Ονειρεύομαι και σχεδιάζω ένα ξόρκι για το βράδυ της Ανάστασης.
Μυρωδιά λεμονιάς το σούρουπο σε παραλιακό χωριό πριν πολλά, μα πάρα πολλά, χρόνια. Υπέροχοι ανθισμένοι κάμποι, πριν καμιά δεκαετία – μυρμήγκια τα αυτοκίνητα που τους διασχίζουν (είχε πλάκα). Βράδυ σε αυλή παλιού μοναστηριού, πέρυσι, με φαναράκια, δίπλα στις φουντωμένες γλάστρες, πλήθος κόσμου άφωνο από την ομορφιά. Κοντά κοντά μέσα στην εκκλησία· ψάλλω κι εγώ η άθεη με κατάνυξη πού έδυ σου το κάλλος… Τη νύχτα της Ανάστασης –έχει γίνει πλέον έθιμο– ψηλά σε ένα κορακοβούνι με αγαπημένους φίλους (για χάρη της γηραιάς κυρίας αφήνονται να παιανίζουν τα κλαπατσίμπαλα της στρατιωτικής μπάντας), μοναδικές γεύσεις, κρασί ρουμπίνι, κουβέντες που αποκτούν ένα άλλο χνούδι. Την άλλη μέρα γιορτάζει η Αιθρία που ποτέ δεν μας χαλά χατίρι. Μέρα αφιερωμένη στη φιλία και στην καλή διάθεση.
Και τώρα; Γιατί μου έρχεται τώρα το άρωμα εκείνο το προ αμνημονεύτων χρόνων τόσο έντονα; Γιατί θυμάμαι τη συζήτηση με τον φίλο το βράδυ του Πάσχα (είχαμε αρχίσει να τουρτουρίζουμε, αλλά δεν το κουνούσαμε από τη θέση μας κάτω απ’ το δέντρο) λέξη προς λέξη; Γιατί φέρνω στον νου μου διαρκώς τη γηραιά κυρία και τα εδέσματά της; Και τον ασπρομάλλη παππού μου που μου είχε διδάξει το «Αληθώς ο Κύριος!». Και τους φίλους που είναι στην Αγγλία, και τους φίλους που είναι στην Ολλανδία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, και το παιδί μου βέβαια που είναι πενήντα μίλια μακριά; Μμμμμμ… Από την άκρη του μυαλού μου περνάει φευγαλέα η ανταρσία: «Κι αν ξεκινήσουμε δύο-τρεις η ώρα τη νύχτα για να πάμε στους φίλους στο κορακοβούνι, 80 χιλιομετράκια απόσταση, ποιος θα μας πάρει είδηση; Εκεί θα κρατάμε απόσταση, δυο μέτρα τουλάχιστον, ούτε φιλάκια ούτε καν τσούγκρισμα αυγών…». Αλλά, όχι, το παράτολμο σχέδιο εκπνέει αμέσως – είμαι πολύ νομοταγής και άλλο τόσο φοβισμένη. Μένω σπίτι, μένουμε σπίτι.
Λοιπόν έχω μια λεμονιά. Φυτρώνει στο παρτέρι της πολυκατοικίας κάτω απ’ το μπαλκόνι μου. Εχει κιόλας αρχίσει να βγάζει μπουμπούκια, σε μια βδομάδα θα είναι το κάτι άλλο. Εισπνέω το άρωμά της. Ομολογώ ταπεινά πως κάνω και το τεστ αν η όσφρησή μου λειτουργεί ακόμα ικανοποιητικά. Θα συνδυάσω το τεστ με μια μεγάλη εισπνοή ευφροσύνης τη μέρα της Αιθρίας. Και τηλεφωνήματα, πολλά τηλεφωνήματα, και σκάιπ και εικονική από κοινού οινοποσία. Θα φορέσουμε τα καλά μας, θα βάλουμε όλο μας το μεράκι για το καλύτερό μας φαγητό. «Είσαι καλά; Είστε καλά;», «Είμαι καλά! Είστε καλά;», «Ο Θεός μαζί μας», «Ιατρική, θεά, προχώρα, πρόλαβε! Από τα χείλη σου κρεμόμαστε και από την ευρηματικότητα των λειτουργών σου».
Θα στενάξουν τα δίκτυα και πάλι δεν θα μπορούμε να τους προλάβουμε όλους και όλες. Ονειρεύομαι και σχεδιάζω ένα ξόρκι για το βράδυ της Ανάστασης. Πείτε πως βγαίνουμε στο μπαλκόνι, στη βεράντα μας, στην ταράτσα, στην αυλή μας, κοιτάμε τα άστρα και μουρμουρίζουμε: είναι νύχτα γλυκιά και το φεγγάρι δε βγαίνει να σκεπάσει άστρο κανένα· περίσσια, μύρια, σ’ όλη τους τη χάρη λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα· κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει του ολόστρωτου πελάου μες στον καθρέφτη.
Ξορκίζουμε την απόσταση με τους ουράνιους στίχους του Σολωμού.
* Η κ. Αγγέλα Καστρινάκη είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και πεζογράφος.
Πηγή: sarantakos wordpress.com
