μάθε τέχνη και άστηνε και άμα…


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
μάθε τέχνη και άστηνε και άμα…





Βασίλης Ραφαηλίδης
Το δικαίωμα στην τεμπελιά είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Παραδόξως, δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, παρά το γεγονός πως όλοι οι κοινωνικοί αγώνες γίνονται για να έχει ο άνθρωπος στη διάθεσή του περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Δηλαδή, να μπορεί να είναι περισσότερο τεμπέλης. Επιπροσθέτως, το δικαίωμα στην τεμπελιά είναι ουσιώδες μαρξιστικό δόγμα. Έγινα φανατικός μαρξιστής από τότε που διάβασα το “Δικαίωμα στην τεμπελιά” του Πωλ Λαφάργκ, γαμπρού του Μαρξ. Άλλωστε η δουλειά διαφέρει απ’ τη δουλεία μόνο κατά ένα τόνο.
Το σύνθημα, λοιπόν, “χαρά και εργασία” είναι είτε για προσκόπους, είτε για ηλίθιους. Εκτός κι αν αναφερόμαστε στην εργασία που κάνει κανείς ελεύθερα και αβίαστα, σε χρόνο που επιλέγει αυτός χωρίς την επιτήρηση του ξυπνητηριού που κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι σαν δαμόκλεια σπάθη, που μας αποκεφαλίζει κάθε μέρα πλην Κυριακών και εορτών. Προσωπικά προτιμώ την πείνα από το ξυπνητήρι (που λέει ο λόγος). Και πάντα αναρωτιόμουν πώς διάολο γίνεται και οι κομουνιστές άρχοντες επαινούν τόσο εμφατικά την εργασία. Και πάντα έβρισκα πολύ λογικό που στη Ρωσία δεν αγαπούν την εργασία. Οι μάζες κατανοούν αυτομάτως την αξία και τη σημασία της τεμπελιάς.
Ο Μαρξ άλλωστε δεν ήταν που είπε πως ο άνθρωπος πρέπει να ξεφύγει κάποτε από τη δουλεία της δουλειάς? Ε αυτό έγινε στη Σοβ. ένωση. Οι μάζες ξέφυγαν απ’ τη δουλεία της δουλειάς. Λίγο πρόωρα πάντως, γιατί ο Μαρξ διευκρινίζει πως αυτό θα γίνει δυνατό μόνο μέσα απ΄τη δουλειά. Αφού δηλαδή δουλέψουμε τόσο, όσο χρειάζεται για να εμφανιστεί η εντελώς αναγκαία στον κομουνισμό κοινωνία της αφθονίας Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η εργασία κι άλλο η “σοσιαλιστική εργασία”.
Η σοσιαλιστική εργασία είναι μια εφεύρεση του Στάλιν, που βοηθάει στο να ξεπεραστεί μια θεωρητική δυσκολία: Ο Μαρξ ονειρεύεται τη μακάρια εποχή κατά την οποία ο καθένας θα παράγει κατά τις δυνάμεις του και θα αμείβεται κατά τις ανάγκες του. Κατά τις δυνάμεις μου σημαίνει χωρίς ζόρισμα. Κατά τις ανάγκες μου σημαίνει χωρίς πολλές και κυρίως χωρίς ηλίθιες ανάγκες. Κι ένας που αγαπάει τα βιβλία δεν έχει ούτε πολλές ούτε ηλίθιες ανάγκες. Συνεπώς, ο διανοούμενος είναι κομουνιστής ακόμα κι αν δεν το ξέρει. Άρα ο κομουνισμός θα εγκαθιδρυθεί αυτομάτως όταν όλοι αγαπήσουν το βιβλίο. Κι όταν γυμνάσουν τον κώλο τους τόσο, όσο χρειάζεται για να μπορούν να κάθονται και σε καρέκλα που δεν είναι της ταβέρνας. Οι κοσμικοί κι οι ταβερνόβιοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις να γίνουν κομουνιστές. Η σοσιαλιστική εργασία λοιπόν, ουδόλως διαφέρει απ΄την καπιταλιστική εργασία. Απλώς, οι πονηροί έβαλαν το επίθετο σοσιαλιστική μπροστά για να κάνουν ανεκτή την δια της εργασίας εκμετάλλευση στο όνομα του χωρίς εκμετάλλευση καλύτερου κόσμου που όλο κινάει νάρθει κι όλο μένει στο δρόμο από λάστιχο.
Όσο για τον σταχανοβισμό, αυτόν άστον καλύτερα να πάει στο διάολο. Πιο σατανική και πιο αντιμαρξιστική εφεύρεση θα ήταν αδύνατο να υπάρξει. (…)
Βασίλης Ραφαηλίδης – Το δικαίωμα στην τεμπελιά” -Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο Πηγή: boulgarim
Αντικλείδι, Βασίλης Ραφαηλίδης – Το δικαίωμα στην τεμπελιά
photo by streethacker




by Αντικλείδι

Όταν κάποιος σου πει «δεν μπορείς» και η απόρριψη σου χτυπήσει την πόρτα ,σκέψου πως κάποιος κάποτε απέρριψε τους Beatles και έκανε συμβόλαιο στους Tremeloes. Την πρωτοχρονιά πριν 57 χρόνια παραλίγο η καριέρα του μεγαλύτερου μουσικού συγκροτήματος να τελειώσει πριν καν αρχίσει!
To φαινόμενο Αλέφαντος έγινε 80 ετών Τον γνωρίζει όλη η Ελλάδα. Εκατομμύρια στόματα έχουν δανειστεί τις -«δεν υπάρχουν!»- ατάκες του. Εκατομμύρια αυτιά έχουν διασκεδάσει με τη λαϊκή του αφήγηση. Εξαιρετικός θεωρητικός του ποδοσφαίρου ή γραφικός, ο Νίκος Αλέφαντος είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο των γηπέδων μας.
Και την Πέμπτη έκλεισε τα 80 Τα 70 από τα 80 του χρόνια τα πέρασε στα γήπεδα, ως παίκτης ή προπονητής. Ξέρει μπάλα όσο λίγοι, κι ας έχει παραδώσει μαθήματα τακτικής με άδεια μπουκάλια μπίρας ή με… κεφτέδες – εξ’ ού και τα αμίμητα: «ρε σεις, ποιος έφαγε… τον Αναστόπουλο;» ή το «γκαρσόν, παίκτες!». Από το 1969 έως το 2004 κάθισε στον πάγκο δεκάδων ελληνικών ομάδων. Εάν δεν πέτυχε όσα μπορούσε, φταίει ο εκρηκτικός, ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του. Είναι ντόμπρος και αυθόρμητος. Είναι λαϊκός και αυθεντικός. Μια από τις πιο cult φυσιογνωμίες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Εκκεντρικός, αλλά και δημοφιλής.
Ο Νίκος Αλέφαντος είναι… «τα πάντα όλα», για να θυμηθούμε μια από τις πιο διάσημες «ατάκες» του. Γεννήθηκε 3 Ιανουαρίου 1939 και πέρασε όλη του τη ζωή στα Εξάρχεια. Εκεί, στον Αστέρα Εξαρχείων, έκανε τα πρώτα του βήματα ως ποδοσφαιριστής (το 1949, σε ηλικία 10 ετών), αλλά και ως προπονητής (1969). Ηταν μεσοεπιθετικός και δεινός σκόρερ.
Επαιξε και στον αγαπημένο του Ολυμπιακό (ένα ματς πρωταθλήματος, το 1958-1959), στον οποίο επέστρεψε ως προπονητής τρεις φορές μέσα σε 20 χρόνια (1983, 1994, 2004). Εργάστηκε σε δεκάδες ομάδες (μεταξύ άλλων, στην ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τον Πανιώνιο, τη Λάρισα και τον ΟΦΗ). Ωστόσο, σε καμία δεν ευτύχησε να στεριώσει για περισσότερους από μερικούς μήνες. Από την Καστοριά (1978) παραιτήθηκε έπειτα από μόλις έναν αγώνα. Από τον Φωστήρα (2002), τρεις ώρες μετά την πρόσληψή του.
Την προπονητική δεν τη σπούδασε. Είναι αυτοδίδακτος. Αλλά, η αλήθεια είναι ότι πάντοτε προσπαθούσε να ενημερώνεται για τις νέες τάσεις. Παρακολουθούσε για μερικές εβδομάδες, με δικά του έξοδα, τη δουλειά σπουδαίων ξένων τεχνικών, όπως ο Βαϊσβάλερ, ο Χάπελ, ο Μενότι, ο Λίπι, ο Σάκι, ο Αντσελότι, ο Μπέαρζοτ. Καυχιόταν γι’ αυτό: «Εχω πάει στο εξωτερικό για σεμινάρια. Ποιος άλλος από τους πρωτοκλασάτους προπονητές το έχει κάνει; Κανείς. Μόνον ο Αναστόπουλος. Οι άλλοι δεν πάνε, ούτε μέχρι τα Πατήσια». Θαυμάζει τον Ζοσέ Μουρίνιο. Τον θεωρεί -ακόμη, άραγε;- ως τον καλύτερο στον κόσμο.
Καυχιέται, και σήμερα στα 80 του, ότι κανένας έλληνας προπονητής δεν ξέρει το ποδόσφαιρο, όσο εκείνος. Σε έναν δημοσιογράφο, που έκανε το λάθος να τον αμφισβητήσει, το είπε με τον δικό του, μοναδικό τρόπο: «Στα εξηγώ ωραία; Μάθε μπαλίτσα. Βρε, μάθε μπαλίτσα από τον άρχοντα». Κι όμως, αυτή του την έπαρση κανένας δεν την παρεξηγεί. Γιατί όλοι τον αποδέχονται ως αυθόρμητο και αυθεντικό. Είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου – τι να λέμε τώρα; (που θα ‘λεγε κι ο ίδιος).
Είναι… φόλα Ολυμπιακός. Οπως έχει πει, «στον Παναθηναϊκό δεν θα πήγαινα ποτέ. Εδώ πήγα στον Παναργειακό, και επειδή είχαν πράσινες εμφανίσεις, δεν μπορούσα να κάνω προπόνηση. Τους παράτησα κι έφυγα». Αλλά η μοίρα τα ‘φερε έτσι, ώστε και τις τρεις σεζόν που εργάστηκε στον Ολυμπιακό, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε τον τίτλο. Η τελευταία φορά (2004) τον «σημάδεψε». Στο ντέρμπι της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, το οποίο θα έκρινε τον πρωταθλητή, ο κορίνθιος ρέφερι, Γιώργος Δούρος, έκανε λάθος στη φάση της αποβολής του Ζιοβάνι (έπρεπε να αποβάλει και τον Σωτήρη Κυργιάκο, καταλογίζοντας πέναλτι υπέρ του Ολυμπιακού) και το τελικό 2-2 χάρισε τον τίτλο στον Παναθηναϊκό. «Η κλοπή του αιώνα, κυρία Στάη μου», παραπονιόταν στη γνωστή δημοσιογράφο. «Γιατί δεν βγαίνει ο κύριος Δούρος να μιλήσει; Είναι ζήτημα ζωής για μένα. Γιατί δεν βγαίνει στο τηλέφωνο; Τι ψυχή θα παραδώσει; Εχασα τη δουλειά μου εξ’ αιτίας του. Βγες από την Κόρινθο, να μιλήσεις με τον Αλέφαντο. Εάν δεν ήταν αυτός ο… καταραμένος, θα είχα πάρει το πρωτάθλημα, θα ήμουν ακόμα στην ομάδα», έλεγε και ξανάλεγε. «Με πονάει που δεν είμαι στον Ολυμπιακό και λέω μέσα μου. Ρε Θεέ, άντερα δεν έχεις; Εμένα βρήκες να καταστρέψεις, τον φουκαρά τον Αλέφαντο;». Επειτα από εκείνο τον Μάιο του 2004, δεν δούλεψε ξανά.
Στην τελευταία του χρονιά σε πάγκο, το 2004, ως προπονητής του αγαπημένου του Ολυμπιακού. Ποτέ δεν θα ξεπεράσει το πώς έχασε το πρωτάθλημα Τα έχει βάλει με πολλούς, χωρίς φόβο αλλά με πάθος: – «Πού πας ρε Κωστέα – Γείτονα (Τάκης Λεμονής) με τις ζώνες – νεροζούμια στην Ευρώπη; Οι ζώνες είναι μόνο για τα παντελόνια». – «Καλύτερος έλληνας προπονητής ο Αναστασιάδης; Ελα μωρέ με τον… κομμωτή. Που μου παίρνει τους παίκτες και τους πάει στους παπάδες… Να έχεις, δηλαδή, τον Ραούλ στην ομάδα και να τον πηγαίνεις στο Αγιο Όρος; Δεν γίνονται αυτά, ρε». –«Ο Γκώνιας με αυτό το κούρεμα είναι για εισπράκτορας στα τρόλεϊ». – «Ο Παράσχος έχει πρηστεί από τους μουσακάδες». – «Ποιος Χιώτης; Χιώτης ήταν ένας κι έπαιζε μπουζούκι για τη Μαίρη Λίντα. Δεν το βλέπεις; Είναι κοντός». – «Τον Ζαγοράκη, αν τον τινάξεις, θα πέσουν φραγκοδίφραγκα. Ο ΠΑΟΚ θέλει πρόεδρο με λεφτά». – «Ο Κωφίδης δεν είναι προπονητής, αυτός είναι να βάζει καμιά πλάκα να χορεύουν οι νέοι στα κλαμπ». Εάν θέλεις να τον… κουρδίσεις, πες του για τον Καρπετόπουλο, τον Πανούτσο (που τον αποκαλεί Πανούση) και τον Νικολακόπουλο (τους δημοσιογράφους), ή για τον Μπάγεβιτς και τον Σάντος. – «Ελα μωρέ τώρα με την απάτη τον Σέρβο τον πορτοφολά, που μου τον κάνατε προπονηταρά εσείς οι δημοσιογράφοι. Ο Μπάγεβιτς παίρνει τους γρήγορους κι εγώ δουλεύω με ντακότες, γκαζοζέν και σκατοδοχεία με ποδαράκια. Εγώ έχω τον Καραπιάλη, που βρίσκει ο κώλος του στο χόρτο. Δώσε μου, ρε, μια ομάδα να του βάλω τρία μέσα – έξω, να στρώσει». – «Ο Σάντος… κοίταξε να δεις, ο Σάντος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος εργάζεται, αλλά στον πάγκο… Μπορεί να ‘χουνε μπει οι Τούρκοι στην Ελλάδα κι αυτός να ξυπνήσει το Μεγάλο Σάββατο». Αυτοί που του έδωσαν δουλειά, δυο φορές μάλιστα, δεν κινδυνεύουν από το στόμα του. – «Στη Μίλαν να ήμουν και να είχα την ομάδα πρώτη, θα έσπαγα το συμβόλαιο να έρθω στον Ολυμπιακό. Γιατί τέτοιος πρόεδρος σαν τον Κόκκαλη, δεν έχει περάσει από ελληνικού εδάφους. Ούτε από Μπαρτσελόνα και Ρεάλ. Μόνο με τον Μπερναμπέου μπορώ να τον συγκρίνω και με κανα δυο της Ιντερ και της Μίλαν». Κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς του έμειναν ως ποδοσφαιρικοί όροι. «Ο Προτάσοφ; Αντε μωρέ με την Τιτίκα». «Τόζερ, άλλη τιτίκα κι αυτή…».
Μπορεί στον Αλέφαντο να αρέσουν οι φαντεζί παίκτες, όμως τους θέλει μαχητές. Τα ξένα ονόματα, τα… σκοτώνει. Το highlight του είναι ο… Αρνής (Ανρί). Οχι πως τα ελληνικά τα μιλάει… Μπαμπινιώτικα: – «Να ξέρετε ότι η Βραζιλία βγάζει μπαλαδόρους, αλλά η Ιταλία βγάζει μαρκαδόρους (παίκτες που μαρκάρουν)». – «Ο Αμανατίδης πρέπει να πάει Εθνική. Είναι μεγάλος μαντουμαδόρος και μεγάλη πρεσαδούρα». – «Δεν έχει τελειώσει ο Αλέφαντος. Θα επανέλθω… δριμύτριος».
Στις προβλέψεις του δεν πέφτει πάντοτε μέσα… – «Καλώς τα παιδιά, καλώς τα 3-0». Ο ΠΑΟΚ κατέβαινε στην Αθήνα για να παίξει με τον Ολυμπιακό και ο Αλέφαντος είχε μαντέψει πως θα φάει τρία γκολ. Αλλά ο «Δικέφαλος» έφυγε από τη Ριζούπολη με τη νίκη. – «Ποια Λίβερπουλ; Δεν υπάρχει Λίβερπουλ (εκείνη τη σεζόν κατέκτησε το Champions League…)». … Αλλά και δεν δυσκολεύεται ν’ αλλάξει γνώμη, άμα χρειαστεί: – «Ο Σαλπιγγίδης και οι τάπες αυτές, να έχεις υπόψη σου, δεν υπάρχουν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο… Πεθάνανε οι ένα και δεκαπέντε. Ν’ ακούς τον Αλέφαντο τι σου λέει». Κι έπειτα: «Ο Σαλπιγγίδης είναι γρήγορος, δυνατός, εκπληκτικός. Το δε τελείωμά του στο γκολ, ήταν πλασέ μεγάλου παίκτου». Ενίοτε, αλλάζει γνώμη περισσότερες από μία φορά: «Ο Μπόρχα θα… ξεκωλιάσει τα αντίπαλα σέντερ μπακ». «Ποιος Μπόρχα, μωρέ; Δεν ξέρει μπάλα, δεν βλέπεις;». «Ο Μπόρχα μπορεί να γίνει μεγάλο σέντρε μπακ. Δεν βλέπεις τι κορμιά έχουνε αυτοί οι μαύροι; Πέντε τούμπες κάνουνε στον αέρα». Εχει γνώμη για όλα, όχι μόνο για το τόπι. – «Από τους δημοσιογράφους των δελτίων βλέπω Στάη, γιατί είναι καλός άνθρωπος. Και τον Χατζηνικολάου βλέπω, αλλά αυτός έχει ένα κακό: γλείφει τον από πάνω και σκοτώνει τον από κάτω. Με τον Ευαγγελάτο κόψαμε το φαΐ. Θα πεθάνουμε από την πείνα με αυτά που βγάζει. Οταν αρχίζει η εκπομπή του (Αποδείξεις), κλείνω την τηλεόραση». – «Ο Χριστόδουλος είναι ο γίγαντας της Ορθοδοξίας. Ο άλλος, ο Ζακύνθου, είναι… άσε να μη σου πω. Πιστεύω κάργα στον Θεό. Αλλά όχι… Αγιον Ορος και σαχλαμάρες. Τι να κάνω στο Αγιον Ορος; Να βλέπω τους παπάδες να…; Ο Χριστός δεν ήταν σαν τα μούτρα τους. Ο Χριστός ήταν ωραίος. Και να πήγε με τη Μαγδαληνή, τι έγινε; Είναι ωραίο να πηγαίνει ο άνδρας με τη γυναίκα. Ο άνδρας με τον άνδρα δεν είναι ωραίο». – «Ο Καραμανλής; Δεν είχε κολλήσει ούτε ένα ένσημο πριν να γίνει βουλευτής». Είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς με όσα λέει, μιλάει μια γλώσσα λαϊκή, που αρέσει στον κόσμο.
Γι’ αυτό και οι τόσο συχνές εμφανίσεις του στα ΜΜΕ, γι’ αυτό και οι διαφημίσεις που έχει κάνει. Το 1983 «Τα παιδιά από την Πάτρα» κυκλοφόρησαν δίσκο που περιείχε ένα τραγούδι αφιερωμένο σε ‘κείνον. «Γεια σου ρε Αλέφαντε, είσαι παλικάρι». Εξυμνεί τον χαρακτήρα του και αναφέρεται στις αδικίες που έχει υποστεί. Εχει παρεκτραπεί ανεπίτρεπτα. Δυο φορές «θυμήθηκε» ότι υπήρξε και πρωταθλητής στην πυγμαχία. Το ένα θύμα του ήταν ο δημοσιογράφος Γιώργος Βενετούλιας, που του είχε ασκήσει κριτική για την απόφασή του να κάνει αλλαγή τον Θωμά Μαύρο σε αγώνα με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς, το 1987. Το άλλο, ο συνάδελφός του Λάκης Πετρόπουλος. Τον γρονθοκόπησε τον Οκτώβριο του 1986. Εχει κάνει και φυλακή, το 1979. Εμεινε 25 μέρες στο Γεντί Κουλέ. Οπως αναφέρει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του -«Νίκος Αλέφαντος, Τα Πάντα Όλα»-, ως προπονητής του ΠΑΣ Γιάννινα είχε ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για να αγωνιστεί με τον Ηρακλή. Οι γηπεδούχοι σκόραραν πρώτοι, ο ΠΑΣ ισοφάρισε και τότε ο Αλέφαντος γύρισε προς την εξέδρα και φώναξε: «Αντε γαμηθείτε, δεν έχετε ομάδα, ρε! Γαμώ την ομάδα σας». Μόλις βγήκε από το γήπεδο, συνελήφθη. Η ομάδα του τον παράτησε στο Τμήμα, πήρε το πούλμαν κι έφυγε για τα Γιάννενα. Ακόμη και σήμερα, στα 80 του, γυμνάζεται στον ελεύθερο χρόνο του. Επιβλέπει την προπόνηση του εγγονού του, που φέρει το όνομά του. Εάν τον πετύχετε να κυκλοφορεί μέσα στο καταχείμωνο με το γνωστό κόκκινο μπλουζάκι, μη νομίσετε ότι νεανίζει. Απλώς, είναι προληπτικός – το παραδέχεται και στο βιβλίο του. Τον κάνει, λέει, να αισθάνεται σαν ταύρος. Ακολουθήστε τον. Το πιθανότερο είναι να καταλήξει σε κάποιο καφενείο, για μια ακόμη διάλεξη για το ποδόσφαιρο. Ευκαιρία, να μάθετε μπαλίτσα από τον άρχοντα.
Πηγή: Protagon.gr
Το μουσικό σύνολο «Κων/νος Ασημάκης Quintet» παρουσιάζει στην αίθουσα Ιανός το μουσικό του έργο «Διάφανος ήχος» στις 12 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 21:00.
Θα είναι μεγάλη χαρά για όλους μας να σας δούμε στον Ιανό.
Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Περισσότερα
Κωνσταντίνος Ασημάκης quintet | «Διάφανος ήχος»
Το σύνολο Κωνσταντίνος Ασημάκης quintet παρουσιάζει το έργο «Διάφανος ήχος».
Συμμετέχουν: Στέφανος Χατζηαναγνώστου φλάουτο, Βασίλης Αντωνίουκλαρίνο, Χάρης Κόκκαλης κόντρα μπάσο, Βασίλης Χωριανόπουλοςτύμπανα και Κωνσταντίνος Ασημάκης πιάνο.
Μια μουσική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια εκδρομή στον χρόνο, που ξεκινά σαν αυτοσχεδιασμός ενός παιδιού και γίνεται η αποκρυσταλλωμένη εμπειρία ενός ενήλικα.
Τα μουσικά θέματα προλογίζει η φιλόλογος Γιούλη Γόνη.
Φιλική συμμετοχή η Καίτη Κουλιά και η Βίκη Καπετανοπούλου.
Είσοδος (με κρασί ή μπύρα): 13€
Οι πόρτες ανοίγουν στις 21:00
Η βραδιά θα μεταδίδεται ζωντανά από το IANOS RADIO
· Μουσική Παράσταση
Αθήνα – Σταδίου 24 21:30



Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου

«Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο Τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του».
Τα Θεοφάνεια είναι η τελευταία γιορτή του Δωδεκαήμερου και οι καλικάντζαροι «από δω παν’ οι άλλ’». Φουρλάτισαν όλες αυτές τις μέρες και τις νύχτες, έδωσαν πήραν, έκαναν και τι δεν έκαναν και τώρα… άιντε στο καλό. Τι μένει; «ουχ, καλμέρα σ’. Εφ’γαν αυτοί; Έχουμε εδώ άλλους καλικάντζαρους. Τίγκα ο τόπος. Όλους τους κέδρους του Τζουμέρκου να κάψεις δεν φεύγουν αυτοί. Δεν φοβούνται το πρατσάνισμα», έλεγε και ξανάλεγε η γιαγιά με μεγάλη, αλήθεια, αγανάκτηση. Και συνέχιζε. «Δεν τους πιάν’ τίποτις. Θέλ’ να ρίξεις όλο το αλάτ’ απ’ το Μεσολόγγι». Οι καλικάντζαροι, όπως είναι γνωστό, μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δέντρο της ζωής. Βγαίνουν παραμονές Χριστουγέννων και «καταβρωμίζουν» τα πάντα, αποθήκες, μύλους, χαλάσματα, σπίτια, κασέλες… κάνοντας «αφύσ’κα πράματα». Παραμένουν μέχρι τις των Θεοφανείων. Τότε γυρνάν πίσω στο κατ’κιό τους.
Παλιότερα, προπολεμικά και λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση, το τελετουργικό των Θεοφανείων άρχιζε την παραμονή. Στα μισά της δεκαετίας του 50 άλλαξαν και όλα γίνονται την ημέρα των Θεοφανείων. Ο παπάς του χωριού την παραμονή των Θεοφανείων, μαζί με το βοηθό του, ένα παιδί ψωμωμένο και εμπιστοσύνης «επισκέπτονταν» όλα τα σπίτια και έκαναν Αγιασμό. Μόνο έτσι θα έφευγαν οι καλικάντζαροι. Το παιδί έβαζε μέσα σε σακουλίτσες, τραχανά, πατάτες, φασόλια και άλλα. Αυτά ήταν τα δώρα που έδιναν στον παπά. Δραχμές δεν υπήρχαν. Αργότερα έγινε αυτό, ο εκχρηματισμός δηλαδή του Αγιασμού των Φώτων. Παράλληλα και τα παιδιά έβγαιναν το πρωί και τραγουδούσαν τα κάλαντα. «Σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός και χαρές μεγάλες ο Κύριος…» Στην ουσία γινόταν ανταγωνισμός με τον παπά και για το λόγο αυτό τα Κάλαντα των Φώτων θεωρούνταν από τη νεολαία μη προσοδοφόρα. Γι’ αυτό πήγαιναν μόνο σε συγκεκριμένα σπίτια, «σε στοχευμένους στόχους». Και αν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά είχαν πάει καλά, τότε «απαξίωναν» τα κάλαντα των Φώτων.
Την παραμονή των Φώτων εντολή της γιαγιάς βάζαμε «λίγο θ’μιάμα στη φωτιά, για να φύγουν τα καρκατζέλια». «Δε έχουμε θ’μιάμα; Βάλτε κλωνάρια από κέδρο, ρίξτε αλάτ’, κάψτε παλιόρουτα ή παλιόπαπτσα. Έτσι θα φύγουν. Μυρίζουν, τους έρχεται αλατζούτζουρας και σκαπετάν’». Κι όλη τη νύχτα «βόγκαγαν οι μπουχαρήδες» από τη φωτιά κι άκουγες σ’ όλα τα σπίτια να «πρατσανίζει» ο κέδρος. Και σαν ξημέρωνε υποχρεωτικά όλα τα μέλη της οικογένειας στην εκκλησία. Ο μικρότερος της οικογενείας μάλιστα έπαιρνε από το εικονοστάσι μια εικόνα. Είχε σκοπό. Όταν ο παπάς έριχνε το Σταυρό στο νερό ψάλλοντας ταυτόχρονα «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…» άρπαζαν την εικόνα κι έτρεχαν στο ποτάμι, χειμώνας ήταν είχαν νερό και τα τοπικά ποτάμια και βουτούσαν στο νερό τις εικόνες. Τρεις φορές. Μετά γυρνούσαν στην εκκλησία και άφηναν τις εικόνες στην Ωραία Πύλη. Τέλειωνε η Λειτουργία κατευθείαν στο σπίτι φωνάζοντας στο δρόμο «Κύριε Ελέησον, Κύριε ελέησον». Την τοποθετούσαν στο εικόνισμα μαζί με το μπουκάλι με το αγιασμένο νερό. Το νερό αυτό ήταν για πάσα χρήση. Πονόδοντο, κοιλόπονο, για την ατεκνία, για την αφορία και την ευκαρπία κάθε ζεύγους. Για την περίπτωσή μου που σύμφωνα με τη γνωμάτευση πολλών «ειδικών» πως «ήμουν λαγκιολσμένος» χρησιμοποιήθηκαν μέχρι να αποσχολίσω κυβικά ολόκληρα. Δεν έπιασε τίποτε. Μου το είπε ο παπά Σπύρος. «Θελ’ς διάβασμα από Πατριάρχη και πάνω».

Χρήστος Τούμπουρος
Λογοτέχνης-Λαογράφος
παραμύθια κι ιστορίες ή πως μας αφηγείται η ζωή
μπάλ σεντέν, μασάλ μπεντέν
Posted by ίριδα

«93χρονος άντρας», λεπτομέρεια από έργο του Albrecht Dürer, 1521
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε γυναίκα, παντρεύτηκε και απόκτησε ένα παιδί. Το παιδί μεγάλωνε με όλα τα καλά, και οι γονείς ήτανε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Το παλάτι ήτανε χτισμένο μέσα σε δάσος και είχε αμέτρητα παράθυρα που φώτιζαν τα δωμάτια και τις επίσημες αίθουσες.Αρκετά μακριά, ήταν ένας λάκκος όπου κάθε πρωί οι σκουπιδιάρηδες πετούσαν τα αποφάγια και τα σκουπίδια του παλατιού. Σ’ αυτόν τον σκουπιδότοπο, έρχονταν ένας γέροντας κουρελής και πειναλέος και έψαχνε να βρει κάτι για να χορτάσει την πείνα του.
Κάποια μέρα βγαίνει το μικρό βασιλόπουλο περίπατο με την παιδονόμο του και βλέπει τον γέροντα. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο άνθρωπο και τον παρατηρούσε με απορία.
Ο γέροντας πρόσεξε την απορία του παιδιού και άρχισε να λέει τραγουδιστά:
«Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα σπίτια και παλάτια. Τώρα είμαι ένας γέρος δίχως τόπο δίχως μέρος. Σε καλύβι δε χωράω ψάχνω στ’ άχρηστα να φάω. Πέρασ’ η ζωή ποτάμι και με άφησε καλάμι».
Όταν τέλειωσε το τραγούδισμα, άρχισε να λέει ένα παραμύθι.
«Μία φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ αρχοντόπουλο με γνώση. Ξύπναγε πριν ξημερώσει…»
Το βασιλόπουλο έμεινε καρφωμένο στο ίδιο μέρος. Έβλεπε και άκουγε συνεπαρμένο, ένα παραμύθι για τον νερόμυλο, το μυλωνά και τη νεράιδα. Κάποια στιγμή όμως η παιδονόμος τράβηξε με το ζόρι το παιδί από το χέρι και το πήγε στο παλάτι. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε το παιδί την άλλη μέρα από την παιδονόμο ήτανε να πάνε εκεί που είχανε βρει το γέρο παραμυθά. Το παραμύθι συνεχίστηκε και το παιδί αρέστηκε τόσο πολύ, που δεν ήθελε να φύγει κοντά από το γέρο. Κάποια στιγμή όμως έπρεπε το παιδί να φύγει. Αντί για χαιρετισμό ο γέρος λέει: «Μπάλ σεντέν, μασάλ μπεντέν». «Τι θα πει αυτό;» ρωτάει το παιδί τη συνοδό του. Αυτό θα πει: «Το μέλι από σένα, το παραμύθι από μένα». Δηλαδή, για να συνεχίσει ο γέρος το παραμύθι πρέπει να του δώσουμε μέλι να φάει! Πηγαίνει το παιδί στον πατέρα του: «Πατέρα θέλω να τρώω μέλι για να δυναμώσω, θέλω πολύ μέλι να έχω για πολλές μέρες.» Ο βασιλιάς παραγγέλνει και του φέρνουν τρία βαρέλια μέλι για το αγαπημένο παιδί του.
Την τρίτη μέρα φορτώνεται μία κερήθρα μέλι ο μικρός και πηγαίνει στον παραμυθά για τη συνέχεια του παραμυθιού.
Την τέταρτη, την πέμπτη και τις άλλες μέρες έκανε το ίδιο, ώσπου κάποτε άδειασαν τα βαρέλια. Πάει στον πατέρα του ο μικρός. «Πατέρα θέλω μέλι. Αυτό που αγόρασες τελείωσε.»
Ο βασιλιάς απόρησε με το πράμα. «Τόσο μέλι, να τελειώσει τόσο γρήγορα!» Παραγγέλνει και του φέρνουν άλλα τρία βαρέλια μέλι και διατάζει τους ανθρώπους να παρακολουθήσουν την υπόθεση και να πιάσουν τον κλέφτη. Φανερώθηκε η αλήθεια. Το μέλι πήγαινε στον παραμυθά. Φωνάζει ο βασιλιάς το παιδί του και λέει: «Το μέλι είναι τροφή γλυκιά και δυναμωτική. Γιατί το κουβάλησες και το έδωσες στον γέρο;» «Το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Εγώ μέλι δεν θέλω. Θέλω να ακούω το παραμύθι.» Ο βασιλιάς προσπάθησε, αλλά με κανένα τρόπο δεν κατάφερε να αλλάξει την γνώμη του παιδιού του. Διατάζει και φέρνουν τον παραμυθά μπροστά του.
– Εσύ είσαι που αδειάζεις το μέλι από τα βαρέλια μου;
– Μου αρέσει πολύ βασιλιά μου. Δεν το κλέβω, το αγοράζω!
– Πως γίνεται και το αγοράζεις; Ξεγέλασες ένα μικρό παιδί και το ανάγκασες να γίνει κλέφτης της περιουσίας μου.
– Εγώ βασιλιά μου έκανα μία συμφωνία. Είχα την εντύπωση πως ξέρεις κι εσύ την υπόθεση! Τώρα που έμαθα τι έχει συμβεί ζητάω συγγνώμη. Δεν θα συνεχίσω.
Το παιδί που ήταν κοντά άκουγε τη συζήτηση. Βάζει τα κλάματα. Στεναχωρήθηκε τόσο που δεν μπόρεσαν να τον σταματήσουν με τίποτα. Ο βασιλιάς βλέπει το παιδί του πικραμένο και απαρηγόρητο. Σκέφτεται, ξανασκέφτεται και λέει στον γέρο παραμυθά:
«Γέροντα! Αφού το παιδί μου μαγεύτηκε τόσο με το παραμύθι σου, συνέχισέ το να ακούσω κι εγώ και να βγάλω συμπέρασμα.» Ο φτωχογέροντας άρχισε τη συνέχεια του παραμυθιού.
Ο βασιλιάς άκουγε με προσοχή. Μετά ήρθε και η βασίλισσα, μετά ήρθε το μεγάλο συμβούλιο. Όλοι κάθισαν και άκουγαν. Αρέστηκαν τόσο πολύ, που ξέχασαν τις δουλειές τους. Κάποια στιγμή λέει το παιδί. «Παππού ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου. Μετά συνεχίζεις!» Ο βασιλιάς όμως λέει στο παιδί του: «Άσε παιδάκι μου τον παππού. Να τελειώσει το παραμύθι του και μετά μπορεί να φάει το μέλι του.» Ο παραμυθάς όμως σταμάτησε υπακούοντας στη θέληση του παιδιού. Τότε ο βασιλιάς δίνει διαταγή.
«Να κρατήσετε το γέρο στο παλάτι. Να του δώσετε ένα δωμάτιο να κοιμάται. Να τον πλύνετε, να τον ντύσετε και να του δίνετε ό,τι φαγητό θέλει. Θα τον έχουμε εδώ όσο να τελειώσει το παραμύθι του.» Ο γέροντας όμως, για να δεχτεί όλο αυτά, ζήτησε από το βασιλιά να κάνουν μία συμφωνία. «Τι συμφωνία θέλεις να κάνουμε;» ρωτάει ο βασιλιάς. «Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν», απαντάει ο γέρος και έκλεισαν τη συμφωνία.
Το παραμύθι όμως του γέροντα δεν τελείωνε ποτέ. Κράτησε μέχρι την ώρα που παρέδωσε την τελευταία πνοή του και συνεχίστηκε στα κατοπινά, για πολλά – πολλά ακόμα χρόνια.
«Ένα μήλο έπεσε από τον ουρανό! Το ένα είναι για τον παραμυθά. Το ένα είναι για εκείνον που κάνει τους άλλους να τον ακούνε. Το ένα είναι για εκείνον που κουράζει το νου και το πνεύμα του. Αυτοί που το άκουσαν να κάνουν τη μοιρασιά».
Πηγή: https://e-paramythia.blogspot.com/p/blog-page_1510.html