Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων Σκούρτων 
Παραλαβή της μουσικής βαλίτσας -αντίδωρο του Γιάννη του Πενταμοδιανου – !!
Καλή εκπαίδευση , ακρόαση και σύντομα αναγνώστης κύριε Αλεκο 
Ήταν ένας γαίδαρος με μεγάλα αυτιά …
Η σκληρή δουλειά δεν σκότωσε ποτέ κανέναν. Οι άνθρωποι πεθαίνουν από ανία , ψυχολογικά προβλήματα και αρρώστιες . Μάλιστα , όσο πιο σκληρά εργάζονται οι άνθρωποι , τόσο πιο ευτυχισμένοι και υγιείς θα είναι .
David Ogilvi
Διαφημιστής
Ο πολιτισμός των επιχείρησήσεων είναι ένας πολιτισμός όπου κάθε άτομο κατανοεί ότι ο κόσμος δεν του οφείλει να τον συντηρεί !!
Πίτερ Μόργκαν
Να σέβεσαι το όνομα σου , γιατί θα μείνει μαζί σου περισσότερο καιρό από ένα απόθεμα χρυσού .
Κτήμα Αφθονία
Και παλαιωμένη τσικουδιά από το μετόχι του κτήματος Αφθονία στο Πενταμοδι Την δοκιμάσαμε και αισθανθήκαμε υπέρτατη αγαλλίαση !!!

Νέο προϊόν
Ένα νέο προϊόν λάνσαρε το κτήμα Αφθονία που βρίσκεται στα Σκούρτα με μετόχι στο Πενταμόδι της Κρήτης η νέα ετικέτα αναφέρεται στο ελαιόλαδο με βότανα πάντα τέτοια φίλε Γιάννη !!




Κωστής Παλαμάς

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς,
μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη,
σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν
τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα
και των αρχαίων παλιάτσοι…
Τα ράλλικα χρήματα
Από το ανέκδοτο έργο του Ηλία Καινούργιου, «Κατοχικά»
Πηγή: Παλαιοχώρι Δωριέων Αρ φύλλου 154 Απρ. –Ιούν. 2015 σελ. 8

Στα χρόνια της Κατοχής, Κυβερνήτης της σκλαβωμένης Ελλάδας, ήταν ο Γεώργιος Ράλλης. Ό,τι του έλεγαν τα στρατεύματα κατοχής, το έκανε. Σκέτο ανδρείκελο και υπηρέτης τους. Έφτασε στο σημείο να δημιουργήσει δικό του στρατό –τους Ράλληδες- με τον οποίο προσπάθησε να διαλύσει την Εθνική Αντίσταση, όπου και να τους συναντούσε, σε πόλεις, χωριά, βουνά. Το είχε καλά πιστέψει, πως ο Χίτλερ θα επικρατούσε στην Ευρώπη και θα τον είχε τοποτηρητή της πατρίδας του Ελλάδας …
Οι Γερμανοί για να μην κλέβουν φανερά και αρπαχτά όλα τα αγαθά των Ελλήνων, βρήκανε το σύστημα της κοπής χρημάτων συνέχεια και των υπερανατιμήσεων κάθε ώρα και μέρα. Στην Ελλάδα έβγαλε ο Ράλλης τη μονάδα του – τα Ραλλικά χρήματα. Έπαιρναν λοιπόν τα Ραλλικά χρήματα οι Γερμανοί στα τσουβάλια κι αγόραζαν ό,τι ήθελαν. Τρόφιμα, ενδύματα, υποδήματα, φρούτα, όσπρια και … όση ποσότητα ήθελαν. Σε μια εβδομάδα τα χρήματα για το αντίστοιχο είδος δεν αναλογούσαν ούτε το ένα εκατοστό.
Αυτό γινόταν συνέχεια. Έτσι λοιπόν, με το να δίνουν αυτά τα χρήματα, κάλυπταν την κλεψιά και την αρπαγή των αγαθών του Ελληνικού λαού. Ο Ρωμιός όμως, πολύ καλά καταλάβαινε την κλεψιά που του εγένετο … τι να κάνει όμως; Όποιος έκρυβε τα αγαθά, τροφές, ενδύματα κλπ σε αποθήκες, τα έβρισκαν οι Γερμανοί, τα έπαιρναν κι έστελναν εκτόπιση στα Γερμανικά εργοστάσια τον έμπορο, όπου πέθαινε στα καταναγκαστικά έργα και κρεματόρια.

Οι τιμές ανέβαιναν αλματωδώς. Ένας υπάλληλος σήμερα έπαινε πεντακόσιες χιλιάδες το δεκαπενθήμερο, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του έδιναν πέντε εκατομμύρια με τα οποία δεν μπορούσε να αγοράσει ούτε δύο κιλά ψωμί. Στα χωριά λοιπόν, όλες οι γριούλες που δεν είχαν δει στα μάτια τους ποτέ χιλιάρικο, πουλούσαν στους μαυραγορίτες κρυφά, αυγά, κότες, κι ό,τι άλλο είχαν και μάζευαν χιλιάρικα που τα εκλείδωναν καλά στην κασέλα τους. Έλεγαν πως έχουν θησαυρό και πως γίνηκαν εκατομμυριούχες. Πολλές, επειδή δεν μπορούσαν να μετρήσουν τα τόσα πολλά χιλιάρικα, τα εμέτραγαν με το ζύγι και με τις οκάδες.
«Άκσες αρή: Η Θανάσαινα έχ’ πέντε οκάδες χιλιάρικα μαζέψ’»

Οι άντρες και οι νέοι στα χαμένα προσπαθούσαν να τις πείσουν πως με τα χρήματα που έχουν μαζεμένα δεν μπορούν να πάρουν ούτε μία ρομπίτσα …
«Τι τα κρατάς τα παλιόχαρτα εκεί μέσα γιαγιά και σου πιάνουν τον τόπο; Αει πέταξ’ τα!»
«Εε άστα πιδάκι μ’ που ξέρσ’ μπουρεί κάποτε να λάβν την αξία τς».
Διάβηκαν τα δίσεκτα χρόνια και οι οργισμένοι μήνες. Οι Γερμανοϊταλοί έφυγαν και ήρθε η γλυκιά ελευθερία. Το πήραν τώρα χαμπάρι και οι γριές πως τα χιλιάρικα είναι σκέτα χαρτιά. Τα έβγαλαν κι αυτές έξω και προσάναβαν το χειμώνα τη φωτιά. Πολλές έβαζαν πάνω από το ταψί στο ψωμί χιλιάρικα, να μην καεί από τη δυνατή φωτιά της γάστρας. Κάθε φορά που σκόρπιζαν τα χιλιάρικα οι γριές, έλεγαν κι από έναν κακό λόγο για το Ράλλη για να ξεθυμάνουν.
«Να χαθείς παλιου-Ράλλη, προδότ’ με τα ρούβλια σ’»
Όλες οι ελληνιστικές σχολές, θεωρούσαν ότι τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις (τα πάθη) οι επιθυμίες, οφείλονται στις πεποιθήσεις.
Ότι τα ψυχολογικά προβλήματα (όχι οι ασθένειες όπως η μανιοκατάθλιψη ή η σχιζοφρένεια ή οι ψυχώσεις, δηλαδή βλάβες που τις θεωρούσαν σωματικές – αλλά ό,τι παράγει και αναπαράγει την καθημερινή ανθρώπινη μιζέρια, ό,τι στέκεται εμπόδιο στην ευδαιμονία, αυτά δηλαδή από τα οποία πάσχει η πλειονότητα των ανθρώπων) οφείλονται σε πεποιθήσεις ή τουλάχιστον δεν είναι ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις.
