παρότι αυξάνονταν οι καλύψεις. Πρόσθεσε ότι ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει κάλυψη 1.300.000 ευρώ σε περίπτωση ατυχήματος, τη στιγμή που τα ατυχήματα τον τελευταίο καιρό είναι αυξημένα, θανατηφόρα ατυχήματα συμβαίνουν καθημερινά δυστυχώς, και φυσικά αυξάνεται το κόστος για τις ασφαλιστικές.
Ο κόσμος φυσικά διαμαρτύρεται, σχολίασε, άλλωστε οι αυξήσεις είναι παντού, όχι μόνο στα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα το διαθέσιμο εισόδημα κάθε σπιτιού να ελαττώνεται “μέχρι εκεί που δεν παίρνει”. Είναι επόμενο να ψάχνει κάτι φθηνότερο στην ασφάλιση παρότι καταλαβαίνει τους λόγους για τους οποίους αυξάνονται τα ασφάλιστρα. “Καταλαβαίνω, αλλά κι εγώ δεν έχω να πληρώσω”, είναι μια συχνή απάντηση.
Για τα ατυχήματα στο δρόμο, εκτίμησε ότι δεν ευθύνονται μόνο οι νέοι ηλικιακά οδηγοί, αλλά και οι μεγαλύτεροι που δεν οδηγούν σωστά, ενώ έκανε ειδική μνεία στη χρήση τηλεφώνου εν ώρα οδήγησης κάνοντας λόγο για τον μεγαλύτερο κίνδυνο που υπάρχει σήμερα.
«Δεν υπάρχει εποπτεία, να είναι ο καθένας αστυνομικός; Όταν στέλνουμε e-mail από το αυτοκίνητό μας, τι περιμένουμε; Να μην γίνει ατύχημα;», κατέληξε στην τοποθέτησή του στην ΕΡΤ1.
Πηγή: underwriter.gr