Χριστούγεννα του Είκοσι (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)
Ὁ «Ἀνεμπόδιστος», ἡ μπρατσέρα1 τοῦ καπετάν Λευτέρη τοῦ Πιπεριᾶ, ἀρμένιζε μεσομπούγαζα2 ἐκείνη τὴ νύχτα. Κόντευαν Χριστούγεννα – προπαραμονὴ – κι ὁ καιρὸς ξύδι. Καραβοριάς. Χιονιὰς ντὲ ντίο3. Στὸ πέλαγο οὔτε πουλὶ πετάμενο. Ὅσοι δὲν πρόλαβαν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους εἶχαν ποδίσει4 ὅπου μπόρεσαν.
Κι ὁ «Ἀνεμπόδιστος» εἶχε μείνει ποδισμένος δυὸ μερόνυχτα σ᾿ ἕναν κόρφον ἀνοιχτό, πού ᾿βλεπε νοτιοδυτικά. Ὁ κόρφος ἦταν προφυλαγμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Βοριᾶ, ὅμως ἡ στεριὰ ἔβγαζε πολὺν ἀέρα. Εἶχαν φουντάρει καὶ τὶς δυὸ ἄγκυρες μὲ ὅλη τους τὴν καδένα5 γιὰ νὰ κρατηθοῦν. Ὅταν ἐρχόταν ἡ κατεβασιά ἀπὸ τὸ βουνό, οἱ καδένες τεζάριζαν, τὸ καΐκι τριζοβολοῦσε καὶ νόμιζες πὼς θὰ ξεκολλήσει ἡ πλώρη ἀπὸ τὸ ζόρισμα.
Δίπλα, φουνταρισμένο μὲ τὶς δυό του ἄγκυρες κι αὐτό, τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση. Ὁ Πιπεριᾶς τὸν ἤξερε ἀπὸ παλιά, ὅταν ἀκόμα ἦταν ναυτόπουλο ἀμούστακο. Κοντά του ἔμαθε τὰ πρῶτα μυστικὰ τῆς θάλασσας καὶ σήμερα ἤτανε κι ὁ ἴδιος καπετάνιος· καὶ μὲ μπρατσέρα δικιά του. Τί κι ἂν δίπλα στὸ μπρίκι ἡ μπρατσέρα του ἔμοιαζε μὲ βάρκα· αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Νέος ἦταν, στὰ μισὰ χρόνια τοῦ καπετὰν Φαράση, καὶ εἶχε πολὺν καιρὸ μπροστά του γιὰ νὰ φτιάξει κι αὐτὸς μπρίκι ἢ καὶ βαπόρι ἀκόμα.
Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ποδίσανε, μόλις σιγουράρισε τὸ καΐκι, ὁ Πιπεριᾶς πῆρε τὴ φελούκα μὲ δυὸ ναῦτες ἀπὸ τὸ πλήρωμα καὶ πῆγε νὰ χαιρετίσει τὸν καπετὰν Φαράση. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ φτάσουν τραβῶντας τέσσερα κουπιά, ἀπὸ ἕνα οἱ δυὸ ναῦτες, καθισμένοι στὸν πάγκο μὲ πρόσωπο κατὰ τὴν πρύμη καὶ δυὸ ὁ Πιπεριᾶς, ὄρθιος μὲ πρόσωπο στὴν πλώρη.
Ὁ καπετὰν Φαράσης τοὺς καλοδέχτηκε καὶ τοὺς κέρασε οὖζο καὶ μεζὲ νηστίσιμο· ἐλιές, βρεχτοκούκια καὶ παξιμάδι. Ἦταν θρῆσκος καὶ τὶς κρατοῦσε τὶς νηστεῖες. Ὁ Πιπεριᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κόρφο του καὶ τοῦ ᾿δωσε μιὰ κούτα καπνὸ καὶ ἕνα πάκο τσιγαρόχαρτο. Λαθραῖα, ἀπὸ τὸ κοντραμπάντο6 ποὺ ἔκανε περιστασιακά, ὅποτε δὲν εἶχε ναῦλο. Ὁ καπετάνιος δέχτηκε τὸ δῶρο, ἀλλὰ βρῆκε εὐκαιρία νὰ τὸν ἀρχίσει στὶς ὁρμήνιες.
«Μὲ τὸ κοντραμπάντο κανένας δὲν πρόκοψε. Παίζεις κορώνα-γράμματα ὁλάκερη περιουσία. Γιατὶ μιὰ περιουσία ἀξίζει ἡ μπρατσέρα σου, δὲν εἶναι καμιὰ ψαρόβαρκα. Ἄσε τὴ φυλακή, ἢ καὶ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».
Μετὰ εἶπαν γιὰ τὸν καιρό.
«Τί λές, καπετάνιο, θὰ κρατήσει;» ρώτησε ὁ Πιπεριᾶς. «Δὲ θέλω νὰ κάνω Χριστούγεννα στὸ καΐκι».
«Ὅ,τι θέλει ὁ Θεός», ἀποκρίθηκε ὁ καπετάνιος. «Ἅμα χρειαστεῖ, θὰ κάνουμε Χριστούγεννα ἐδῶ, στὸ ἐκκλησάκι τ᾿ ἁϊ-Νικόλα στὸν κάβο. Παπᾶ δὲ θά ᾿χουμε. Θ᾿ ἀνάψουμε τὰ καντήλια, θὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας καὶ θὰ ποῦμε ὅ,τι ξέρουμε ἀπὸ πατερημὰ καὶ ψαλμουδιές. Ὅσο γιὰ φαΐ, θὰ πῶ στὸ φίλο μου τὸ Γιώργη τὸν τσομπάνη νὰ σφάξει ἕνα κατσίκι καὶ νὰ μᾶς τὸ ψήσει».
«Νὰ μὲ συμπαθᾶς καπετάνιο, Χριστούγεννα στὸν κάβο ἐγὼ δὲν κάνω», εἶπε ὁ Πιπεριᾶς. «Μὲ περιμένει ἡ μάνα, ἡ ἀδερφή, ὁ γαμπρός μου. Καὶ πιὸ πολὺ ὁ μικρός, ὁ ἀνηψιός μου. Τό ᾿χω γιὰ γρουσουζιὰ νὰ μὴ μοῦ πεῖ τὰ κάλαντα».
«Δὲν πειράζει. Θὰ σοῦ τὰ ᾿πεῖ τοῦ χρόνου. Ἡ θάλασσα δὲν θέλει ἀποκοτιές. Εἶδες τί ἔπαθε ὁ καπετάν Δρακόσπηλος. Ἔχασε τὴν «Παντάνασσα», ἔχασε καὶ τὴ ζωή του».
Ὁ Πιπεριᾶς καθόταν σ᾿ ἀναμμένα κάρβουνα. Σκεφτόταν τὸ σπίτι, τοὺς δικοὺς του καὶ πιὸ πολὺ τὸν Γιαννούλη, τὸν μονάκριβο ἀνηψιό του. Κάθε φορὰ ποὺ γύριζε ἀπὸ ταξίδι ὁ μικρὸς τὸν περίμενε πῶς καὶ πῶς. Ὄχι τόσο γιὰ τὰ δῶρα καὶ τὶς λιχουδιὲς ποὺ τοῦ ᾿φερνε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔπαιζε μαζί του σὰν μικρὸ παιδί. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ὁ Γιαννούλης ἦταν ἀρρωστιάρης καὶ δὲν πολυέβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἔτσι ἔμαθε ν᾿ ἀγαπάει τὰ βιβλία καὶ νὰ διαβάζει ἀπὸ πολὺ μικρήν ἡλικία, πρὶν πάει στὸ σχολεῖο· ἀπὸ τὰ εικονογραφημένα παραμύθια ποὺ τοῦ διάβαζε ἡ μάνα του. Ἤτανε καὶ καλὸς τραγουδιστής. Μάθαινε τὰ τραγούδια ἀπὸ τὸ γραμμόφωνο ποὺ εἶχε φέρει ὁ θεῖος του. Καὶ τραγουδοῦσε – μόνο γιὰ ᾿κεῖνον – τὸ ἀγαπημένο του τραγοῦδι, τοὺς Κοντραμπατζῆδες6, ἢ Κουντραμπατζίβες ὅπως τό ᾿χε πάρει τὸ παιδικό του αὐτί. Ἄλλο ἕνα παράκουσμα ποὺ ξετρέλαινε τὸν θεῖο ἦταν στὰ κάλαντα. Στὸ τέλος, ὅταν οἱ καλαντιστὲς ἔλεγαν παινέματα καὶ καλοῦσαν τοὺς νοικοκυραίους νὰ δείξουν τὴ γενναιοδωρία τους
κι ἂν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πλούσιους φλουριὰ μή λυπηθεῖτε
ὁ Γιαννούλης ἔλεγε
κι ἂν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πούστηδες φλουριά μὴ λυπηθεῖτε
κι ὁ θεῖος γελοῦσε μὲ τὴν ψυχή του.
Μεγαλώνοντας τά ᾿μαθε σωστά, ἀλλὰ πάντα στὸ θεῖο του τά ᾿λεγε ὅπως ἤθελε ἐκεῖνος καὶ τὸ χαίρονταν καὶ οἱ δυό.
…
Τὸ σούρουπο τῆς τρίτης μέρας ὁ καιρὸς φάνηκε νὰ κόβει λιγάκι. Ὁ Πιπεριᾶς δὲ χασομέρησε.
«Ἰσᾶτε, λεβέντες μου», φώναξε στὸ πλήρωμα, «βίρα τὶς ἄγκυρες, κι αὔριο, παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ, θά ᾿μαστε στὰ σπίτια μας».
Ξεκίνησαν μὲ τὰ πανιὰ μουδαρισμένα7 καὶ τὸν καιρὸ δευτερόπρυμα8. Μόλις ἔστριψαν τὸν κάβο, ἄρχισαν νὰ τοὺς χτυποῦν οἱ χοντρὲς θάλασσες. Τώρα εἶχαν τὸν καιρὸ στὸ πλάι, τὸ καΐκι ἔγερνε πολὺ καὶ ἡ δεξιὰ κουπαστὴ9 ἤτανε μέσα στὸ νερό, κάποιες στιγμές καὶ τὸ παραπέτο10. Ὅταν ζόριζαν πολὺ τὰ πράματα, ὁ καπετάνιος ἔστριβε λίγο πάνω στὸν καιρό. Τὸ πλεούμενο ἴσιωνε κάπως, ἔπεφτε κι ὁ δρόμος του καὶ δὲν κοπανοῦσε μὲ φόρα στὶς χοντρές θάλασσες ποὺ συναντοῦσαν μεσομπούγαζα.
Πάλεψαν ἔτσι ὧρες πολλές. Μὲ τὰ ὀρτσαρίσματα11 εἶχαν ἀνέβει πολὺ βορεινὰ καὶ ὅσο ζύγωναν στὴ στεριὰ ἄρχισε τὸ ἀντιμάμαλο12. Τώρα ἡ θάλασσα τοὺς χτυποῦσε ἀπὸ δυὸ μεριές. Τὸ ἴδιο κι ὁ ἀέρας. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ ἀέρας τοῦ μπουγαζιοῦ κι ἀπό τὴν ἄλλη τὰ στρίμματα ποὺ ἔβγαζε ἡ στεριά.
Ὁ καπετάνιος τιμόνευε κῦμα μὲ τὸ κῦμα. Μόλις ἔστρωνε κάπως, ἔστριβε λίγο κατὰ τὸ νοτιά, προσέχοντας μὴν τοῦ σκάσει καμιὰ χοντρή θάλασσα στὸ πλάι καὶ τοὺς κάνει ζημιά. Ὅμως, ὅσο ζύγωναν στὴ στεριά, οἱ ἀπότομες ἀκτὲς κατέβαζαν δυνατὲς ἀνεμορριπές· καπακιαστά, ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω. Κάποια στιγμὴ τὰ πανιὰ δὲν ἄντεξαν καὶ σκίστηκαν σὰν χαρτί. Ἡ μπρατσέρα βρέθηκε ν᾿ ἀρμενίζει ξυλάρμενη στὸ ἔλεος τοῦ καιροῦ, ποὺ τὴν ἔσπρωχνε πρὸς τὰ βράχια τῆς πιὸ ἀφιλόξενης μεριᾶς τοῦ νησιοῦ. Μὲ συνεχόμενες κοφτές κινήσεις τοῦ τιμονιοῦ ὁ Πιπεριᾶς κατάφερε νὰ στρίψει λίγο πρὸς τὰ δεξιά, ὰποφεύγοντας γιὰ λίγες ὀργιὲς τὸ βορεινὸ κάβο τοῦ πιὸ μεγάλου αὐλακιοῦ σ᾿ αὐτὰ τὰ κακοτράχαλα μέρη.
«Φοῦντα13 τὴν ἀριστερή!», πρόσταξε μόλις προσπέρασαν τὸν κάβο καὶ μπῆκαν μέσα στὸ αὐλάκι.
Ἡ ἄγκυρα ἔπεσε στὸ νερὸ μὲ τὴν ἁλυσίδα νὰ ξετυλίγεται γοργά, καθὼς προχωροῦσαν.
Ἄφησε τὸ καΐκι νὰ προχωρήσει μὲ τὴ φόρα ποὺ εἶχε, σχεδὸν μέχρι τὴ μέση τοῦ αὐλακιοῦ, καὶ μετὰ πρόσταξε:
«Ἀγάντα14 καδένα!»
Μόλις σταμάτησε τὸ ξετύλιγμα, ἡ ἀλυσίδα τεντώθηκε καὶ τὸ καΐκι ἔστριψε ἐπὶ τόπου, γυρίζοντας τὴν πλώρη στὸν καιρό.
Φουντάρησαν καὶ τὴ δεξιὰ, ἔριξαν τὴ φελούκα στὴ θάλασσα κι ἔδεσαν πρυμάτσα15 στὰ βράχια, ἀπὸ τὴν ἀπάνεμη μεριὰ τοῦ αὐλακιοῦ. Ὕστερα, τραβῶντας τὴν πρυμάτσα μὲ τὰ χέρια ὅλοι μαζί, ἔφεραν τὸ καΐκι κοντὰ στὸ ἀπάνεμο μέρος.
Εἶχε φέξει γιὰ τὰ καλά, ὅταν σπατσάρησαν κι ἔκατσαν νὰ πάρουν μιὰν ἀνάσα.
…
Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων κι ὁ Γιαννούλης ξύπνησε ἀξημέρωτα καὶ κατέβηκε στὸ κάτω σπίτι, στῆς γιαγιᾶς, νὰ δεῖ ἂν ἔφτασε ὁ θεῖος του. Τὸν περίμενε μὲ μεγάλη ἀνυπομονησία γιὰ νὰ τοῦ πεῖ τὰ κάλαντα, ὄχι τόσο πολὺ γιὰ τὸ γενναιόδωρο φιλοδώρημα, ὅσο γιὰ νὰ χαρεῖ τὸ τρανταχτὸ γέλιο του μόλις θ᾿ ἄκουγε τὴν ἐπωδὸ «ἄν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πούστηδες».
Εἶχε πιὰ πατήσει τὰ δέκα καὶ ἤξερε τὸ σωστό, ὅμως γιὰ τὸ θεῖο του πάντα ἔκανε τὴν ἐξαίρεση. Ἦταν ἄριστος μαθητὴς, ὁ πρῶτος στὴν τάξη του, τὴν Πέμπτη, ἀλλὰ καλύτερος κι ἀπὸ τὰ παιδιά τῆς Ἕκτης. Ἄλλωστε οἱ δυὸ τάξεις ἔκαναν τὰ ἴδια μαθήματα· συνδιδασκαλία, ὅπως τὸ ᾿λεγε ὁ κύριος Φαίδων, ὁ δάσκαλος. Τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν ξεχώριζε ἀπ᾿ ὅλα τὰ παιδιά, ἀλλὰ προσπαθοῦσε νὰ μήν τὸ δείχνει. Ὅποτε ὅμως εἶχε τὴν εὐκαιρία ἔλεγε στὸν πατέρα του:
«Αὐτὸ τὸ παιδὶ πρέπει νὰ σπουδάσει. Θὰ εἶναι ἁμαρτία νὰ σταματήσει τελειώνοντας τὸ Δημοτικό.»
Ἤξερε, βέβαια, πὼς αὐτὸ ἦταν δύσκολο, μιᾶς καὶ δὲν ὑπῆρχε γυμνάσιο στὸ νησί. Ἔτσι θά ᾿πρεπε νὰ τὸν στείλουν σὲ κάποιον δικό τους στὴν Ἀθήνα, ἂν ὑπῆρχε, ἢ νὰ ξενιτευτοῦν οἰκογενειακῶς.
Ὁ μικρὸς ἦταν βιβλιοφάγος. Ὅ,τι χαρτὶ ἔπεφτε στὰ χέρια του τὸ ξεκοκάλιζε· ἀπὸ βιβλία, περιοδικὰ κι ἐφημερίδες, μέχρι τὰ χαρτιά ποὺ τύλιγε ὁ μπακάλης τὶς ρέγγες, φτάνει νὰ ἦταν τυπωμένα.
Ἀφοῦ διάβασε, τὰ λιγοστὰ βιβλία ποὺ βρῆκε στὴ σχολικὴ βιβλιοθήκη, ὁ δάσκαλος τοῦ δάνεισε ἕνα ἀπὸ τὰ δικά του· μιὰ συλλογὴ διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἕνα μαῦρο δερματόδετο βιβλίο ποὺ τὸ πρόσεχε σὰν νά ᾿ταν Εὐαγγέλιο. Στὴν ἀρχὴ δυσκολεύτηκε λιγάκι μὲ κάποιες ἀρχαΐζουσες λέξεις. Τὶς σημείωνε μὲ ἐπιμέλεια σ᾿ ἕνα τετράδιο, ὅπως τὸν συμβούλεψε ὁ δάσκαλος, καὶ τὸν ρωτοῦσε τὴν ἄλλη μέρα στὰ διαλείμματα. Πρόβλημα ἄλλο μὲ τὴν γλώσσα δὲν εἶχε, ἀφοῦ στὸ σχολεῖο διδάσκονταν τὴ γραμματικὴ τῆς καθαρεύουσας τότε.
Τὶς μέρες ἐκεῖνες εἶχε διαβάσει «Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι». Εἶχε ταιριάσει στὸ μυαλό του τὰ πρόσωπα καὶ τὶς τοποθεσίες τοῦ διηγήματος μὲ πρόσωπα καὶ τοποθεσίες τοῦ χωριοῦ του. Κάπου ἔβαζε μέσα καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ προσάρμοζε τὴν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας ἀνάλογα μὲ τὴ διάθεσή του.
Ἡ γιαγιὰ καταγινόταν μὲ τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὸ Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, τὴν ὥρα ποὺ κατέβηκε ὁ μικρός.
«Δὲν ἦρχε ἀκόμα, γιοκαράκι μου. Μπορεῖ ν᾿ ἀργήσει μὲ τὴ φουρτούνα. Ἄντε νὰ κοιμηθεῖς εἶναι πολὺ πρωί. Θὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ μόλις φτάσει», τὸν καθησύχασε. Μέσα της ὅμως ἡ ἴδια εἶχε μεγάλη ἀνησυχία, καθὼς ἄκουγε τὸν ἀέρα νὰ λυσσομανᾶ.
…
Ἀφοῦ ξαπόστασαν γιὰ λίγο στὸ καμαρὶ16 τῆς πρύμης, προφυλαγμένοι ἀπὸ τὸν παγωμένο ἀέρα, ὁ καπετάνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κασέλα του μιὰ μποτίλια ροῦμι, τυλιγμένη μὲσα στὰ ροῦχα του γιὰ νὰ μή σπάσει. Μετὰ τὴ δεύτερη βόλτα ἀνάμεσα στοὺς τέσσερις, τὸν καπετάνιο καὶ τοὺς τρεῖς ναῦτες, ἡ μποτίλια κατέβηκε στὴ μέση κι ἐκεῖνοι ἔνοιωσαν τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορεῖ στὰ ξυλιασμένα ἄκρα τους.
Ἔβγαλαν στὴ στεριὰ τὸν μοῦτσο τὸ Φρατζέσκο νὰ πάει στὸ χωριὸ νὰ πεῖ στοὺς δικούς τους πὼς εἶναι καλά. Οἱ ἄλλοι τρεῖς στρώθηκαν στὴ δουλειὰ γιὰ νὰ φτιάξουν τὶς ζημιές. Πρῶτα ἄνοιξαν τ᾿ ἀμπάρια γιὰ νὰ δοῦν ἂν ἡ μπρατσέρα εἶχε κάνει νερά ὅσες ὧρες πάλευε μὲ τὰ κύματα. Ἤξεραν πὼς μὲ τὸ κοπάνημα μποροῦσε νὰ λασκάρει μιὰ σκουριασμένη πρόκα, ν᾿ ἀνοίξει ἕνας ἁρμός, νὰ φύγει ἕνα στουπὶ ἀπὸ τὸ καλαφάτισμα. Ἀφοῦ βεβαιώθηκαν πὼς δὲν ἔμπαιναν νερὰ ἀπ᾿ τὰ βρεχάμενα, ξεκρέμασαν τὰ σκισμένα πανιὰ ἀπὸ τὶς ἀντένες καὶ μάτισαν ὅσα σκοινιὰ κόπηκαν στὰ κατάρτια καὶ στὶς ἀντένες ἀπὸ τὴ μανία τοῦ ἀέρα. Μετὰ κρέμασαν στὶς ἀντένες τοῦ μπροστινοῦ καταρτιοῦ τὸ ἐφεδρικὸ πανὶ ποὺ εἶχαν γιὰ μιὰν ὥρα ἀνάγκης, ὅπως καληώρα.
Τώρα ἦταν ἕτοιμοι νὰ ταξιδέψουν γιὰ τὸ λιμάνι, μόλις ἔκοβε λιγάκι ὁ καιρός.
…
Ὁ Φρατζέσκος ἔκανε ὥρα πολλὴ νὰ φτάσει στὸ χωριό. Ἡ πλαγιὰ ἦταν ἀπότομη πολὺ κι ἀπάτητη ἀπὸ ἀνθρώπους, γεμάτη φρύγανα καὶ σκῖνα. Δὲν τὴν ἔσπερναν ποτέ. Μόνο κατσίκια ἀμολοῦσαν γιὰ νὰ βοσκήσουν. Εἶδε κι ἔπαθε νὰ βγεῖ στὸ διάρραχο. Ἀπὸ κεῖ συνέχισε μέσα ἀπὸ τὰ χωράφια, σκαρφαλώνοντας ὄχτες καὶ πηδώντας ξερολιθιές, μέχρι νὰ βγεῖ σὲ κάποιο δρόμο καὶ σὲ μέρη ποὺ γνώριζε.
Φτάνοντας στὸ σπίτι τοῦ Πιπεριᾶ βρῆκε μεγάλη ἀναστάτωση. Δὲν ἦταν μόνο τὸ σόι τοῦ καπετάνιου. Εἶχαν μαζευτεῖ καὶ οἱ φαμίλιες ἀπὸ τὸ πλήρωμα γιὰ νὰ μάθουν τί ἀπόγιναν οἱ ἄνθρωποί τους. Τοῦ πῆρε κάμποση ὥρα νὰ τοὺς πεῖ τὰ καθέκαστα καὶ νὰ τοὺς ἀπαντήσει σ᾿ αὐτὰ ποὺ τὸν ρωτοῦσαν, ἔτσι ὅπως μιλοῦσαν ὅλοι μαζί. Μόλις τέλειωσε ἡ ἀφήγηση τοῦ Φρατζέσκου, ὁ Γιαννούλης ξέσπασε σὲ κλάματα κι ἔτρεξε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς γιαγιᾶς του.
«Δὲν πειράζει, γιοκαράκι μου. Τοῦ τὰ λὲς αὔριο τὰ κάλαντα τοῦ μπάρμπα σου. Ἄντε τώρα νὰ τὰ πεῖς στὴ θείτσα τὴν Καλὴ καὶ στὴ θείτσα τὴν Ἀννεζιώ, στὸ Γαλατᾶ.»
Ὁ μικρὸς ἡρέμησε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸν Γαλατᾶ, τὴν πέρα γειτονιά τοῦ χωριοῦ, χτισμένη στὴν ἀπέναντι πλαγιά· κι ἀνάμεσά στὸ Πανωχώρι καὶ τὸ Γαλατᾶ ἡ ρεματιά, τὸ Νεροφάωμα.
Τὰ καλὰ νέα, πὼς σώθηκε τὸ καΐκι κι ὅλο τὸ πλήρωμα μαζί, ἔφτασαν στὸν Γαλατᾶ, ὅπως καὶ στὶς ἄλλες γειτονιὲς τοῦ χωριοῦ πρίν φτάσει ὁ Γιαννούλης. Οἱ θεῖτσες τὸν ὑποδέχτηκαν χαρούμενες, τὸν κέρασαν δίπλες ποὺ τοῦ ἄρεσαν πολύ, ἄκουσαν τὰ κάλαντα καὶ τοῦ ᾿δωσαν καλὸ φιλοδώρημα. Μετὰ ἄρχισαν νὰ τὸν ρωτοῦν νὰ τοὺς πεῖ πῶς ἔγινε τὸ παραλίγο ναυάγιο. Κι αὐτὸς τοὺς τά ᾿πε μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τὸν Φρατζέσκο.
Εἶχε σουρουπώσει γιὰ τὰ καλά, ὅταν ξεκίνησε γιὰ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι. Ἀνεβαίνοντας τὸ καλντερίμι ἀπὸ τὸ Νεροφάωμα στὸ Πανωχώρι ἄρχισε ν᾿ ἀναπλάθει στὸ μυαλό του τὴν ἱστορία ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὅταν ἔφτασε μπροστὰ ἀπὸ τὸ μισογκρεμισμένο σπίτι, ταυτισμένο στὸ νοῦ του μὲ τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι, τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε μιὰ σκιὰ στὰ χαλάσματα. Μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν τίποτα ἢ νὰ ἦταν κάποιος περαστικὸς ποὺ εἶχε πάει πρὸς νεροῦ του. Τοῦ Γιαννούλη τοῦ φάνηκε πὼς ἦταν ὁ παλαβο-Γιακουμῆς, ἕνας ἄκακος ἄνθρωπος, λειψὸς στὸ μυαλό. Κυκλοφοροῦσε ἀξύριστος καὶ κουρελιασμένος καὶ ζοῦσε ἀπὸ ἐλεημοσύνες, κάνοντας ποῦ καὶ ποῦ θελήματα ἢ μικροδουλειὲς ποὺ δὲν χρειάζονταν πολὺ μυαλό. Πάντως ἡ ὄψη του ταίριαζε μιὰ χαρὰ στὴν περιγραφὴ τοῦ Παλούκα. Χωρὶς δεύτερη σκέψη ὁ μικρὸς πῆρε μιὰ πέτρα καὶ τὴν πέταξε στὸ χάλασμα φωνάζοντας:
«Νὰ κι ἄλλη ζυγιά!»
Ὕστερα τό ᾿βαλε στὰ πόδια κι ἔφτασε στὸ σπίτι ξέπνοος, ἀλλὰ χαρούμενος.
Κάθησε λίγο στὴν πεζούλα τῆς αὐλῆς νὰ ξελαχανιάσει καὶ μπῆκε στὸ σπίτι θριαμβευτικά, δείχνοντας τὰ λεφτὰ ποὺ τοῦ ᾿δωσαν οἱ θεῖτσες.
…
«Καλημέρα, συνάδελφε. Καλὰ Χριστούγεννα! Πῶς ἦταν τὸ Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν σου στὴ ΜΑΦ17;»
«Εὐχαριστῶ. Νά ᾿σαι καλά. Γενικὰ περάσαμε ἤρεμα. Μόνο ὁ παπποῦς στὸ 16Δ ἦταν ἀνήσυχος. Ὅλη τὴ νύχτα ἦταν σὲ παραλήρημα. Στὴν ἀρχὴ ἔδινε ναυτικὰ παραγγέλματα, κατόπιν τραγούδησε τοὺς κοντραμπατζῆδες τοῦ Ρούκουνα καὶ στὸ τέλος ἔψαλε κάτι παλιὰ κάλαντα. Μετὰ ἡσύχασε καὶ κοιμήθηκε σὰν πουλάκι. Τὸ πρωί, πάντως, ἦταν ἀπύρετος καὶ μὲ ἀνεβασμένο τὸ ὀξυγόνο. Μήπως ξέρεις τί δουλειὰ ἔκανε; Πάω στοίχημα πὼς ἦταν ναυτικός».
«Ναί, τὸν ξέρω. Ὁ κύριος Γιαννούλης. Ἐγὼ ἔκανα τὴν εἰσαγωγή του. Ὡραῖος ἄνθρωπος, ἐνδιαφέρων. Ὅμως δὲν ἦταν ναυτικός. Δάσκαλος ἦταν».
Δημήτρης Στεφ. Μαρτῖνος
20-21/12/2020
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Δανείστηκα κάποιους ἥρωες ἀπὸ παιδικά μου διαβάσματα ποὺ μὲ σημάδεψαν:
Ὁ καπετὰν Φαράσης εἶναι ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Γοργόνα» καὶ ὁ καπετὰν Δρακόσπηλος ἀπὸ τὸ διήγημα «Κακότυχος». Καὶ τὰ δυὸ ἀπὸ τὰ «Λόγια τῆς Πλώρης» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα.
Ὁ Παλούκας εἶναι ἀπὸ τὸ διήγημα «Τῆς Κοκκώνας τὸ Σπίτι» τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
μπρατσέρα1: Ἡ μπρατσέρα (ἰταλικό brazzera) ἦταν σχετικὰ μικρὸ ἱστιοφόρο σκάφος, μὲ δύο κατάρτια, μὲ πανιὰ τραπεζοειδοῦς σχήματος (ψάθες) καὶ δυὸ φλόκους στὸν πρόβολο (μπαστοῦνι ἢ μπομπρέσο).
http://s.slang.gr/media/201506/20150604123402-1433412273.jpg
μεσομπούγαζα2: Στὴ μέση ἑνὸς στενοῦ θαλάσσιου περάσματος.
μπουγάζι< τουρκ. boğaz = λαιμός, πορθμός.
χιονιὰς ντὲ ντίο3: πολὺ δυνατὸς χιονιάς.
ντὲ ντίο< λατ. de dio = τοῦ θεοῦ.
ποδίζω4: (γιὰ σκάφη) βρίσκω προσωρινὸ καταφύγιο ἀπὸ τὴν κακοκαιρία.
καδένα5: ἡ ἁλυσίδα τῆς ἄγκυρας.
κοντραμπάντο/κοντραμπατζῆς6: λαθρεμπόριο/λαθρέμπορος.
https://www.slang.gr/lemma/24224-kontrampatzis
Κοντραμπατζῆδες τοῦ Κώστα Ρούκουνα:
μουδαρισμένα7: (πανιὰ ἱστιοφόρου) μαζεμένα στὸ κάτω μέρος τους καὶ δεμένα μὲ λεπτὰ σκοινιά, τὶς μοῦδες, γιὰ νὰ μειωθεῖ ἡ ἐπιφάνειά τους. Γίνεται ὅταν εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἄνεμος γιὰ τὴν ἀποφυγή ζημιῶν.
δευτερόπρυμα8: πλεύση μὲ τὸν ἄνεμο ἀπὸ πίσω καὶ πλάγια.
κουπαστὴ9: τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ ἐξωτερικοῦ κελύφους ἑνὸς σκάφους. Στὰ ξύλινα σκάφη καλύπτεται μὲ χοντρό, ἀνθεκτικὸ ξύλο γιὰ προστασία καὶ ἀκαμψία τοῦ κελύφους (πετσώματος). Στὰ κωπήλατα σκάφη ἐκεῖ στηρίζονταν τὰ κουπιά.
παραπέτο10: ἐλαφριὰ ὑπερκατασκευὴ πάνω ἀπὸ τὴν κουπαστὴ γιὰ νὰ μὴν πέφτουν νερὰ στὸ σκάφος. Στὰ παλιά, ξύλινα σκάφη ἦταν ἀπὸ μουσαμᾶ στηριγμένο σὲ ξύλινα κοντάρια.
ὀρτσάρισμα11: πλεύση ἱστιοφόρου σὲ κατεύθυνση σχεδὸν ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ἀνέμου.
https://www.slang.gr/definition/27251-ortsa
ἀντιμάμαλο12: δευτερεύων κυματισμὸς ἀπὸ τὴν ἀνάκλαση τῶν κυμάτων σὲ ἀπότομη ἀκτή.
φοῦντα13: (ναυτ. παράγγελμα) ρίξε τὴν ἄγκυρα, φουντάρω=ἀγκυροβολῶ (καθαρ. πόντισον).
ἀγάντα14: (ναυτ. παράγγελμα) κράτα το γερά.
πρυμάτσα15: σκοινί πρόσδεσης τῆς πρύμης τοῦ σκάφους στὴ στεριά.
καμαρὶ16: στεγασμένος χῶρος στὸ πίσω μέρος τῶν παλιῶν ξύλινων σκαφῶν. Λειτουργοῦσε ὡς γέφυρα καὶ καμπίνα τοῦ καπετάνιου.
ΜΑΦ17: Μονάδα Αὐξημένης Φροντίδας σὲ νοσοκομεῖα.
Πηγή:sarantakos.Wordpress.com
