Αρρώστια στην Αθήνα

Αρρώστια στην Αθήνα

(διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.)

Η βροχή χτυπούσε κάποτε στα παράθυρα, τα τυμπάνιζε, και ο άνεμος, η φωνή του, ακουγότανε να βουίζει, να βογκά…

Μαζεμένα είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου του καφενείου, και μιλούσαμε για την αρρώστια, που, από λίγες μέρες, είχε πέσει στην Αθήνα. Και μάλιστα αυτήν την ημέρα είχε γίνει θόρυβος γι’ αυτή πολύς. Τρομαχτικά πράγματα λέγανε.

Καθισμένος εγώ, κοντά στην κλειστή πόρτα, κοίταζα κάποτε, απ’ τα γυαλιά της, την άγρια νύχτα, έβλεπα κάτι δεντράκια που ήταν απ’ έξω απ’ το καφενείο, να σαλεύουν σα να δερνόντουσαν, να κλαίγανε κι αυτά για τη συμφορά, που ‘χε πέσει στην πόλη της Αθηνάς. Κι ερημιά, ερημιά στο δρόμο. Σπάνια να φανεί διαβάτης.

Και οι διηγήσεις για την αρρώστια, για τα χτυπήματα, που ‘δινε, αύξαναν, πλήθαιναν. Λέγανε για στρατιώτες που πλήθος πέθαιναν και δεν πρόφταναν να τους θάψουν, για οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ολόκληρες σε δυο, ή τρεις μέρες.

Ο Άγγελος, ο κοντός Άγγελος, ο υποψήφιος άντρας, όπως τον έλεγε ο Τρίγκας, μας είπε την καλύτερη ιστορία. Και ήταν καλύτερη, γιατί στο τέλος ο άρρωστος έζησε, νίκησε τον θάνατο. Και η ιστορία του ήταν αυτή.

Κάποιος στρατιώτης αρρώστησε από γρίπη και τον πήγανε στο νοσοκομείο.

Μετά δυο, τρεις μέρες, ο στρατιώτης έμεινε κόκκαλο! Τον αρπάξανε λοιπόν, μόλις τον είδαν έτσι, και μια και δυο τον κουβαλήσανε κάτω στην εκκλησιά. Εκεί τον βάλανε σ’ ένα ξυλοκρέβατο και τον αφήσανε χάμω στις πλάκες. Και τον λησμονήσανε. Πάει κι αυτός! Είχαν άλλους τώρα, να στείλουν! Ξαφνικά ένας νοσοκόμος βλέπει αυτόν τον στρατιώτη, τον πεθαμένο, να μπαίνει μέσα σιγά και να λέει μισοκλαίοντας:

— Τι με βάλατε κει κάτω και ξύλιασα απ’ το κρύο!..

Εδώ ο Άγγελος έκανε τον στρατιώτη πώς τα ‘λεγε, σα να τον είχε δει.

Ο νοσοκόμος το ‘βαλε στα πόδια κι έτρεξε να το πει και στους άλλους. Εκεί τότε έγινε το ανάστα ο Κύριος! Φόβος και τρόμος! Αφού τρόμαξαν αρκετά, βεβαιώθηκαν επιτέλους πως ο άνθρωπος δεν είχε πεθάνει και δεν ήτανε βρικόλακας!

Η ιστορία του Αγγέλου, όμως, δεν έγινε πιστευτή. Τη χτύπησαν άγρια, την περγέλασαν. Κάποιος του τη φούρνισε…

Ο Άγγελος ορκιζόταν πάλι, πως την άκουσε από σοβαρό γιατρό, που δε θυμότανε τ’ όνομά του, και, και… Μάταια όμως, όλα. Επιτέλους ο Τρίγκας μπήκε στη μέση:

— Μακριά πια απ’ τους αρρώστους! Έχουνε γρίπη! Πέτε τίποτε άλλο!, τους είπε.

— Σωστά, σωστά! μίλησε και ο Μιστόκλης ο μπογιατζής, που καθότανε στην αντικρινή γωνιά, μαζί με τον αχώριστο σύντροφό του και συντεχνίτη του, έναν ψηλό νέο με κόκκινα μάγουλα. Αυτός ο Μιστόκλης, με το σύντροφό του κι έναν άλλο γνωστό μου από πολύν καιρό, Αφάντη τ’ όνομα, που δεν είχε έρθει αυτή τη βραδιά, ερχόντουσαν στο δωμάτιο κείνο, που μόνο μεις συχνάζαμε. Καθόντουσαν κι ακούγανε, τις περισσότερες φορές, τι λέγαμε και παίρνανε και μέρος. Αλλά σ’ όλο το διάστημα είτε μιλούσανε με μας, ή μεταξύ τους, ο σύντροφος του Μιστόκλη ο κοκκινομάγουλος νέος, ποτέ δεν άνοιγε το στόμα του να πει κάτι. Κάποτε μόνο χασμουριότανε.

Ο Αφάντης ερχόταν καθαρός με τη στολή του κλητήρα της Βουλής να λάμπει. Οι άλλοι δυο με τα ρούχα της δουλειάς, σχισμένα κι όλο μπογιές. Αυτές όμως τις ημέρες ερχόντουσαν φορώντας δυο σακάκια, το ‘να πάνω απ’ τ’ άλλο. Ο Μιστόκλης ένα πιο κοντό απ’ το μέσα, μαύρο, μισοκάθαρο και γερό, και ο άλλος δυο κοντά, κοντά τόσο σα γελέκα.

Ο Μιστόκλης δεν έβγανε ποτέ το ‘να σακάκι του όση κι αν έκανε μέσα κει  ζέστη, ο σύντροφός του όμως το πετούσε από πάνω του. Αλλ’ όταν θέλανε να φύγουν και το ‘παιρνε ζητώντας να το φορέσει, σχεδόν πάντα ο Μιστόκλης θα του ‘λεγε κάνοντας ότι θέλει να τον βοηθήσει:

— Στάσου Γιωργάκη μου, στάσου! στάσου να σε βοηθήσω να βάλεις το παλτεσού!..

Τα λόγια του Τρίγκα πήγανε χαμένα, γιατί όλη η παρέα μας την ίδια ομιλία έπιασε πάλι.

Εγώ κοίταζα έξω. Ένα αμάξι περνούσε σιγά. Κοίταξα καλά. Ήτανε μια παλιά νεκροφόρα… Μέσα είχε ένα φέρετρο:

— Για κοιτάτε κει! είπα στους άλλους.

Στο πόδι όλοι. Πλησιάσανε γρήγορα, στα γυαλιά, τα καθάρισαν και κόλλησαν τις μύτες τους πάνω. Μερικοί βγήκαν και πήγανε στην πόρτα να δούνε καλύτερα.

— Ναι, ναι!… και τη νύχτα κουβαλούνε!…

— Η καψοκάρδα! έκανε ο Μιστόκλης.

Πάλι καθίσανε στις θέσεις τους.

— Τρομερό! είπε ένας απ’ εκείνους, που ‘χανε βγει στην πόρτα. Το είδατε;.. Έτσι τους πηγαίνουν και τη νύχτα.

— Ας πεθάνουν! έκανε ο Τρίγκας, όσο λιγότεροι, τόσο καλύτερα! Και που ζουν τι κάνουν; Κάνουν άλλο από του να τρώνε;…

— Ε; ε!…

— Σώπα, Τρίγκα, σώπα!…

Πάλι άρχισε συζήτηση, μάλωμα.

Εγώ σκεπτόμουνα αφήνοντάς τους να μαλώνουν.

Μετά τον πόλεμο η αρρώστια! Πόσοι που ‘ναι έξω, όταν θα ‘ρθούνε δε θα δούνε τα αγαπητά πρόσωπα, που τόσο λαχταρούνε να ‘ναι κοντά! Τι κατάρα!…

Όλοι μιλούσανε, φωνάζανε και μαζί μ’ αυτούς κι ο Μιστόκλης, ενώ ο κοκκινομάγουλος νέος, ο σύντροφός του, έμενε σιωπηλός, ακίνητος και σαν ξένος σ’ όλα αυτά.

Είδα τη ματιά του να ‘χει μια έκφραση, που μου θύμισε των βοδιών.

— Όλοι υπόδικοι είμαστε!, τους είπε στο τέλος ο Μιστόκλης.

Η βροχή χτύπησε κείνη τη στιγμή, πάλι τα γυαλιά και ο άνεμος μουγκρίζοντας έσεισε δυνατά την πόρτα…

*

*  *

Φύγαμε απ’ το καφενείο όταν πάλι σε λίγο, κόπηκε η βροχή. Και φύγαμε όλοι μαζί. Παρακάτω όμως, χωρίσαμε. Εγώ, ο ψηλός και αδύνατος Σάγκούδας με τον κοντό Άγγελο, πήραμε το δρόμο για τα σπίτια μας, ενώ οι άλλοι το δρόμο μιας ταβέρνας, για να πιούν, όπως έλεγε ο Τρίγκας, ένα αντιγριπικό.

Ο Άγγελος βάδιζε κοντά στον ψηλό Σαγκούδα προσπαθώντας να κάνει το ίδιο βήμα μ’ αυτόν, και ανοίγοντας τα πόδια του τόσο σα να ζητούσε να τα ξεσχίσει…

Αυτό μου ‘φερε ευθυμία και θυμήθηκα και τα λόγια του Βίλτα, που ‘λεγε,  πως ο Άγγελος δε συνοδεύει το Σαγκούδα, αλλά τα πόδια του Σαγκούδα!…

Είχαμε φτάσει κοντά σε μια εκκλησιά, όταν ακούσαμε χτυπήματα σφυριών πολλά, πολλά, πλήθος, κάτι να καρφώνουν.

— Μωρέ, δουλειά!

— Τί δουλειά! κάνουν κάσες!…

Ήταν ένα φερετροποιείο φωτισμένο καλά, και από μέσα, απ’ το βάθος του, έβγαιναν τα χτυπήματα των σφυριών, που κάρφωναν, κάρφωναν, δούλευαν γρήγορα, βιαστικά. Είχαμε σταθεί σαν οι κρότοι που ‘βγαιναν, κρότοι σα γεμάτοι θάνατο και πρόσκληση μαζί του θανάτου, να μας είχαν κλείσει το δρόμο.

— Να πάρει ο διάβολος! Μα πώς τ’ αφήνουν αυτά! Και να ‘ναι μέσα σε κεντρικό μέρος!..

— Να ‘ναι κανένας άρρωστος δω κοντά, σίγουρα θα τα τινάξει απ’ αυτούς τους κρότους!

— Εμπρός, εμπρός! Τι στεκόμαστε!

Και ο ψηλός Σαγκούδας ανοίγοντας τα πόδια του πολύ, προχώρησε γρήγορα, κάνοντας τον Άγγελο να τρέξει για να τον προφτάσει.

Με βήμα γλήγορο κατηφορίζαμε, μακρυνόμαστε απ’ το καταραμένο μαγαζί, που δούλευε, δούλευε μανιακά για το θάνατο. Όχι πολύ μακριά απ’ το μαγαζί αυτό, είδαμε ένα σπίτι με μαύρα απ’ έξω, στην πόρτα.  Ο κρότος των σφυριών έφθανε κει δυνατός.

— Τι φρίκη!

— Πάμε!

Δεν είχαμε κάνει πολλά βήματα και να κι ένα άλλο σπίτι μαυροφορεμένο!

— Τι λες; ρώτησε ο Σαγκούδας τον Άγγελο.

— Τι να πω! του απήντησε αυτός με την ψιλή φωνή του, τώρα θυμήθηκα τα λόγια του Μιστόκλη του μπογιατζή: Όλοι είμαστε υπόδικοι!

*

*  *

Στο σπίτι τούς βρήκα όλους φοβισμένους. Καθόντουσαν στο τραπέζι. Το φαΐ ακόμη δεν ήταν έτοιμο.

— Μα τ’ είναι αυτό πάλι! έκανε η μάνα μου. Τα ‘δες! Και κείνο το παιδί του μπακάλη, πάει, πέθανε! Τώρα λένε ψυχομαχούν τα δυο του μεγάλα αδέλφια! το κορίτσι, ένα της παντρειάς και ο μεγάλος αδελφός του!

Λυπήθηκα πολύ το παιδί αυτό, που ‘χε πεθάνει, γιατί το ‘ξερα. Ήταν ένα μελαχρινό όμορφο, που όλο το χαμόγελο είχε στα χείλια…

Η μάνα μου ξακολούθησε:

— Αμ ο Παναγιωτάρας! Είναι άντρακλας. Συ δεν τον ήξερες. Πάει κι αυτός!… Πέθανε το πρωί!.. Μα τ’ είναι τα όνειρα!

Ό πατέρας μου τραβούσε το μουστάκι του σκεπτικός.

— Ας είναι, είπε αφήνοντας το τράβηγμα του μουστακιού του και κουνώντας το χέρι του σα να φοβέριζε κάποιον να δείρει, ας είναι, την παλιά μέθοδο στη μέση, την παλιά γιατρική!.. Οι γιατροί ξοφλήσανε, πάνε! Κρεμμύδια, σκόρδα. Αυτό το γιατρικό, που βρήκε ό λαός, αυτό να βάλουμε μπρος!… Για πέτε μου, έχετε; Και αν δεν έχουμε, πρέπει να πάρουμε!…

— Ναι, ναι, έχουμε, αλλ’ όχι πολλά.

—  Θα πάρουμε κι άλλα! Πρέπει να τα βάλουμε μπρος!… Τι να κάνουμε! έκανε ο πατέρας μου σα να δικαιολογόταν, ανοίγοντας τα χέρια, αφού οι γιατροί ξοφλήσανε!…

— Είναι τρομερό, αλήθεια! είπε και η μεγάλη μου αδελφή.

— Μα τα όνειρα τι φοβερό πράγμα είναι! έκανε η μάνα μου. Κι έπειτα λένε, να μην τα πιστεύουμε!

— Ποιος το λέει;

— Δε σας είχα πει τ’ όνειρό μου για τους λάκκους, που ‘δα να ‘χουν ανοίξει σ’ όλους τους δρόμους όπως όταν βάζουνε νερό; Και πήγε ο Παναγιωτάρας να πηδήσει κι έπεσε μέσα! Το ‘δατε;

— Αμ η αδελφή της Μαργίτσας, ένα μικρό κοριτσάκι, το ‘χετε δει που ‘ρχεται κάποτε και παίζει απ’ έξω; Αυτό είδε μια γριά δίχρωμη, κίτρινη και μαύρη, με τα δόντια απ’ έξω και μ’ έξι δάχτυλα, να γυρίζει και να τρώει όποιον εύρισκε!…

— Είναι τρομερά τα όνειρα.

— Είναι η αλήθεια, άρχισε να λέει ο πατέρας μου, αλλά κείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε με βία…

Κανείς δεν ήταν. Μια δυνατή πνοή άνεμου είχε σπρώξει την πόρτα. Πετάχτηκα και την έκλεισα.

— Μου κόπηκε το αίμα! είπε η αδελφή μου η μεγάλη.

— Και μένα! είπε η μάνα μου.

Ο πατέρας μου και οι άλλοι δε μίλησαν.

Εγώ πρέπει να πω την αλήθεια. Είχα τρομάξει. Και το άνοιγμα τής πόρτας το ξαφνικό, δεν ξέρω πως μου φάνηκε…

Η αδελφή μου η μικρή, πήγε κοντά στη μητέρα της και στριμώχτηκε.

— Για κοιτάτε την!

— Έλα, πεινάσαμε! είπε ο πατέρας μου, ακόμα αυτό το φαΐ!

Η Φωφώ σηκώθηκε και πήγε στο μαγεριό.

Στη σιωπή που ‘γινε, ακούστηκε το ρολόγι, ο χτύπος του, σα να ‘τρεχε ο γέρο Χρόνος καβάλα με καλπασμό…

*

*  *

Προσπάθησα να κοιμηθώ. Στο νου μου όμως, όλο ερχόταν το παιδί του μπακάλη που πέθανε. Κι ήταν ένα μελαχρινό, γλυκό, παιδί, με μάτια μαύρα μεγάλα. Κι όλο χαμογελούσε…

Επιτέλους το κατόρθωσα. Έκλεισα τα μάτια διώχνοντας απ’ το νου μου την κάθε σκέψη.

Μια σειρά τραπεζιών με μαύρο ντύμα, απ’ εκείνα που βάζουν πάνω τους, τους νεκρούς, όταν τους έχουνε στην κάσα, είδα να περνά, το ‘να κοντά στ’ άλλο, και πολλά να ‘χουνε ζωγραφισμένη μια άσπρη νεκροκεφαλή πάνω στο μαύρο ντύμα…

Άνοιξα τα μάτια. Χάθηκαν. Πάλι, μετά από ιδέες πολλές που μου ‘ρθανε γι’ αυτό που είδα, θυμήθηκα το παιδί κείνο, που πέθανε, αλλά τώρα πως το χαμόγελο του ήτανε θλιβερό!…

Έδιωξα αυτή τη σκέψη κι έκλεισα τα μάτια ζητώντας τον ύπνο.

Μου φάνηκε ν’ άκουγα τώρα, το Ραφτίδα να μιλά, να μιλά, κι η σουβλερή φωνή του να υψώνεται. Και καθώς μιλούσε, ενώ μου φαινόταν, πως τον έβλεπα μέσ’ το καφενείο του Σπίτα, αισθανόμουν το χέρι του να με κρατά απ’ το κουμπί του ρούχου μου και να με πιέζει…

Στεναχωρέθηκα και ανοίγοντας τα μάτια, γύρισα.

— Μπα! έκανα.

Κείνη τη στιγμή μια φωνή, ένα ξεφωνητό γυναικείο, άκουσα μέσ’ στη σιωπή να ξεπετιέται, μέσ’ στη σιωπή που ‘χε γίνει γιατί δεν ακουγόταν ο άνεμος πια να βογκά. Πάγωσα.

Ακροάστηκα. Πάλι το άγριο ξεφωνητό μέσ’ στη νύχτα πάλι! Θάνατος ήταν δίχως άλλο, κάποιον θα χτύπησε, θα ξέκανε η αρρώστια!

Έμεινα ακούγοντας. Στο σπίτι σιωπή. Ίσως να μην ακούσανε, θα ‘χαν κοιμηθεί.

Η φωνή λιγόστεψε σιγά, σιγά. Τίποτα πια. Ησυχία.

Ζήτησα να κοιμηθώ. Αλλά τώρα, μου φαινότανε ν’ ακούω φωνές, ξεφωνητά από παντού…

Κι έμενα μ’ ανοιχτά μάτια μέσ’ το σκοτάδι.

Στον τοίχο ξαφνικά ένας σκελετός παρουσιάστηκε. Κρατήθηκα και πρόσεξα.

Ο σκελετός άρχισε να κουνιέται, να κουνιέται. Δεν εκράτησε όμως, πολύ αυτό το κούνημα, γιατί χωρίστηκε απ’ το λαιμό και κάτω, και χάθηκε, αφήνοντας μόνο το κρανίο. Αλλά κι αυτό άλλαξε, έλαβε μορφή γυναίκας και σαν κυκλωμένη από κάποια ομίχλη…

*

*  *

Πάλι την άλλη μέρα συννεφιά και καταχνιά. Ο καιρός υγρός, υγρός. Μια σκοτεινή μέρα θλιμμένη.

Όταν πήγα στην τραπεζαρία και είπα της μάνας μου για τις φωνές, μου είπε:

— Ναι, το ξέρω, τ’ άκουσα κι εγώ! Πέθανε η παντρεμένη κόρη κείνου του νταμαρτζή, που μας έφερνε τα ξύλα! Η καημένη! Άφησε κι ένα παιδάκι!

— Από τι πέθανε;

— Από τι άλλο! Απ’ αυτή τη διαολοαρρώστια! Αυτή μου φαίνεται πως θα θερίσει κόσμο και κόσμο! Εσύ να ντυθείς καλά! Το ‘πε και ο μπαμπάς σου, να φορέσεις και το κασκόλ, να τυλιχτείς! Εδώ δε θέλει παλικαριές!… Α, α, έχασες! Α, και να ‘βλεπες το μπαμπά σου πώς τυλίχτηκε! Ήτανε κωμικός!… Μα σα να αισθάνομαι ρεύμα!.. Βρε συ! Πηνελόπη!.. μην άνοιξες μέσα το παράθυρο;

Η αδελφή μου η μεγάλη φάνηκε.

— Τ’ είναι; ρώτησε.

— Για κοίταξε, Φωφώ μου, μην άνοιξε κείνη η τρελή το παράθυρο; Τι, έχουμε ανάγκη από μικρόβια;

Και καθώς η αδελφή μου πήγαινε γρήγορα να δει μέσα:

— Καλύτερα να βρωμίσουμε, είπε, τι να τον κάνουμε τον αέρα, αφού είναι γεμάτος μικρόβια;

Βγήκα έξω τυλιγμένος σα να ‘ταν πάγια. Αλλά και άλλους που είδα στη στάση, τα ίδια χάλια είχανε. Ρούχα πάνω σε ρούχα, κι είχαν τυλίξει και το λαιμό τους. Κι όλοι μιλούσανε για την ασθένεια που ‘κοβε κόσμο…

Δεν μπορούσα ν’ ακούω τα ίδια, τα ίδια, με νεύριαζε, κι έφυγα και πήγα ίσαμε κάτι νερά, που πέρα λίγο λίμναζαν.

Κοντά εκεί, στο αμαξοστάσιο απ’ έξω, μια άμαξα  μεγάλη, κλειστή, ήτανε μόνη χωρίς άλογα. Πάνω της, στο κουβούκλιο, ή στην κουκούλα της, μια όρνιθα σταχτιά ήταν ανεβασμένη και στη ρόδα της άλλη μια άσπρη. Και οι δυο μένανε όρθιες και ακίνητες. Πιο πέρα ο πετεινός με τη άσπρη ουρά του να κουνιέται απ’ τον άνεμο, πήγαινε προς το δρόμο, συνοδεύοντας σαν κύριος κομψός, κυρίες, δυο, τρεις όρνιθες και κάνοντας κινήματα σα να τους διηγόταν κάποια ιστορία…

— Αυτός, σκέφτηκα, δε φοβάται από γρίπη!

Ναι, ναι, αλλά… Κάτι παρουσιάστηκε και μ’ έκανε να τ’ αφήσω αυτά. Ένας άνθρωπος μ’ ένα φέρετρο περνούσε απ’ το δρόμο.

Γύρισα πίσω, αλλά τώρα τρόμαξα.

Είδα ένα άλλο φέρετρο να παρουσιαστεί. Το σήκωνε ένας άντρας χοντρός, στον ώμο του.

Οι άνθρωποι, που περίμεναν το τραμ, παραμέρισαν γρήγορα να διαβεί.

Και ήταν ένα φέρετρο, μεγάλο, μεγάλο, γιγάντιο φέρετρο.

Το τραμ ήρθε και ορμήσαμε ν’ ανεβούμε.

Πάλι κει μέσα για την αρρώστια μιλούσαν.

Μυρουδιά καμφοράς δυνατή…

Δεσποινίδες, κυρίες έμεναν κρατώντας τη μύτη τους χωμένη στο μαντίλι, που θα ‘χε καμφορά ίσως…

Και το τραμ προχωρούσε στην Αθήνα, στους κεντρικούς δρόμους. Είχε μπει στον πλατύ δρόμο, που φέρνει στη δενδροστοιχία, όταν μια κηδεία φάνηκε με άμαξα.

Πρόσωπα μέσα κόκκινα θλιμμένα, κλαμένα…

Πιο πέρα να, άλλη! Κι αυτή με αμάξια! Και φύγανε αυτά γρήγορα πετώντας λάσπες. Είχαμε φτάσει στη δεντροστοιχία και τρέχαμε σ’ αυτή, όταν το τραμ έκοψε το δρόμο του λίγο.

Ήταν πάλι κηδεία και μεγάλη. Πήγαιναν όμως πεζοί.

Αλλά κείνη τη στιγμή άλλος νεκρός με λίγους να τον ακολουθούνε παρουσιάστηκε στο πεζοδρόμιο. Πήγαιναν απ’ εκεί για να μην πατούνε στις λάσπες. Και βαδίζανε γρήγορα, γρήγορα. Ο παπάς! Ω ο παπάς! Αυτός σχεδόν έτρεχε, κόντευε ν’ αφήσει το νεκρό και να βρεθεί στο νεκροταφείο μόνος του.

Έχει δίκαιο, σκέφθηκα, έχει πολύ δουλειά!

Το τραμ σταμάτησε στο Σύνταγμα και πάλι κούνησε.

Ήχος μουσικής. Έσκυψα. Κηδεία ερχόταν πάλι. Ο νεκρός σε νεκροφόρα και στρατιώτες με μουσική. Και βαδίζανε γρήγορα και ρυθμικά με το χρόνο της μουσικής.

Θυμήθηκα ενός φίλου κάτι λόγια, που μου ‘χε πει κάποτε:

— Θέλω να με πάνε με μουσική, αλλά μαζί θέλω να την αισθάνομαι, να την ακούω.

 

Τους βρήκα όλους ακόμα στο τραπέζι, αν και η ώρα ήταν περασμένη. Ο πατέρας μου μιλούσε κείνη τη στιγμή, και άμα με είδε μου είπε:

— Άκουσέ το και συ! Λέω πάλι η αρρώστια αυτή, είναι η κατάρα, οι κατάρες, όχι η κατάρα, που άφησαν τόσες χιλιάδες, εκατομμύρια σκοτωμένοι! είναι το βογκητό τους, η φωνή η τελευταία! Απ’ αυτά έγινε αυτή η αρρώστια!

Η μάνα μου, η αδελφή μου η μεγάλη, η Πηνελόπη η μικρή και τ’ αδελφάκι μου, τον κοιτάζανε χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους, να σαλεύουνε τα ματόκλαδά τους.

Σίγουρα αυτά που έλεγε ο πατέρας μου, θα τα πίστευε καλά, αυτό φανέρωνε ο τόνος της φωνής του. Στο τέλος όμως έβηξε.

— Ω, ω! έκανε η μητέρα μου, μην το κουνήσεις απόψε διόλου, ούτε στιγμή! Να σου βάλω βεντούζες!

— Δεν ντρέπεσαι! δεν είναι τίποτα!

Εγώ δεν ξέρω! θα σου βάλω βεντούζες και θα σε τρίψω!.. Εσένα ρώτησα γυρίζοντας στο αδελφάκι μου, το κεφάλι σου πώς πάει; Δεν τον έστειλα σκολείο, γιατί μου ‘πε πως του πονεί λίγο το κεφάλι…

— Μα θα κλείσουν και τα σχολεία.

— Αλήθεια; πετάχτηκε το μικρό και ρώτησε.

Είδα στο πρόσωπο του τη χαρά. Αλλά δεν είπα τίποτα. Ίσως και ο πονοκέφαλός του να ‘τανε ψεύτικος.

Έφαγα γρήγορα.

— Αμ πού να δεις! Για έλα δω, έλα να δεις: μου είπε η μητέρα μου, άμα τελείωσα το φαΐ.

Ο πατέρας μου δεν ήτανε κει. Είδα τον καπνό του τσιγάρου του στην άλλη κάμαρα.

Η μητέρα μου προχώρησε κι εγώ την ακολούθησα. Άνοιξε την πόρτα του μαγεριού και μου ‘πε δείχνοντας μέσα:

— Για κοίτα!

Είδα τέσσερες μεγάλες πλεξάνες σκόρδα και διπλάσια κρεμμύδια να κρέμουνται.

— Το γιατρικό μας!

Δεν είπα τίποτα, δε θέλησα να της ταράξω την πίστη της, που της έδινε θάρρος. Αν το ‘κανα δεν είχα τίποτα άλλο να της πω. Αλλ’ αυτή σα να εννόησε τη σκέψη μου.

—  Ο πατέρας σου λέει, μου είπε, πως ο λαός, αυτός ο αμαθής λαός, αυτό βρήκε για φάρμακο! Και θα ‘χει δίκαιο! Γιατί πάει κι αυτός σαν τα ζώα, που τρέχουν και ζητούν μέσ’ τα χορτάρια το φάρμακο τους! είδες τη γάτα που…

*

*  *

Βγήκα όταν άρχισε να βραδιάζει. Αν και ήθελα να μείνω στο σπίτι για να ευχαριστήσω τη μάνα μου, δεν μπόρεσα να το κάνω.

Σύρθηκα δυνατά να βγω, όταν είδα το σκοτάδι να ‘ρχεται. Άνεμος φυσούσε υγρός και σύννεφα πάλι, είχαν κουκουλώσει τον Υμηττό. Κάποτε έβλεπα μαύρο σε πόρτες, μπαλκόνια. Ο θάνατος έτρεχε, γύριζε χτυπώντας αδιάκοπα.

Σ’ ένα δρόμο έρημο, που περνούσα, θυμήθηκα τον Αφάντη. Εκεί ήταν το σπίτι του. Κι είδα και φωτισμένο ένα παράθυρό του.

Στη γωνία αυτού του δρόμου λίγο έλειψε να συγκρουστώ με κάποιον που ξεφύτρωσε βιαστικός. Κοιταχτήκαμε. Ο Αφάντης!

— Μα τι έγινες; τον ρώτησα.

— Τι έγινα; Δεν βλέπεις εδώ! μου απάντησε και μου ‘δειξε κάτι, που κρατούσε. Ήτανε φάρμακα. Τρόμαξα.

— Έχεις κανέναν άρρωστο;

— Ο Αριστείδης μου! από πυρετό! Είναι δυο μέρες τώρα! Άσε με, άσε με!…

— Μόνο πυρετό έχει;

—Τι μόνο πυρετό έχει; Καίγεται, βρε αδελφέ, καίγεται!.. Για έλα, έλα να τον δεις!…

Δεν ήξερα πώς να του αρνηθώ. Και αν ήταν γρίπη;

Τον ακολούθησα όμως. Και στο δρόμο ζητούσα να δώσω θάρρος στον εαυτό μου. Ίσως, έλεγα να μην είναι τίποτα, κι έπειτα ακόμα δεν έχει φανερωθεί…

Στον κρότο των βημάτων μας, στη σκάλα, μια πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένα πρόσωπο γυναίκας κρατώντας φως. Ήταν η γυναίκα του Αφάντη.

Απάντησε στο χαιρετισμό μου, με σιγαλή φωνή, και κούνησε το κεφάλι απελπιστικά.

— Πώς είναι; τη ρώτησε ο Αφάντης.

— Πώς να ‘ναι! τα ίδια! φωτιά!

Προχώρησαν μέσα κι εδώ τους ακολούθησα.

Σ’ ένα κρεβάτι μεγάλο του αντρόγυνου ίσως, κοιμόταν ένα παιδάκι, ο Αριστείδης του. Το ‘ξερα καλά. Η μάνα πλησίασε κι έβαλε το χέρι της στο μέτωπό του:

— Φωτιά είναι!… είπε στον άντρα της.

Το παιδάκι ούτε κινήθηκε, ξακολουθούσε να κοιμάται και ν’ αναπνέει βαριά. Πόσο θλιβερό μου φάνηκε κείνο το δωμάτιο, με τη λάμπα στο κομμό, πού είχε αμπαζούρα με ζωγραφισμένα γατάκια να παίζουν εύθυμα, να κυνηγιούνται, και με τα στεφάνια του γάμου στον τοίχο πάνω απ’ το κρεβάτι, που κοιμόταν το άρρωστο παιδί. Είχε όμως κι έναν αέρα! Αν μπορούσα θα ‘κλεινα στόμα, μύτη να μην αναπνέω διόλου.

Θυμήθηκα όλα τα γιατροσόφια, που ‘χα ακούσει κι άλλα δικά μου, και θέλησα ν’ αρχίσω να τους τα λέω. Αλλά κείνη τη στιγμή μια φωνή υπόκωφη, παράξενη φωνή ακούστηκε, που με πάγωσε.

Το παιδάκι μιλούσε και ταραζόταν στον ύπνο του:

— Πω, πω, πώς τρέχουν! πατέρα μου! Κι είναι και μια γυναίκα μαζί!.. Βάρα πατέρα! Βάρα και μας φτάνουν! Βάρα!..

Είχα παγώσει. Ο πατέρας πλησίασε το παιδί του.

— Παιδάκι μου…

Η γυναίκα του τον εμπόδιζε:

—Μη, μη! Μην το ξυπνάς ! του είπε.

Έφυγα σε λίγο, καπνίζοντας σα φουγάρο, το ‘να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο. Είχα θυμηθεί μια συμβουλή ενός φίλου μου.

Μού ‘χε πει αυτός να καπνίζω άγρια, γιατί ο καπνός διώχνει, σκοτώνει τα μικρόβια…

Η φωνή του παιδιού όμως δεν μπορούσε να φύγει απ’ τ’ αυτιά μου:

—Βάρα πατέρα!

Χωρίς άλλο, σκεπτόμουνα, σε κάποιο αμάξι ή στη σούστα τους, γιατί είχανε σούστα και δούλευε στην αγορά, θα ‘βλεπε πως ήτανε με τον πατέρα του, και τους κυνηγούσανε, γι’ αυτό έλεγε έτσι για να χτυπήσει τ’ άλογο ίσως…

*

*  *

Οι μέρες περνούσαν. Η αρρώστια χειροτέρευε. Άκουγα τρομαχτικά πράγματα να διηγούνται. Σπίτια είχανε μείνει με τα κλειδιά στις πόρτες, οικογένειες ολόκληρες, μεγάλες, είχανε ξαφανιστεί.

Απ’ του φίλου μου του Αφάντη δεν πήγα να ρωτήσω για το παιδί του. Μα είχα βρει και το διάολό μου, γι’ αυτό που ‘χα κάνει.  Ο πατέρας μου που το ‘μαθε, ή που του το είπα, είχε γίνει έξω φρενών.

— Μα, βρε συ, βρε ανόητε, μου είπε, δεν έχεις νου κουκούτσι. Δε βάζεις με το νου σου, πως πολλοί φορούνε προσωπίδες! και συ πήγες μέσα στη φωτιά!…

Τα γιατρικά του κάθε μέρα τα μεταχειριζόμαστε. Αλλά και στο καφενείο, που άρχισα να μην πηγαίνω συχνά, όταν πήγα, είδα πως όλοι είχανε βάλει σε ενέργεια αυτό το γιατρικό. Όλοι μυρίζανε, ή όλο το καφενείο μύριζε την ευωδιά του σκόρδου. Η μάνα μου πάλι, το ‘χε παρακάνει με τις προφυλάξεις. Να μη δει κανενός να του τρέξει η μύτη, να του έρθει κάποια ζάλη! Ευθύς θα τον κάθιζε στο κρεβάτι και θ’ άρχιζε τα διάφορα θερμαντικά και άλλα φάρμακα της εφεύρεσης του πατέρα μου.

Μια μέρα όμως, κι αυτουνού του πατέρα μου, του παρουσιάστηκε μικρό συνάχι.

— Ω, ω! έκανε η μάνα μου να πας να ξαπλωθείς! γρήγορα!

Μπα, δε βαριέσαι! είπε αυτός, άμα φάω το βράδυ, κάμποσα κρεμμυδάκια και σκόρδα και πιώ και δυο κρασιά, πάει!

Αυτά έλεγε, αλλά την άλλη μέρα του παρουσιάστηκε κι ένας πόνος!

Έγινε τότε, αναστάτωση στο σπίτι. Κι αυτός είχε φοβηθεί. Κι όσο κι αν ήθελε να κάνει το γενναίο, φαινόταν ό φόβος.

Και η μάνα μου τον κάθισε στο κρεβάτι και τον σκέπασε, μετά απ’ τις βεντούζες, με τόσες κουβέρτες, που τον έκαναν να φωνάξει:

— Πάει, μ’ έσκασες!..

Ήθελε και κάτι άλλο να του πει η μάνα μου, όταν είδε, πως δεν του έπαυε ο πόνος, αλλά δεν τολμούσε. Επιτέλους όμως, του το ‘πε:

— Να στείλουμε για το γιατρό; να μας δώσει μια ιδέα!..

Ο πατέρας μου στο άκουσμα αυτό, τίναξε το πάπλωμα, τις κουβέρτες, τα κλώτσησε, και πετάχτηκε όρθιος.

— Στο διάολο! Τους δολοφόνους θέλεις να μπάσεις μέσα δω; Δεν έχω τίποτα, τίποτα δεν έχω!.. Νευρικός θα ‘ναι ο πόνος!…

Και ντύθηκε. Αδύνατο στάθηκε να πέσει πάλι στο κρεβάτι. Ο πόνος έτυχε το βράδυ, να περάσει. Δεν τον αισθανόταν πια.

— Δε σας το ‘λεγα γω; νευρικός ήτανε, νευρικός! έλεγε ο πατέρας μου και καμάρωνε. Μωρέ γω, έπρεπε να γίνω γιατρός, όχι για επισκέψεις! Να καθόμουνα και να δούλευα! Και τότε θα βλέπατε αν θα ‘βρισκα το φάρμακο της γρίπης…

*

*  *

Μια μέρα οι εφημερίδες είχανε μια είδηση σπουδαία. Κάποιος γιατρός ξένος είχε βρει το φάρμακο της γρίπης…

Ήμουνα έξω που το ‘μαθα. Πολλοί γνωστοί μου φοβισμένοι, έπαιρναν θάρρος, και κάμποσοι το χρώμα τους και την ευθυμία τους, που τους είχε φύγει. Μερικοί είχαν εφημερίδες στα χέρια τους και τη διάβαζαν και την ξαναδιάβαζαν την είδηση. Πάει πια η αρρώστια! Θα τηλεγραφούσε ο γιατρός το φάρμακο. Και περίμεναν το τηλεγράφημα σαν Άγγελο σωτηρίας, που θα σκορπούσε, θα κυνηγούσε την αρρώστια!

Όταν πήγα στο σπίτι είδα στην αυλή, σε καρέκλα, να κάθουνται η μάνα μου με μια φίλη της, που ‘χε κρυφτεί απ’ την ημέρα της αρρώστιας.

Ήταν ήλιος, ο ουρανός καθαρός, αυτήν την ημέρα, στην πλάτη όμως του γέρου Υμηττού σύννεφα ξεκουράζοντο…

Πέρα λίγο ο πατέρας μου κοντά στην πόρτα της τραπεζαρίας, διάβαζε εφημερίδα.

Για να ‘ναι έξω κατάλαβα πως είχαν πάρει θάρρος κι αυτοί απ’ το τηλεγράφημα. Και όταν θέλησα κάτι να τους πω για το φάρμακο, μου είπανε γρήγορα:

—Σωθήκαμε, σωθήκαμε! Τώρα το τηλεγράφημα περιμένουμε!..

Και ξακολούθησαν την ομιλία τους.

— Τι λες; ρώτησα τον πατέρα μου.

—Τι να πω! μου απήντησε αυτός, ξένος, ξένος το βρήκε! Δικός μας τίποτα! εδώ μόνο αισχροκέρδεια, τίποτε άλλο!

Κι έσκυψε στην εφημερίδα του πάλι.

Πήρα ένα σκαμνάκι, και κάθισα μόνος πίσω από κάτι λουλούδια που ‘χανε γιγαντωθεί απ’ την πολλή βροχή.

Άκουγα τη φλυαρία των γυναικών, χωρίς να προσέχω τι λέγανε.

Σε λίγο βλέπω τον πατέρα μου να σηκώνεται και να διευθύνεται στη γυναίκα του και στη φίλη της:

— Δεν ακούτε δω, και τους είπε, τι τρομερά πράγματα συμβαίνουν! Χιλιάδες αξιωματικούς και παπάδες έχουν σφάξει οι Μαξιμαλιστές! Κάθε μέρα τουφεκίζουν αξιωματικούς και παπάδες!

— Τους κακόμοιρους! έκανε η γυναίκα του.

— Τι παθαίνουν! είπε η φίλη της.

— Ο Νέβας ο ποταμός, ξακολούθησε αυτός, κάθε μέρα παρασύρει εκατοντάδες πτωμάτων τουφεκισμένων απ’ τούς Μαξιμαλιστές!

—Τα κρινάκια σου φύτρωσαν; ρώτησε η μάνα μου τη φίλη της.

— Α, όχι, ακόμα, αλλά…

  Ο πατέρας μου τις κοίταξε κι έφυγε κουνώντας το κεφάλι του.

*

*  *

Αλλά το φάρμακο κείνο αποδείχτηκε τίποτα, και πάλι τον κόσμο άρχισε να τον δέρνει ο φόβος. Και η αρρώστια έκοβε, ξακολουθούσε τη δουλειά της, θέριζε…

— Πάνε, πάνε, ξόφλησαν όλοι! Είχανε λίγο μυαλό, τους το πήρε ο πόλεμος κι έμειναν κολοκύθες, νεροκολοκύθες με ψηλό καπέλο! έλεγε ο πατέρας μου.

Κι ύστερα:

— Στα φάρμακά μας τα πρωτόγονα! Δεν παν στο διάολο όλοι!..

*

*  *

Μια βραδιά ήρθε ο Βίλτας και με πήρε ενώ δεν είχα σκοπό να βγω.

Ο ουρανός είχε ανοίξει λίγο, σύννεφα μαύρα εδώ και κει μόνο. Πίσω απ’ το βουνό όμως, μια λάμψη φώτιζε κάθε τόσο τη μαυρίλα, έδειχνε τα σκοτεινά σύννεφα. Και φώτιζε τρέμοντας σα να ‘ταν κάποιο γιγάντιο έντομο με φωτεινές φτερούγες, που πάλευε να ξεκολλήσει πίσω απ’ το βουνό, που ήτανε ριχμένο.

Και σιωπή βαθιά παντού. Ο άνεμος είχε κοπεί. Αλλά σταγόνες πάλι αρχίσανε να πέφτουν, καθώς πηγαίναμε, και να ραντίζουν τη σκαμμένη απ’ το νερό γη…

Καθώς περνούσαμε από μια σειρά μαγαζιών, ο Βίλτας θέλησε κάτι ν’ αγοράσει και πλησιάσαμε σ’ ένα απ’ αυτά.

Σταθήκαμε στην πόρτα όπου απ’ έξω βρισκόταν ένας πάγκος γεμάτος χορταρικά, πορτοκάλια, κι άλλα. Το μαγαζί όμως, ήτανε μπακάλικο.

Ο Βίλτας πήρε ό,τι ζήτησε. Αλλά καθώς πλήρωνε,  ήρθε το παιδί του μπακάλη και μου είπε, πως κάποιος μας ζητά μέσα.

Κοίταξα τότε κι είδα στο βάθος του μαγαζιού, αντικρύ στην πόρτα, να κάθεται ο Αφάντης.

— Ο Αφάντης είναι μέσα… είπα στο Βίλτα και μπήκα στο μαγαζί.

—Τι γίνεσαι; ρώτησα τον Αφάντη.

— Τι να γίνω, τι να γίνω! έκανε αυτός, δεν το ‘μαθες; Πάει ο Αριστειδάκης μου!

Τότε παρατήρησα και πένθος να ‘χει στο μανίκι του.

Αυτός ξακολουθούσε να λέει.

— Πάει, πάει το παιδί μου, το ‘χασα! Δώδεκα μέρες παιδευόταν δώδεκα! Σωστές δώδεκα! Και δε μπόρεσα να το σώσω, δεν μπόρεσα! Α, οι γιατροί! αυτοί μου το πήραν στο λαιμό τους, αυτοί…

Το παιδί έφερε κρασί και ποτήρια. Έβαλε μόνος του και στα τρία, και πήρε το δικό του και το ήπιε.

Είδα το πανταλόνι του απ’ το γόνατο και κάτω να ‘ναι όλο χώματα υγρά…

Ζήτησε κι άλλο κρασί.

Κατάλαβα πως ζητούσε να πνίξει τη λύπη με το κρασί, και τον λυπήθηκα πιο πολύ.

— Είχα πάει και τ’ άναψα ένα καντήλι στο μνήμα του! Αχ παιδί μου, Αριστείδη μου!…

Γι’ αυτό, σκέφτηκα, έχει το πανταλόνι του όλο χώματα! Θα το λέρωσε, που γονάτισε, κι έπειτα θα του ερχόταν κακό να βγάλει, ή να τινάξει το χώμα αυτό από πάνω του, που ήταν απ’ το χώμα, που σκέπαζε το παιδί του!

Ο Αφάντης άρχισε να λέει για το παιδί του, να διηγείται, πώς του φέρονταν πριν αρρωστήσει, που το ‘χε πάρει με τη σούστα έξω, σε μια εξοχή, τις ερωτήσεις του…

— Αχ, και το ‘δα και στον ύπνο μου! είπε, αφού ανάφερε όλα αυτά. Είχα πλαγιάσει ένα μεσημέρι, και βλέπω στον ύπνο μου, πως πήρα το πριόνι κι έκοψα το χέρι του απ’ την παλάμη πάνω! πέρα και πέρα!  Κι έπεσε το χέρι μου κάτω, στο πάτωμα.

Τι να του πω, τι να του πω εγώ; Αλλ’ ενώ εγώ δεν εύρισκα λόγια να τον παρηγορήσω, ο Βίλτας μίλησε. Κι είχε ένα ύφος πάρει σοβαρό, επίσημο.

Του ανέφερε διάφορες φιλοσοφικές σκέψεις για τη ζωή και θυμήθηκε και κείνο: Μηδένα προ του τέλους μακάριζε! Κι εύρισκε ευτυχία σ’ αυτό το παιδί, που δεν είχε βρει άλλο θάνατο, που δεν είχε τυραννιστεί και στη ζωή! Και αν ζούσε;

Κι αλήθεια ο Αφάντης σα να παρηγορήθηκε, έμεινε χωρίς να μιλά, με σκυμμένο το κεφάλι.

Πάνω σ’ αυτό, μια γυναίκα ξεσκούφωτη, μεσόκοπη αδύνατη και μελαχρινή, μ’ ένα σημάδι στο λαιμό σα σημάδι πληγής, μπήκε και πλησίασε τον Αφάντη και τον συλλυπήθηκε. Την ήξερα. Ήταν η γυναίκα του μεγάλου αδελφού τού Αφάντη.

— Μου το ‘πε ο Τίμος, πως είσαι δω.

Παρατήρησα όμως ένα χαμόγελο, ή γέλιο, που δεν μπορούσε καλά να το κρατήσει, της ξέφευγε… Και ανοιγόκλεινε το στόμα της σα να μασούσε, ή σα να ‘χε κάτι κολλήσει στα δόντια της και προσπαθούσε να το βγάλει.

— Ο Μίμης τα ‘χει με σένα! Συ δεν πρόσεξες, λέει το παιδί!

Και το γέλιο έκανε να ξεπεταχτεί.

— Εγώ, εγώ! είπε ο Αφάντης, χίλιες πεντακόσιες δραχμές ξόδεψα! Εμένα…

— Ουμ! έτσι λέει! Εμείς δεν ήρθαμε, είχαμε αρρώστιες! Η Αννίτσα…

— Πάμε! μου έκανε ο Βίλτας. Σφίξαμε το χέρι του Αφάντη και φύγαμε.

— Μα ποια είναι αυτή, μην τη γνωρίζεις; με ρώτησε ο Βίλτας, άμα προχωρήσαμε λίγο.

— Είναι η γυναίκα του μεγάλου αδελφού τού Αφάντη, του Μίμη…

—Α, α! καταλαβαίνω! Μωρέ δεν είδες: χαιρόταν!  Φαινόταν καθαρά! Μπα! Μα τι τέρας είναι ο άνθρωπος!..

Μια αστραπή φώτισε κείνη τη στιγμή, έδιωξε σαν άγγελος περαστικός τα σκοτάδια μ’ ένα χτύπημα, ή άνοιγμα των φωτεινών φτερών των.

Ένα σκοτάδι βαθύ, βαθύ όμως απλώθηκε έπειτα, που τίποτα δε βλέπαμε σα να βρεθήκαμε στον Άδη.