Την ώρα που ο επαγγελματικός προσανατολισμός στην Ελλάδα παραμένει ελλιπής, η πλατφόρμα Tipping Point φέρνει το δημόσιο σχολείο σε επαφή με επιστήμονες, που ως μέντορες δίνουν στους μαθητές συμβουλές για το πώς θα ανακαλύψουν αυτό που αγαπούν σε μία όλο και πιο απαιτητική αγορά εργασίας.

Συνεδρία με το Tipping Point στο Θεοφράστειο Γυμνάσιο Ερεσού στη Λέσβο.
Τετάρτη 08 Ιανουαρίου 2020
Ο παππούς μου γεννήθηκε στην ιταλοκρατούμενη Λέρο. Λίγο μετά την Απελευθέρωση, αμούστακος ακόμα, άφησε τους γονείς του για να πάρει το πλοίο της γραμμής και να ταξιδέψει μόνος μέχρι τον Πειραιά. Τι έκανε ένα παιδί μόνο του στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια; Το προφανές: έψαχνε να βγάλει το ψωμί του και να στείλει δυο δραχμές πίσω στην οικογένειά του.
Ο μικρός Θοδωρής πέρασε τον επόμενο μισό αιώνα κατά κύριο λόγο στην οικοδομή: μπετά σε πολυκατοικίες στα χρόνια της αντιπαροχής, καλώδια στις εργολαβίες του ΟΤΕ στα χρόνια της ανάπτυξης των τηλεπικοινωνιών, άσφαλτο στους δρόμους στα χρόνια των ολυμπιακών έργων. Δεν χρειάζεται να σου διηγηθεί πολλά ο παππούς για να καταλάβεις πόσο πέτρινα ήταν τα χρόνια του. Όταν τελείωνε από τη δουλειά, όπου κι αν αυτή ήταν στην Αττική, έπαιρνε το αστικό λεωφορείο για το Μενίδι –που τότε ήταν ακόμη ένα μάτσο χωράφια– για να «ρίξει» παράνομα μια πλάκα και να χτίσει στη ζούλα, με τη βοήθεια του κουνιάδου του, ένα σπίτι, μπας και να γλιτώσει από το ενοίκιο στον Πειραιά και αφήσει στα παιδιά του ένα κεραμίδι.
Η λαχτάρα της ελληνικής κοινωνίας να σπουδάσει τα παιδιά της
Με τα χρόνια ο παππούς μου είχε έναν καημό: τα παιδιά του να μάθουν γράμματα, να σπουδάσουν, να μην πιάσουν τσιμέντα στα χέρια τους, να γλιτώσουν από τη βαρβαρότητα που ο ίδιος έζησε. Δεν είδε το όνειρό του να πραγματοποιείται, μια που και ο πατέρας μου και ο θείος μου έμειναν στην οικοδομή και την ηλεκτροκόλληση. Λίγο η βαρεμάρα, λίγο η έλλειψη ευκαιριών για την τάξη τους, δεν πρόφτασαν να ανέβουν στο τρένο της κοινωνικής ανέλιξης προς τη μεσαία τάξη, που εξασφάλιζε το κοινωνικό συμβόλαιο της ευημερούσας Ελλάδας του ‘80 και του ‘90.
Ο πατέρας μου όμως, καθώς πολλά βράδια δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τα μάτια του που πονούσαν λόγω της ηλεκτροκόλλησης, κληρονόμησε τον καημό του παππού: τα παιδιά του να σπουδάσουν.
«Κοιτάξτε να σπουδάσετε, γιατί αλλιώς θα ξυπνάτε από τις πέντε το πρωί και θα είστε όλη μέρα στην ψύχρα, τη βροχή και την ντάλα του ήλιου»
«Θα γίνετε ή δικηγόροι, ή γιατροί ή πολιτικοί μηχανικοί». Αυτή ήταν η ατάκα που ακούγαμε από τα γεννοφάσκια μας εγώ κι ο αδερφός μου, επαναλαμβανόμενη από τους γονείς μας κάθε λίγο και λιγάκι. Έγινε κάτι σαν αγωγή, σαν χάπι, μπας και χωθεί βαθιά στο κεφάλι μας και βάλουμε μυαλό.
«Κοιτάξτε να σπουδάσετε, γιατί αλλιώς θα ξυπνάτε από τις πέντε το πρωί και θα είστε όλη μέρα στην ψύχρα, τη βροχή και την ντάλα του ήλιου», έλεγε ο πατέρας μου και κάπως έπιανε η τακτική, μιας που το εγερτήριο στις επτάμισι για το σχολείο μας φαινόταν ήδη πολύ σκληρό και το πέντε ακουγόταν εφιαλτικό.
«Ναι, αλλά εγώ θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής», έλεγα συχνά στον πατέρα μου.
«Γίνε ό,τι θες, αλλά κακομοίρη μου θα σπουδάσεις κιόλας, δεν θα ζήσεις μόνο από την μπάλα», απαντούσε.
Τελικά με αυτά και με εκείνα σπούδασα νομικά, τα οποία ωστόσο ποτέ δεν άσκησα, μιας που αποφάσισα να πάρω τον δρόμο της δημοσιογραφίας.
Αν και τα χρόνια έχουν περάσει, στα ξεθωριασμένα λόγια των γονιών και των παππούδων μου βρίσκω σήμερα την πανταχού παρούσα λαχτάρα της ελληνικής κοινωνίας να «σπρώξει» με νύχια και με δόντια τα παιδιά της στο πανεπιστήμιο. Αυτή η προσπάθεια έχει κάτι το συγκινητικό, στον βαθμό που τροφοδοτείται από την ειλικρινή αγωνία των γονέων να έχουν τα παιδιά τους μια ζωή καλύτερη από τη δική τους. Χρειάζεται να τους αναγνωρίσουμε αυτήν την προσπάθεια, ειδικά στις περιπτώσεις που οι άνθρωποι δούλεψαν μέρα νύχτα και το μόνο που σκέφτονταν ήταν το πώς θα προσέφεραν τον μισό και πλέον οικιακό προϋπολογισμό, για να δώσουν δύο εφόδια παραπάνω στα παιδιά τους.
…και ο φετιχισμός των «ευυπόληπτων» επαγγελμάτων
Βέβαια, εδώ αρχίζουν και τα προβλήματα και θα συμφωνήσω ευθύς εξαρχής με όσους σκέφτεστε τον προφανή αντίλογο, ότι η γονεϊκή στήριξη μετατρέπεται συχνά σε μέσο ελέγχου ή ακόμα και ποδηγέτησης των παιδιών. Πράγματι, είναι αρκετές οι περιπτώσεις όπου το «θα τα σπουδάσουμε» συνοδεύεται με το «τώρα θα τα παντρέψουμε» και πολλά ακόμη «θα τα…», τα οποία, ηθελημένα ή αθέλητα, εγκλωβίζουν τα παιδιά στα όνειρα και τα συμπλέγματα των γονέων, που τελικά καταλήγουν να ζουν μέσα από τα παιδιά τους.
Αυτή η γονεϊκή πίεση συχνά ακολουθείται από ένα ακόμη ελάττωμα της ελληνικής κοινωνίας: τον φετιχισμό μίας χούφτας επαγγελμάτων και το σνομπάρισμα όλων των υπολοίπων. Πράγματι, οι γονείς δεν μας προέτρεπαν μόνο «να σπουδάσουμε», αλλά συνήθως μας έλεγαν και «τι να σπουδάσουμε».
Στο μυαλό του μέσου Έλληνα γονέα των περασμένων δεκαετιών, υδραυλικοί, αγρότες και ηλεκτρολόγοι γίνονταν μόνο οι μετανάστες.
«Δικηγόρος, γιατρός ή πολιτικός μηχανικός», έλεγε ο δικός μου. Και σας διαβεβαιώνω: οι περισσότεροι τα ίδια έλεγαν. Πολύ σπανίως έμπαιναν στον κόπο να μας ρωτήσουν το απλό μα δύσκολο: «τι γουστάρεις να κάνεις στη ζωή σου;». Και δεν το ρωτούσαν, γιατί αν κάποιος από εμάς τους έλεγε ότι θέλει να γίνει υδραυλικός, η απάντηση ήταν: «καλά, τόσα επαγγέλματα, υδραυλικός θα πας να γίνεις;». Και για να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, στο μυαλό του μέσου Έλληνα γονέα των περασμένων δεκαετιών, υδραυλικοί, αγρότες και ηλεκτρολόγοι γίνονταν τα παιδιά των μεταναστών.
Βλέπετε, το ακαδημαϊκό μέλλον των παιδιών της Ελλάδας περνούσε και περνάει όχι τόσο μέσα από το κριτήριο του ποια δραστηριότητα κάνει το παιδί χαρούμενο, αλλά τι «πουλάει» στη γειτονιά και στα οικογενειακά τραπέζια. Όλοι είχαμε έναν συμμαθητή στο σχολείο, του οποίου οι γονείς καυχιόντουσαν για τους βαθμούς ή για το ότι το καμάρι τους «πέρασε στη νομική» με ένα αστρονομικό ποσό μορίων. Και παρότι η παγκοσμιοποίηση και η κρίση ήρθαν να συντρίψουν τα άγια και τα όσια του μικροαστισμού μας, τα πανεπιστημιακά τοτέμ της κοινωνίας μας άντεξαν, βαθιά ριζωμένα στις συνειδήσεις που έπλασε η ελληνική ταινία, στα σκηνικά της οποίας σημείο αναφοράς ήταν ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο αρχιτέκτονας, άντε και ο δημόσιος υπάλληλος, που έχοντας το «ατού» της μονιμότητας, ήταν και πολυπόθητος γαμπρός. Όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι έρχονταν δεύτεροι, για να μην μιλήσουμε για τα τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία θεωρούνταν οικοδομή πολυτελείας.
Μία πρωτοβουλία πολιτών για πιο συνειδητοποιημένες αποφάσεις
Σε αυτό το πλαίσιο το ελληνικό σχολείο έχει υπάρξει διαχρονικά απόν σε σχέση με την ανάγκη των παιδιών για επαγγελματικό προσανατολισμό, ώστε να τα ενισχύσει με τις γνώσεις που χρειάζονται για να ακολουθήσουν επαγγέλματα που αφενός αγαπούν, αφετέρου θα τους προσφέρουν ευκαιρίες αποκατάστασης σε μία όλο και πιο απαιτητική αγορά εργασίας.
Για την αντιμετώπιση ακριβώς αυτού του κενού ιδρύθηκε το Tipping Point μία οργάνωση με στόχο μέντορες και επιστήμονες από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους να προσφέρουν σε μαθητές δημόσιων σχολείων τις γνώσεις και την πείρα τους, από την επαγγελματική και ακαδημαϊκή τους πορεία, ώστε να λάβουν όσο το δυνατόν πιο συνειδητοποιημένες αποφάσεις για το μονοπάτι που θα ακολουθήσουν στο μέλλον.

Η Αμαλία Κωνσταντακοπούλου, ιδρύτρια του Tipping Point.
Το σχολείο αδυνατούσε να με φέρει σε επαφή με ειδικούς που θα μπορούσαν να με κατευθύνουν σε μία επιλογή που αφενός θα με ενθουσίαζε, αφετέρου θα είχε πραγματικό «χώρο» στην αγορά εργασίας.
Η Αμαλία Κωνσταντακοπούλου με την ομάδα της δημιούργησαν αυτό που θα ήθελαν να έχουν όταν ήταν στο σχολείο. Η ίδια είπε στο inside story: «Πήγα σχολείο στο Ευηνοχώρι, ένα πεδινό χωριό του Μεσολογγίου. Όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσω για τον επαγγελματικό δρόμο που θα ακολουθούσα, αισθανόμουν ότι δεν είχα κάποια σημαντική συμβουλευτική στήριξη και όλα γίνονταν κάπως τυχαία. Το σχολείο αδυνατούσε να με φέρει σε επαφή με ειδικούς που θα μπορούσαν να με ακούσουν και να με βοηθήσουν, για μία επιλογή που αφενός θα με ενθουσίαζε, αφετέρου θα είχε πραγματικό “χώρο” στην αγορά εργασίας. Έτσι κατέληξα να σπουδάσω στο οικονομικό της Νομικής, χωρίς αυτό να συνδυάζεται με μία βαθύτερη συνειδητοποίηση του τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου».
Για πολλά χρόνια η κ. Κωνσταντακοπούλου εργάστηκε στον χώρο των επικοινωνιών, ωστόσο μέσα στην κρίση κατάλαβε ότι η δουλειά της δεν την ικανοποιούσε και πήρε την απόφαση να παραιτηθεί. Λίγο αργότερα δημιούργησε με την ομάδα της το Tipping Point, η λειτουργία του οποίου βασίζεται σε μία απλή σύλληψη: προσπαθώντας να περιορίσει την τυχαιότητα με βάση την οποία οι μαθητές αποφασίζουν σε ποια σχολή θα σπουδάσουν, ή γενικότερα το ποιο θα είναι το επαγγελματικό τους μέλλον, η ομάδα δίνει τη δυνατότητα σε μαθητές και ολόκληρες τάξεις να έρθουν σε επαφή με επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων από όλον τον κόσμο, οι οποίοι συζητούν μαζί τους και τους δίνουν συμβουλές μέσω εξ αποστάσεως συνεδριών. Η επιλογή του μέντορα με τον οποίο θα γίνει η συνεδρία γίνεται από τους καθηγητές με βάση τα ενδιαφέροντά των μαθητών, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί διαδικασία αξιολόγησης του μέντορα από όλους τους συμμετέχοντες. Μέχρι σήμερα έχουν συμμετάσχει στο πρόγραμμα 289 δημόσια σχολεία και περισσότεροι από 15.000 μαθητές.
Για να καταλάβω καλύτερα πώς λειτουργεί το Tipping Point, μίλησα με εκπαιδευτικούς και επιστήμονες που συμμετέχουν σε αυτό.

Ο Δρ. Θωμάς Μπίσμπας.
Ένας από αυτούς είναι ο αστροφυσικός Δρ. Θωμάς Μπίσμπας, ο οποίος από μικρός γοητεύτηκε από ένα όχι και τόσο κλασικό ελληνικό μάθημα: την αστρονομία. Ο ίδιος είπε στο inside story σχετικά με το Tipping Point: «Όταν με ρωτούν για το τι προσφέρει το πρόγραμμα και ποια είναι η σημασία των συζητήσεων που κάνουμε με τα παιδιά, διηγούμαι την προσωπική μου περιπέτεια από τα παιδικά μου χρόνια. Από μικρός ήθελα να γίνω αστρονόμος, ωστόσο εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πολλά ερεθίσματα γι’ αυτήν την επιστήμη, μιας που ο φυσικός που μας παρέδιδε το μάθημα περιοριζόταν σε ό,τι υπήρχε στο βιβλίο. Όταν κατάλαβα ότι το σχολείο δεν μπορούσε να μου δώσει περισσότερες πληροφορίες, άρχισα να ψάχνω συλλόγους ερασιτεχνικής αστρονομίας».
Ο Δρ. Μπίσμπας πρόσθεσε ότι «χάρη στην αναζήτησή μου βρήκα μέσα από τους συλλόγους αστρονόμους και άρχισα να τους παίρνω τηλέφωνο και να τους κάνω ερωτήσεις για το πώς είναι να είσαι αστρονόμος στην καθημερινότητά σου. Όταν μιλάω με τους μαθητές, προσπαθώ να τους δώσω όλες αυτές τις πληροφορίες και τις συμβουλές που εμένα μου έλειψαν στα μαθητικά μου χρόνια. Στόχος δεν είναι τα παιδιά να βρουν απλώς επαγγέλματα που θα έχουν ανταπόκριση στην αγορά εργασίας, αλλά –κυρίως– να βρουν αυτό με το οποίο θα τους αρέσει να κοιμούνται και να ξυπνούν. Σε αυτήν την προσπάθεια, κάθε επιστήμονας δίνει συμβουλές για τον κλάδο του και την επιστήμη του, δηλαδή για έναν κόσμο που ο ίδιος ξέρει καλά».
Επαφή με «άγνωστες» επιστήμες
Η σημασία των συζητήσεων μεταξύ μεντόρων και μαθητών γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν μιλάμε για επιστημονικούς κλάδους που παραμένουν άγνωστοι στους μαθητές, αν και παρουσιάζουν μεγάλο φάσμα εφαρμογών που θα μπορούσαν να γοητεύσουν πολλούς από τους αυριανούς σπουδαστές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο περιβαλλοντολόγος Λουκάς Κατίκας. Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι οι περιβαλλοντικές σπουδές δεν ήταν η πρώτη επιλογή του κ. Κατίκα. «Στόχος μου ήταν να γίνω μηχανικός ή αρχιτέκτονας, ωστόσο δεν κατάφερα να περάσω στις αντίστοιχες σχολές και μετά από μία προσεκτική μελέτη του μηχανογραφικού, κατέληξα ότι η καλύτερη επιλογή που είχα ήταν οι σπουδές περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου», είπε ο ίδιος στο inside story.

Συνεδρία με μέντορα του Tipping Point σε σχολείο της Κρήτης.
Το σημαντικότερο κομμάτι των συνεδριών είναι να εξηγήσω ότι οι περιβαλλοντικές σπουδές δεν σημαίνουν ότι κάποιος παρακολουθεί τα βουνά, τη θάλασσα και τα ζωάκια, ούτε ότι η μοναδική επαγγελματική αποκατάστασή βρίσκεται σε κάποια ΜΚΟ.
Ο κ. Κατίκας μου μίλησε για το περιεχόμενο των συγκεκριμένων σπουδών, το φάσμα των οποίων σίγουρα παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο σε γονείς και μαθητές. «Μέσα από τις συζητήσεις με τους μαθητές προσπαθώ να τους φέρω σε επαφή με το πραγματικό αντικείμενο της επιστήμης μας», είπε στο inside story. «Το δύσκολο και σημαντικότερο κομμάτι των συνεδριών είναι να εξηγήσω ότι οι περιβαλλοντικές σπουδές δεν σημαίνουν ότι κάποιος παρακολουθεί τα βουνά, τη θάλασσα και τα ζωάκια, ούτε ότι η μοναδική αποκατάστασή του περιβαλλοντολόγου βρίσκεται σε κάποια ΜΚΟ. Το αντικείμενο του περιβαλλοντολόγου είναι κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο. Για παράδειγμα, ένας περιβαλλοντολόγος μπορεί μέσα από τις γνώσεις του να αναπτύξει εφαρμογές που συνδέονται με την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων, όπως είναι αυτές της αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών». Η «τριβή» των μαθητών με λιγότερο γνωστά επαγγέλματα τους επιτρέπει να «ξεκλειδώσουν» ακαδημαϊκούς δρόμους που μέχρι πρότινος δεν ήξεραν καν ότι μπορεί να τους γοητεύσουν.
Ωστόσο, πέρα από τις συγκεκριμένες συμβουλές σε επίπεδο επαγγελματικού προσανατολισμού, η επικοινωνία των μαθητών με τους επιστήμονες τούς φέρνει σε επαφή με ένα ευρύ φάσμα γνώσεων και πρακτικών εφαρμογών, οι οποίες μπορούν να τους δώσουν εφόδια για να γίνουν καλύτεροι πολίτες στην αυριανή κοινωνία. Με άλλα λόγια οι κουβέντες με τους μέντορες επιτελούν τον ίδιο σκοπό με αυτόν των κλασικών μαθημάτων, με μία διαδικασία μάλιστα που δεν θυμίζει μάθημα και παραμένει μακριά από βιβλία συχνά παρωχημένα λόγω των ταχύτατων αλλαγών που συντελούνται στον κόσμο.

Ο περιβαλλοντολόγος Λουκάς Κατίκας.
«Βασική προτεραιότητα είναι να κάνουμε τις συνεδρίες να μην θυμίζουν μάθημα», συμπλήρωσε ο κ. Κατίκας. «Γι’ αυτόν τον λόγο, πέρα από την κουβέντα μας για το τι είναι οι περιβαλλοντικές σπουδές, με τα παιδιά μελετάμε –μέσα από εφαρμογές που χρησιμοποιεί η επιστήμη μας– την περιοχή όπου βρίσκεται το σχολείο τους, ώστε να ενισχύσουμε την πρακτική πλευρά των γνώσεων και να μην καταλήξουν αποστεωμένες θεωρητικές προσεγγίσεις. Σε ένα πρόγραμμα που αναπτύξαμε στα πλαίσια του Tipping Point, δουλέψαμε πλάι πλάι με τους μαθητές σχετικά με ένα πρότζεκτ χωροθέτησης φωτοβολταϊκών στο σχολείο τους, ώστε να προσφέρεται ρεύμα σε σπίτια με οικονομικές δυσκολίες. Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, είδαμε μαζί με τους μαθητές πώς γίνεται η παραγωγή και διανομή ρεύματος μέσα από ένα φωτοβολταϊκό σύστημα, πώς πραγματοποιείται η εγκατάστασή του, μάλιστα για την προσφορά ενέργειας προς αυτούς που έχουν λιγότερα».
Ένα παράθυρο στην κοινωνία για τα παιδιά της περιφέρειας
Αν το δημόσιο σχολείο γενικά έχει μεγάλη ανάγκη για επικοινωνία με επιστήμονες από όλον τον κόσμο, στην επαρχία αυτή η ανάγκη γίνεται επιτακτική, αφού τα παιδιά της δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά της πόλης.
Μία από τις καθηγήτριες που συμμετέχουν στο Tipping Point είναι η Έλενα Βασιλειάδου, οικονομολόγος που διδάσκει εδώ και 10 χρόνια στο Λύκειο του Φουρφουρά, ενός ορεινού χωριού στο Ρέθυμνο της Κρήτης.
Η κ. Βασιλειάδου μεγάλωσε στην Κατερίνη, ωστόσο όταν ήρθε η στιγμή να διδάξει σε δημόσιο σχολείο, η απόφασή της ήταν να βοηθήσει τα παιδιά της ελληνικής περιφέρειας. «Από την αρχή ήθελα να διοριστώ σε κάποιο σχολείο μακριά από τα αστικά κέντρα, καθώς ένιωσα ότι οι μαθητές της επαρχίας έχουν πάντα περισσότερες ανάγκες για στήριξη και ερεθίσματα από εκείνους που μεγαλώνουν στις πόλεις και ως εκ τούτου ο ρόλος του δασκάλου στην περιφέρεια είναι πολύ κομβικός», είπε η ίδια στο inside story. «Γι’ αυτό δήλωσα να διοριστώ σε απομακρυσμένα μέρη, όπως το Καστελλόριζο, η Λέρος και η Νίσυρος. Τελικά πήγα στα Κύθηρα και στη συνέχεια, όταν ερωτεύτηκα κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στην Κρήτη, διορίστηκα στον Φουρφουρά, ένα μικρό χωριό ακριβώς κάτω από τον Ψηλορείτη».

Μαθητές του Λυκείου στον Φουρφουρά, στο Ρέθυμνο της Κρήτης, κατά τη διάρκεια συνεδρίας με μέντορα.
Η κ. Βασιλειάδου είπε στο inside story ότι μέσα από τις συζητήσεις με τους μέντορες οι μαθητές ικανοποιούν την ανάγκη τους να έρθουν σε επαφή με μία γνώση πλουσιότερη από αυτήν που προσφέρει σήμερα το ελληνικό σχολείο, το οποίο συνεχίζει να μην δίνει πολλά στον τομέα του επαγγελματικού προσανατολισμού.
«Καταρχάς, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ελληνική επαρχία δεν έχει τα ίδια αντανακλαστικά στην ανανέωση κοινωνικών αντιλήψεων με εκείνα που συναντάμε στις μεγάλες πόλεις. Θυμάμαι ότι, όταν πρωτοπήγα στον Φουρφουρά, ένιωσα πως έκανα ταξίδι στο χρόνο, κάπου στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘60. Ρωτούσα τα κορίτσια “τι θα σπουδάσετε;” και μου απαντούσαν “δεν θα σπουδάσουμε, κυρία, εμείς θα παντρευτούμε” ή “δεν θέλουμε να πάμε στη χώρα να χάσουμε τα μυαλά μας”. Πολλά από τα παιδιά δεν είχαν επαφή ούτε με τις πόλεις της Κρήτης. Σε αυτό το πλαίσιο, σε περιοχές όπως οι δικές μας όπου πρακτικά υπάρχει μόνο το κλασικό καφενείο, όπου τα παιδιά αφήνουν το σχολείο για να πάνε στα ζώα ή τις ελιές, καταλαβαίνει κανείς πόσο μεγάλη σημασία έχει για τους μαθητές να συζητούν με ανθρώπους που είναι πρωτοπόροι στον κλάδο τους και έχουν ανοίξει τα φτερά τους σε όλον τον κόσμο».

To Λύκειο του Φουρφουρά.
Οι συνεδρίες με τους μέντορες είναι κάτι παραπάνω από μερικές συμβουλές επαγγελματικού προσανατολισμού. Είναι ουσιαστικά ένα παράθυρο στην κοινωνία, την αγορά εργασίας και τη ζωή».
Έλενα Βασιλειάδου, οικονομολόγος και καθηγήτρια στο Λύκειο του Φουρφουρά
«Η επικοινωνία τους με τους επιστήμονες βοηθάει όλους τους μαθητές, ακόμη κι αυτούς που έχουν ήδη αρχίσει να εργάζονται στον πρωτογενή τομέα ή τον τουρισμό, για να στηρίξουν τους γονείς τους», λέει η κ. Βασιλειάδου και διευκρινίζει: «Τα παιδιά της βιοπάλης, που ίσως δεν θα σπουδάσουν με τη στενή έννοια του όρου, μπορούν να πάρουν πρακτικές γνώσεις που αργότερα θα εφαρμόσουν στις δραστηριότητές τους. Για παράδειγμα, ένας τυροκόμος ή ένας αγρότης μπορούν να έρθουν σε επαφή με επιστήμονες αυτού του κλάδου και να μάθουν πώς γίνεται η καλλιέργεια βιολογικών προϊόντων ή η τυποποίηση και η συσκευασία του ελαιολάδου, γνώσεις που θα προσφέρουν στον επαγγελματικό τους χώρο. Ακόμη, όποιο κι αν είναι το μέλλον ενός παιδιού, μαθαίνει πώς θα αντιμετωπίσει διαφορετικές καταστάσεις που σίγουρα θα συναντήσει στην αγορά εργασίας, όπως είναι η σύνταξη βιογραφικού ή ο τρόπος παρουσίασης σε συνέντευξη. Όλα αυτά κάνουν τις συνεδρίες με τους μέντορες κάτι παραπάνω από μερικές συμβουλές επαγγελματικού προσανατολισμού. Είναι ουσιαστικά ένα παράθυρο στην κοινωνία, την αγορά εργασίας και τη ζωή».
Σε μία εποχή όπου εκπαιδευτικά συστήματα σε όλον τον κόσμο προσαρμόζονται στις διεθνείς εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς εργασίας, το ελληνικό σχολείο έχει εν πολλοίς παραμείνει αμετάβλητο και μάλλον παρωχημένο, με τις αλλαγές να επικεντρώνονται κυρίως σε βραχύβιες μεταρρυθμίσεις του εξεταστικού συστήματος και το άνοιγμα νέων τμημάτων σχολών, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από πραγματική ανάγκη ύπαρξής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνειδητοποιημένοι δάσκαλοι είναι η μόνη σανίδα σωτηρίας των παιδιών. Μία πρωτοβουλία που στοχεύει στον επαγγελματικό προσανατολισμό των μαθητών σίγουρα δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα του ελληνικού σχολείου. Μπορεί, ωστόσο, να είναι μία καλή αρχή για καλύτερη σύνδεση του σχολείου με την οικονομική πραγματικότητα και, κυρίως, για επιλογή επαγγελμάτων που θα κάνουν τους αυριανούς εργαζομένους πιο ευτυχισμένους στην καθημερινότητά τους.

Θοδωρής Χονδρόγιαννος
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.
