της Μαριάννας Σκυλακάκη
Μιλώντας προχθές στο Open TV, ο Γιάνης Βαρουφάκης εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα ήμασταν σε καλύτερη μοίρα εάν είχαμε επιστρέψει στη δραχμή. Τεκμηρίωσε μάλιστα την άποψη αυτή με τρία επιχειρήματα. Πρώτον, λέει, ο τουρισμός “θα ήταν πάμφθηνος για τους ξένους”. Δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι τα κόκκινα δάνεια θα τα είχαμε κουρέψει όλα, αφού δεν θα ήμασταν πια στο σύστημα τραπεζικής εποπτείας της Ευρωζώνης, ενώ τρίτον, υποστήριξε ότι θα κουρευόταν άμεσα το δημόσιο χρέος γιατί δεν θα το αποπληρώναμε σε ευρώ.
Φυσικά, για να ήμασταν καλύτερα με τη δραχμή, θα έπρεπε η επίδραση των παραπάνω παραγόντων να ήταν τέτοια ώστε να αντιστάθμιζε όλα τα δεινά που θα σήμαινε η μετάβαση σ’ ένα αδύναμο νόμισμα με πληθωριστικές τάσεις, από μια οικονομία με αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, η οποία το 2015 ήταν net εισαγωγέας σε όλες τις κατηγορίες αγαθών. Αδιαμφισβήτητα δεινά, όπως το γεγονός ότι μισθοί και συντάξεις θα πληρώνονταν πια σε δραχμές, αλλά οι τιμές για τη μεγάλη πλειοψηφία των αγαθών που καταναλώνουμε -συμπεριλαμβανομένων και των καυσίμων- θα εκτοξεύονταν, αφού πρόκειται για εισαγόμενα προϊόντα, με την αντίστοιχη ιλιγγιώδη πτώση στο βιοτικό μας επίπεδο. Δεινά όπως το γεγονός ότι για κάθε τρύπα που θα προκύπτει, οι πολιτικοί μας θα έμπαιναν στον πειρασμό να τυπώσουν νέο χρήμα, στέλνοντας τον πληθωρισμό στα ύψη και την αξία της δραχμής ακόμη πιο βαθιά στα τάρταρα.
Για κακή τύχη του κυρίου Βαρουφάκη, όμως, δεν χρειάζεται καν να μπούμε σε μια τέτοια σύγκριση, αφού ακόμη και ο θετικός αντίκτυπος των τριών αυτών “πλεονεκτημάτων” της δραχμής αμφισβητείται.
