Οι συναυλίες ως ιλλιγγιώδη καλειδοσκόπια 

Με αφορμή μία χούφτα συναυλίες, ο Θεοδόσης Μίχος διηγείται στο πρώτο του βιβλίο τι σήμαινε να μεγαλώνεις στα ’80ς και να αντρώνεσαι στα ’90ς με το αυτί σου διψασμένο για νέους ήχους και με μία ακατανίκητη λύσσα για ζωή. 
Χρόνος ανάγνωσης: 
3

Δεν ήταν ο Χάντερ Τόμσον αυτός που επινόησε την «γκόνζο δημοσιογραφίαWikipedia», αλλά σίγουρα ήταν αυτός που της έδωσε τον ορισμό: Δημοσιογραφία «όπου τα γεγονότα παρουσιάζονται σε πρώτο πρόσωπο διογκωμένα στην φαντασία του παρατηρητή. Ένα μείγμα δημοσιογραφίας και μυθιστορίας με ακραίο εξπρεσιονιστικό ύφος». Με λίγα λόγια, να πιστεύεις ότι είναι πιο σημαντικό, για όποιον κάνει τον κόπο να σε διαβάσει, το να διηγείσαι πώς αισθάνθηκες και πώς αντιμετώπισες τα γεγονότα που εξελίσσονταν γύρω σου, παρά να αρκείσαι σε μια ξερή περιγραφή.
Δεν την επινόησε ο Τόμσον απλά την εκτόξευσε σε δυσθεώρητα ύψη, όπως είχαν κάνει πριν από αυτόν ο Χέμινγουεϊ και ο Μπάροουζ –ειδικά στο περιβόητο ΤζάνκιΣτον Ιανό– ή ακόμα κι ο Νόρμαν Μέιλερ όταν διηγόταν τις περιπέτειές του στην πορεία ειρήνηςThe Armies of the Night, Wikipediaπρος το Πεντάγωνο. 
Τι ένωνε όλους αυτούς; Η ικανότητά τους να ξεγυμνώνονται και να αυτοσαρκάζονται δημιουργώντας ένα μείγμα όπου η πραγματικότητα –είτε πρόκειται για την πρέζα είτε για το κλομπ του μπάτσου– ανακατευόταν με ό,τι ένιωσαν στο πετσί τους. Ήταν ακριβώς το είδος της δημοσιογραφίας που ξεμύτισε δειλά στα χρόνια του ’80 και βαφτίστηκε lifestyle για να φτάσει την επόμενη δεκαετία να σημαίνει το αλαζονικό στιλ όπου ο καθένας που είχε πρόσβαση στα ιλουστρασιόν περιοδικά διηγόταν τις ασήμαντες περιπέτειές του «σαν να είχε κολυμπήσει δίπλα σε καρχαρίες» –για να θυμηθούμε τον Τόμσον ξανά.

1983_1988_04.jpg

Συναυλία των Last Drive, δεκαετία ’80. Alex K on stage.
Το Κράτα το σόουAπό τις εκδόσεις Key Books (εκδόσεις Key Books) το έγραψε ο Θεοδόσης ΜίχοςAρχισυντάκτης και ιδρυτικό μέλος της Popaganda, τυχερός-άτυχος καθώς μεγάλωνε σε έναν κόσμο που άλλαζε διαρκώς με απρόσμενη ταχύτητα καθώς από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου έφτανες με ένα άλμα στους Last Drive και από εκεί προσγειωνόσουν στις Τρύπες. Και πριν καλά καλά συνειδητοποιήσεις τι σήμαινε το πέρασμά τους από την ετοιμοθάνατη τότε ελληνική σκηνή, βρισκόσουν πνιγμένος στους καταιγιστικούς ρυθμούς των Chemical Brothers ή στις γκαράζ κιθάρες των μπάσταρδων του Γκι Ντεμπόρ των Τhe (International) Noise ConspiracyWikipedia. Αλλά σημασία δεν έχει η διαρκής μετάβαση από την κασέτα στο cd ή το μπλέξιμο των μπλουζ του ΛάνεγκανTo site του με το σουρεαλιστικό τσίρκο των Flaming Lips, αλλά το πώς όλα αυτά ενώνονται σε ένα αλλόκοτο σάουντρακ όπου κάθε νότα είναι ένα μοναδικό κομμάτι της ζωής σου, πότε γλυκόπικρο, πότε μελαγχολικό, και συχνά αστείο σαν ένα roller coaster μπερδεμένων αναμνήσεων.
Στο κάτω κάτω το έγραψε και ο πατριάρχης κάθε γενιάς που επαίρεται ότι είναι καταραμένη, ο Μπάροουζ: «Γράφεις πάντα αυτό που ξέρεις, που έχεις ζήσει». Και ο συγγραφέας γράφει αυτό ακριβώς, αφού η κάθε συναυλία είναι μόνο το πρόσχημα, κάτι σαν σκηνικό όπου κινείται ο ίδιος, πότε τολμηρός, πότε αμήχανος, πιωμένος, ατσίγαρος, μαστουρωμένος, χύνοντας μπύρες και στρίβοντας μπάφους για να διηγηθεί στιγμιότυπα της ζωής ενός τύπου που λάτρεψε τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας και αποφάσισε να προσθέσει ένα κεφάλαιο στη μυθολογία του ροκ εν ρολ σ’ αυτήν τη γωνιά της Ευρώπης.

Όποιος έχει δοκιμάσει έστω και μία φορά να γράψει κριτική για συναυλία ξέρει πόσο βαρετό και στριμόκωλο καταλήγει ένα κείμενο καθώς είναι αδύνατον σε ένα πληκτρολόγιο να εκφράσεις την ένταση, τον ιδρώτα, την έξαψη, το σημείο όπου θεατές και μουσικός γίνονται ένα. Οπότε δύο δρόμοι υπάρχουν: ή περιγράφεις τη συναυλία απλά και περιεκτικά επιστρατεύοντας ό,τι επίθετο βρίσκεις πρόχειρο ή αποφασίζεις να βάλεις τη δική σου ιστορία μέσα στη συναυλία. Μόνο που το δεύτερο απαιτεί κότσια, και συναισθηματικό ξεγύμνωμα, και πάνω από όλα την αίσθηση ότι δεν είσαι περισσότερο ειδήμων από αυτούς που σε διαβάζουν.

Γι’ αυτό και είναι απολαυστικό το Κράτα το Σόου. Γιατί ο παρατηρητής-συγγραφέας θυμίζει τον θαρραλέο πανκ από τον Βόλο που οι χουλιγκάνοι του την έπεφταν στον δρόμο κι έχει την ίδια δονκιχωτική αύρα είτε σουλατσάρει στο Παρίσι είτε στο Μαρόκο είτε στη Νέα Υόρκη, ζώντας μέχρι τα μπούνια το ροκ εν ρολ γιατί έτσι κι αλλιώς the devil may care…
Γράφει κυρίως για μουσική, βιβλία και κοινωνικά κινήματα, μέχρι πρότινος στην Ελευθεροτυπία.