Ο Διογένης ο Κυνικός είχε δει ένα μεσημέρι τον ρήτορα Δημοσθένη να γευματίζει σε μια ταβέρνα και πλησίασε ελαφρώς παραξενεμένος, δεδομένου ότι οι ταβέρνες, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν κακόφημα στέκια και πρατήρια τροφής Β’ διαλογής, όπου έτρωγαν μόνον οι ξένοι και οι ζητιάνοι ― απ’ την πλευρά του, ο Δημοσθένης δεν ήταν ο τύπος που θα χαιρόταν να δώσει δείγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς οπότε, βλέποντας τον φιλόσοφο να κατευθύνεται προς το μέρος του στηριγμένος στη βακτηρία του και συνοδευόμενος ως συνήθως από δυο τρεις αδέσποτους σκύλους, τραβήχτηκε βαθύτερα στο εσωτερικό του ταβερνείου με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να κρυφτεί ώστε να αποφύγει την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις· εντούτοις, κατά την αφήγηση του Λαέρτιου πάντοτε, ο Κυνικός έσκυψε το κεφάλι του διά μέσου του πλαισίου του παραθύρου και, εντοπίζοντας τον ένοχο στο ημίφως, του είπε: «Όσο πιο μέσα μπαίνεις, τόσο πιο μέσα ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ μπαίνεις.»
