Oι ελιές, του Δημήτρη Κολλάτου

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Η Μαρουλιώ πλησίαζε τα 27, γεροντοκόρη πια. Τραβήχτηκε σε μια γωνιά και τους κοίταγε. Ο Γιώργης ήταν για καλά μεθυσμένος. Η Μαρουλιώ τον έ­βλεπε για πρώτη φορά.

—    Κι άλλο κρασί, έκανε ο Νικολής, γρήγορα.

Η Μαρουλιώ πήγε να γεμίσει την κανάτα. Είχε έ­να περίεργο προαίσθημα. Κάτι ετοίμαζαν τ’ αδέρφια της.

—    Απ’ το παλιό, φώναξε ο Δημητρός, κόκκινο.

Τα φοβόταν τ’ αδέρφια της. Ήξερε πως ο Νικολής, τρία χρόνια τώρα αρραβωνιασμένος, θα είχε πα­ντρευτεί αν δεν ήταν εμπόδιο αυτή. Η ανύπαντρη α­δερφή. Έκλεισε βιαστικά την κάνουλα.

—    Κρασί.

Αυτή τη φορά ήταν η φωνή του Γιώργη. Ακουσε τ’ αδέρφια της να λένε ότι είχε μεγάλα κτήματα και πολλά ζωντανά. Αυτή τη φόβιζε. Το τεράστιο σώμα του, περνούσε ένα κεφάλι τ’ αδέρφια της, οι άγριοι τρόποι του. Έτρωγε κι έφτυνε. Μια δυο φορές την εί­χε κοιτάξει, κάτι ανάμεσα στον πόθο του ζώου και στην περιέργεια. Ήταν άσχημη. Το ήξερε η Μαρου­λιώ. Στο χωριό δε σταμάταγαν να της το λένε. Κατάρα στ’ αδέρφια που έχουν άσχημη αδερφή. Λέγανε στη Δ…

Όταν έχυνε κρασί στον Γιώργη, είδε τον Νικολή να την κοιτάει μ’ επιμονή. Τα έχασε. Το χέρι της άρ­χισε να τρέμει. Τραβήχτηκε γρήγορα.

— Πες στο χαζό να ’ρθει, να μας τραγουδήσει, της είπε.

Ο χαζός είχε κοιμηθεί στην κουζίνα. Του έχυσε λί­γο νερό στο πρόσωπο. Τ’ αδέρφια της λέγανε πως ή­ταν ερωτευμένος μαζί της.

— Χαζός είναι, γιατί όχι, αστειευόταν ο Δημητρός.

Πετάχτηκε τρομαγμένος. Της χαμογέλασε φοβι­σμένα.

— Σε ζητάνε.

Από τότε που της είχαν πει ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια.

Όση ώρα τραγουδούσε, τ’ αδέρφια της συνέχιζαν να πίνουν με τον Γιώργη. Σε μια στιγμή ο Νικολής χώ­θηκε κάτω απ’ το τραπέζι, οι άλλοι δυο τραβήχτη­καν γελώντας. Ο χαζός σταμάτησε να τραγουδάει.

— Παίξε συ, τον αγρίεψε ο Δημητρός.

Ο αδερφός της, παρόλο που ήταν μικροκαμωμένος, φημίζονταν για τη δύναμή του. Σήκωσε το τρα­πέζι ψηλά. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Ήταν ένα βαρύ παλιό τραπέζι. Ο παππούς της το εί­χε φτιάξει με τα χέρια του. Έδωσε μια. Το τραπέζι έσκασε στον τοίχο. Το πάτωμα γέμισε σπασμένα ποτήρια και κρασί. Ο Γιώργης πήρε μια καρέκλα και δοκίμασε να τη σπάσει με τα χέρια. Ο χαζός είχε ξα- νασταματήσει να παίζει. Ο Νικολής του έδωσε ένα χαστούκι που τον έριξε χάμω.

— Παίζε.

Από το στόμα του και από τη μύτη του έτρεχε αίμα.

Ξανάρχισε το παίξιμο.

— Όχι κλαψουρίσματα, φώναξε θυμωμένα ο Δη­μητρός.

Ο Γιώργης δεν μπόρεσε να σπάσει την καρέκλα. Ο Νικολής τον πλησίασε, την πήρε από τα χέρια του και άρχισε να σπάει τα ξύλα στη μέση, σαν να ήταν καλάμια. Η Μαρουλιώ κοίταξε τον Γιώργη. Τα μά­τια του είχαν γεμίσει κακία. Ο Δημητρός χάιδεψε το μεγάλο γυρτό μαχαίρι που είχε πάντα στο ζωνάρι του. Ξάφνου ο Γιώργης έβαλε τα γέλια κι αγκάλια­σε τον Νικολή.

— Κρασί και ποτήρια, φώναξε ο αδερφός της.

— Πιο δυνατά, χαζέ.

Βγήκε γρήγορα απ’ το δωμάτιο.

Πριν ένα χρόνο είχε βρεθεί και γι’ αυτήν ένας γα­μπρός. Όμως τ’ αδέρφια της δε θέλανε να της δώ­σουν τίποτα. Μόνο το χωράφι στο βουνό. Χωράφι α­πό χρόνια άσπαρτο, άχρηστο.

— Οι ελιές θα μείνουν στην οικογένεια, είπαν.

— Τότε ας μείνει και η αδερφή σας, τους απά­ντησε ο υποψήφιος γαμπρός.

Κλάφτηκε στον παπά. Κάτι έκανε να τους πει. Α­γριέψανε.

— Παπά, στην εκκλησία και στην παπαδιά σου. Οι ελιές από την οικογένεια δε φεύγουν.

— Αυτοί, παιδί μου, της έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά της, και στο χαζό σε δίνουνε αρκεί να κρατή­σουν τις ελιές.

Τους έβαλε κρασί. Είχε αρχίσει να ζαλίζεται. Στο δωμάτιο μύριζε άσχημα. Κρασί, τσιγάρο, ιδρωτίλα. Η φωνή του χαζού ακούγονταν παράφωνη. Ο Γιώρ- γης κάθισε χάμω. Ο Δημητρός τον πλησίασε, του χτύπησε την πλάτη.

— Ε, ώρα για ύπνο, έκανε.

— Ένα ποτήρι ακόμα, είπε ο Νικολής.

Έβαλε ξανά σ’ όλους κρασί.

— Κι εσύ να χαθείς από τα μάτια μας. Να πας στο στάβλο να προσέχεις τα ζωντανά.

Ο Δημητρός βοήθησε τον Γιώργη να σηκωθεί. Ο χαζός έριξε το όργανο στον ώμο και πήρε μια λάμπα για να του φέξει.

Έμεινε μόνη με τ’ αδέρφια της. Το δωμάτιο ήταν τώρα μισοχωμένο στο σκοτάδι. Απόθεσε χάμω τη στάμνα. Κανείς δε μιλούσε. Άκουσε το χαζό που ά­νοιγε την πόρτα του δωματίου που είχανε δώσει στον Γιώργη. Μετά τον άκουσε να βγαίνει από το σπίτι και να κλείνει την πόρτα πίσω του. Τ’ αδέρφια της μένανε ακίνητα.

— Νιώθω άσχημα, λέω να πάω να γείρω.

Έκανε να φύγει.

— Μείνει εκεί που είσαι, άκουσε τον Νικολή.

Ο Δημητρός την πλησίασε αργά.

— Ο Γιώργης, άρχισε, ο Γιώργης είναι από τους πιο καλούς νοικοκύρηδες του χωριού. Εκατό στρέμ­ματα, διακόσια κεφάλια ζωντανά, κι όσο για άντρας, είδε τον Νικολή να χαμογελάει, όσο για άντρας, θεριό. Τύχη βουνό, Μαρουλιώ.

Στηρίχτηκε στον τοίχο.

— Κοπέλες σαν τα κρύα νερά τον ονειρεύονται για άντρα τους, συνέχισε ο Δημητρός.

Κατέβασε τα μάτια της. Είδε τον Γιώργη να τρώει και να φτύνει.

— Είναι για καλά μεθυσμένος, είπε ο Νικολής.

— Ή τώρα ή ποτέ. Καταλαβαίνεις;

Τον κοίταξε. Έκανε νόημα όχι.

— Θα πας στην κάμαρά του. Χαμήλωσε τη φω­νή του. Θα γδυθείς και θα πέσεις κοντά του. ‘Οπως είναι μεθυσμένος, θα σε καταστρέψει. Αύριο… αύριο θα έχει να διαλέξει: ή να πεθάνει ή να σε παντρευ­τεί. Και να μη με λένε Νικολή, δυνάμωσε τη φωνή του, θα διαλέξει το δεύτερο.

Έκανε να πει κάτι.

Σκασμός. Πήγαινε. Αύριο θα βγεις από την κάμαρά του γυναίκα. Ο Δημητρός θα περιμένει έξω απ’ την πόρτα. Όταν γίνεις δίκιά του, βγες και πες του το.

Την κοίταγαν κι οι δυο. Της φάνηκε ότι χαμογε­λούσαν. «Όσο για άντρας, θεριό». Ένιωθε να πνίγε­ται. Βγήκε απ’ το δωμάτιο. Προχώρησε αργά, ένιω­θε τον Δημητρό πίσω της. Σταμάτησε, τα πόδια της λες και είχαν καρφωθεί στη γη. «Όπως είναι μεθυ­σμένος, θα σε καταστρέψει…»

— Περπάτα, της σφύριξε ο Δημητρός.

Έπρεπε να είναι μεθυσμένος κανείς για να κοιμη­θεί μαζί της. Το αίμα είχε ανέβει στο κεφάλι της. Πό­σες φορές, βλέποντας τα ζωντανά να κάνουν έρωτα, δεν ένιωσε την επιθυμία να το σκάσει από το σπίτι και να δοθεί στον πρώτο άντρα που θα έβρισκε στο δρόμο. Κι ας μην την παντρευόταν ποτέ. Είχε φτάσει στο σημείο να ονειρεύεται το χαζό. Σταμάτησε στην πόρτα. «Έτσι γλυτώνουν και τις ελιές», σκέφτηκε. Δίστασε…

— Άνοιξε, άκουσε τη φωνή του Δημητρού.

‘Εσπρωξε μαλακά την πόρτα. Χωρίς να κοιτάξει, μπήκε στο δωμάτιο.

Στο πάτωμα, πεταμένα, ήταν το σακάκι του, το πουκάμισό του, η φανέλα και η μια του μπότα. Σή­κωσε τα μάτια της αργά. Το δωμάτιο φωτίζονταν α­πό τη λάμπα και από το καντήλι μπροστά στο εικο­νοστάσι. Ήταν το νυφικό δωμάτιο της μάνας της. Το εικονοστάσι ήταν δώρο της γιαγιάς της, της Έλενας.

Ένα μεγάλο κρεβάτι έπιανε τον περισσότερο χώρο. Καθισμένος στο κρεβάτι ο Γιώργης, την κοίταζε. Έξυσε το στήθος του. Έμεινε ακίνητη.

– Βοήθησέ με να βγάλω την μπότα, είπε.

Η φωνή του της φάνηκε λιγότερο άγρια. Τον πλη­σίασε. Πήρε την μπότα με τα χέρια της και έκανε να την τραβήξει. Ο Γιώργης μύριζε άσχημα. Σαν το γάιδαρο τους. Τον Μερακλή.

Πώς της ήρθε να σκεφτεί τον Μερακλή;

— Όχι, πέρασε το πόδι μου ανάμεσα στα πόδια σου. Και γύρισε την πλάτη.

Έκανε ό,τι της είπε.

— Έτσι μπράβο. Σφίξε τα πόδια σου.

Έσφιξε ανάμεσα στα πόδια την μπότα. Της έδω­σε στα πισινά μια δυνατή κλοτσιά. Πετάχτηκε μέ­χρι την πόρτα. Στα χέρια της κρατούσε την μπότα. Ο Γ ιώργης έβαλε τα γέλια. Ακούμπησε την μπότα κοντά στην άλλη. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάει. Έ­βγαλε το παντελόνι του. Φορούσε ένα μακρύ σώβρα­κο. Όπως ο συχωρεμένος ο πατέρας της. Ξάπλωσε με τις κάλτσες στο κρεβάτι. Τα πόδια του ήταν χο­ντρά. Την κοίταξε, μισόκλεισε τα μάτια, είχε σταμα­τήσει να γελάει. Σκέφτηκε να μαζέψει, να συγυρί­σει τα ρούχα του που τα είχε πετάξει χάμω. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάει. Στο κρεβάτι είχαν στρώσει καινούργια σεντόνια. Η γριά Λενιώ ίσως.

— Γδύσου, της έκανε και -πιο σιγά- ολότελα. Όπως σ’ έκανε η μάνα σου.

Έβγαλε τη μαντήλα που είχε στο κεφάλι της.

Ξαφνικά τον είδε να γέρνει δεξιά.

Ξέρναγε.

Ούτε που τόλμησε να κουνηθεί. Το δωμάτιο μύρι­ζε τώρα κρέας και κρασί. Έξω από την πόρτα άκου­σε βήματα, θα ήταν ο Δημητρός που περίμενε.

— Θέλεις λίγο νερό;

Έκανε να τον πλησιάσει.

— Όχι. Μισοκάθισε στο κρεβάτι, σκούπισε με την ανάστροφη το στόμα του. Όχι. Ξέρασα και ησύ­χασα. Γδύσου ολότελα. Όπως σ’ έκανε η μάνα σου.

Γέλασε. Άρχισε να τρώει τα νύχια του. Ένιωθε περίεργα. Ο άντρας τής θύμιζε σίγουρα τον Μερακλή, το γάιδαρο τους, κι όμως έμενε κοντά του. Σε λίγο θα έπεφτε μαζί του στο κρεβάτι. Τα χέρια του, με­γάλα, με χοντρά δάχτυλα, θα τη χαΐδευαν παντού. Θα ένιωθε τη βρόμικη ανάσα του στο πρόσωπό της. Αυτή, που δεν μπορούσε να υποφέρει το κρασί. Κι ό­μως θα τη φιλούσε.

«Θα βγεις γυναίκα απ’ την κάμαρά του».

Είδε το μάτι του να θολώνει. Ανατρίχιασε. Όπως όταν έβλεπε τα ζώα να κάνουν έρωτα.

Έβγαλε τα παπούτσια της. Αρχισε να ξεκουμπώ­νει την μπλούζα.

Αυτός χαμογελούσε. Είχε σταματήσει να τρώει τα νύχια του.

Κατέβασε τη φούστα της. Χωρίς να διστάσει, έ­βγαλε την κομπινεζόν. Γύρισε την πλάτη στον άντρα.

Ζεσταινόταν. Κατέβασε τις χοντρές μάλλινες κάλτσες. Τα πόδια της ήταν γεμάτα τρίχες και είχε την επι­δερμίδα πολύ σκούρα. Κι όμως δεν τα βρήκε άσχη­μα. Έβγαλε το σουτιέν, τα στήθια της, μεγάλα και χοντρά, είχαν αρχίσει να κρέμονται. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Και μετά κατέβασε την κιλότα της. Φο­ρούσε μεγάλες, μακριές κιλότες. Η κιλότα έπεσε στα πόδια της. Απ’ έξω από την πόρτα δεν ακουγόταν τίποτα. Ο αδερφός της θα είχε σίγουρα κοιμηθεί.

Ήταν κατάγδυτη, κι όμως δεν ένιωθε ντροπή. Αργά αργά γύρισε.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με το κεφάλι γυρισμέ­νο προς τη μεριά της, κοιμόταν ο Γιώργης. Είχε το στόμα ανοιχτό, το ένα του χέρι κρεμόταν από το κρε­βάτι.

Τον κοίταξε χαμένη.

Κάτι είπε στον ύπνο του. Στριφογύρισε στο κρε­βάτι. Έβαλε το χέρι του κάτω από το κεφάλι. Γύρι­σε προς τον τοίχο και συνέχισε να κοιμάται. Από τη μύτη του έβγαινε κάτι σαν σφύριγμα.

Η Μαρουλιώ όρθια, ένα βήμα από το κρεβάτι που κοιμόταν ο άντρας, ολότελα γδυτή, όπως την έκανε η μάνα της, έκλαιγε.

Τα δάκρυα κατέβαιναν από τα μάτια της στα μά­γουλα και από κει κυλούσαν στα στήθια της.

Στο Γιουτούμπ υπάρχει και η ταινία: