Θέλοντας κάποιος να υποστηρίξει τη θέση ότι στα νησιά δεν τρως καλό ψάρι, ευφυολόγησε λέγοντας ότι «το καλύτερο ψάρι που έχω φάει σε νησί, είναι μια φορά που έφαγα ψαρονέφρι στο Καρπενήσι».
Στο σημερινό αρθράκι δεν θα κρίνω τη βασιμότητα της θέσης αυτής, αρκετά προβλήματα έχει έτσι κι αλλιώς ο τουρισμός φέτος, αλλά θα σταθώ στο ευφυολόγημα.
Και το χαρακτήρισα ευφυολόγημα επειδή ούτε το ψαρονέφρι είναι (νεφρό από) ψάρι, ούτε το Καρπενήσι είναι νησί. Το ευφυολόγημα έχει αναφερθεί παλιότερα στο ιστολόγιο, και τότε το είχα συνοδέψει με τη μοιραία φράση «αξίζει άρθρο».
Είναι άλλωστε γνωστό ευφυολόγημα, το βρίσκουμε σε μιμίδια, ενώ το είχε χρησιμοποιήσει και ο ευρωβουλευτής Δ. Παπαδημούλης, απαντώντας στο επιχείρημα της Μαριέτας Γιαννάκου, ότι τάχα ο εθνικοσοσιαλισμός είναι αριστερής προέλευσης διότι είναι -σοσιαλισμός. Με την ίδια λογική, είπε, και το Καρπενήσι είναι νησί ενώ το ψαρονέφρι είναι ψάρι.
Πώς όμως προέκυψαν οι λέξεις αυτές, αφού ούτε το ένα είναι νησί ούτε το άλλο ψάρι;
Το ψαρονέφρι, πρώτα. Ονοματίστηκε μεν από ψάρι, αλλά από άλλου είδους ψάρι, όχι της θάλασσας. Ψάρι λέγεται η περιοχή του σφαγίου γύρω από την οσφύ, που περιβάλλει τα νεφρά. Αυτή η περιοχή στα αρχαία λεγόταν ψόαι ή ψύαι (στον πληθυντικό βέβαια) και το υποκοριστικό, *ψυάριον.
Το ημίφωνο έπαθε σίγηση όταν βρέθηκε ανάμεσα σε σίγμα και σύμφωνο (πρβλ. ψιάθιον –> ψαθί, σιαγόνα –> σαγόνι) κι έτσι έδωσε τον τύπο «ψάρι» στα νεότερα χρόνια, τύπος που δεν επιβίωσε μεν αλλά διατηρήθηκε στο ψαρονέφρι. Αυτά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερο άρθρο, αλλά η επανάληψη δεν βλάφτει.
Η λέξη ψόα έχει επίσης επιβιώσει στην ανατομική ορολογία, αφού υπάρχει ο ψοΐτης μυς, από τους μεγαλύτερους του σώματος, που σηκώνει τον μηρό προς την κοιλιά και λειτουργεί στη βάδιση. Υπάρχει και ο λαγονοψοΐτης, που τον είχαμε σχολιάσει σε κάποια παλιότερα μεζεδάκια.
Όσο για το Καρπενήσι, το τοπωνύμιο προέρχεται από την αρωμουνική λέξη cárpinu, που είναι ένα δέντρο με σκληρό ξύλο που λέγεται στα ελληνικά οστρύα, λένε τα λεξικά, ή γάβρος -αν πρόκειται για το ίδιο και όχι για παρεμφερή ποικιλία- και το οποίο ευδοκιμεί στην περιοχή. Η αρωμουνική λέξη προέρχεται από τη λατινική carpinus, που δηλώνει το ίδιο δέντρο.
Στα ελληνικά, το τοπωνύμιο παρετυμολογήθηκε με το «νησί» ενώ αν θέλαμε να μπαμπινιωτίσουμε θα λέγαμε ότι η ετυμολογικώς ορθή γραφή είναι Καρπενίσι.
Αλλά βέβαια δεν θα τελειώσει εδώ το άρθρο μας.
Αναρωτιέμαι αν έχουμε κι άλλα «ψαρονέφρια» όπως και άλλα «Καρπενήσια» στη γλώσσα μας, δηλαδή κι άλλες λέξεις που να έχουν παρετυμολογηθεί και να δηλώνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που προκύπτει με μια απλή ανάλυση σε αυτά που φαίνονται για συνθετικά τους.
Φυσικά, η παρετυμολογία είναι πλατύτατο πεδίο και έχει δημιουργήσει πολλούς όρους.
Ας πούμε, λέμε «πολυθρόνα» από το ιταλικό poltrona > πολτρόνα (υπάρχει και αυτός ο τύπος σε παλιά κείμενα). Επειδή στην πολτρόνα καθόμαστε, η λέξη παρετυμολογήθηκε από το πολύς + θρόνος κι έδωσε την πολυθρόνα. Δεν έχω ψάξει την ιστορία της λέξης και δεν έχω λεπτομέρειες για το πότε και πώς ακριβώς έγινε αυτό, πάντως έτσι έγινε.
Όμως η πολυθρόνα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, εντελώς ίδια περίπτωση με το ψαρονέφρι, διότι είναι «κάτι σαν θρόνος».
Ούτε θα θεωρήσω ίδια περίπτωση το αγιόκλημα, που είναι παρετυμολογία από το αρχ. «αιγόκλημα». Ναι μεν η λέξη άλλαξε, αλλά και πάλι έχουμε «κάτι σαν κλήμα», όπως και στο εφτάζυμο ψωμί (από το «αυτόζυμος») έχουμε κάτι που ζυμώνεται -ενώ στο «ψαρονέφρι» το κρέας (φαίνεται να) βαφτίζεται ψάρι, για να θυμηθούμε το παροιμιώδες των καλόγερων.
Όμως, την πολυθρόνα και το αγιόκλημα θα τα συζητήσουμε κι άλλη φορά, σε άλλο άρθρο, όταν θα περιηγηθούμε στο βασίλειο της παρετυμολογίας,
Κάποιοι θα σκεφτούν ότι το Λαγονήσι είναι παρόμοια περίπτωση με το Καρπενήσι, αλλά δεν θα συμφωνήσω, διότι το Λαγονήσι είναι χερσόνησος, οπότε είναι περίπου σαν νησί (μπορεί να ήταν και κάποτε νησί, αν και δεν το νομίζω). Επίσης, κατά πάσα πιθανότητα, το Λαγονήσι θα είχε λαγούς κάποτε και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι. (Σε κάποιο φόρουμ διάβασα ότι δεν είχε λαγούς και ότι προέρχεται από το ιταλικό lago = λίμνη, αλλά είμαι δύσπιστος απέναντι σε αυτή τη θεωρία. Αν παρελπίδα ισχύει, τότε το Λαγονήσι πλησιάζει στο Καρπενήσι).
Ωστόσο, στα τοπωνύμια έχουμε καναδυό άλλες περιπτώσεις σαν το Καρπενήσι που δεν είναι νησί.
Ας πούμε, το βουνό απέναντι στον Ακροκορινθο λέγεται Πεντεσκούφι. Σύμφωνα με μια άποψη, ίσως την επικρατέστερη, πρόκειται για παρετυμολογική παραφθορά κάποιου φράγκικου τοπωνυμίου, ίσως Mont Escuvé ή Montesquieu. Εκεί είχαν φτιάξει κάστρο οι Φράγκοι όταν πολιορκούσαν τον Ακροκόρινθο. Πάντως σε διάφορους καστρολογικούς ιστότοπους βρίσκω να μην δέχονται την εξηγηση αυτή.
Πιο σίγουρα, ο ποταμός Βοϊδομάτης, μικρός αλλά πανέμορφος. Δεν έχει να κάνει με το μάτι του βοδιού, όσο κι αν έτσι φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Και οι δυο λέξεις είναι σλάβικες, βοντά το νερό και μάτα η πηγή, η νερομάνα. Την πρώτη από αυτές τις λέξεις τη βρίσκουμε και στη βότκα, που κατά λέξη σημαίνει, ας πούμε, «νεράκι», τη βρίσκουμε όμως και στα Βοδενά, την παλιά ονομασία της Έδεσσας, που επιβιώνει στα κεράσια Βοδενών, που κάποιος νόμιζε πως τα λένε «βοδινά» επειδή είναι πολύ μεγάλα.
Άλλες λέξεις σαν το ψαρονέφρι; Άλλα τοπωνύμια σαν το Καρπενήσι και τον Βοϊδομάτη;
