Σήμερα ο μήνας έχει δεκαεννιά. Έχουμε δηλαδή 19 Σεπτεμβρίου του 2019, ή αλλιώς 19/9/19, μια μέρα με δύο δεκαεννιάρια, ή ίσως δυόμισι, αν θεωρήσουμε ότι και το 9 είναι ένα εκκολαπτόμενο 19. Με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε μια παράδοση του ιστολογίου.

Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και στο ίδιο πατρόν το 2014 το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά το 2016 επανήλθα στην κανονικότητα κι έτσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεξάρια στις 16/6/16 και το άρθρο για τα δεκαεφτάρια στις 17/7/17. Το περυσινό άρθρο θα έπρεπε να δημοσιευτεί στις 18 Αυγούστου, αλλά λόγω ραστώνης δημοσιεύτηκε στις 18/9/18.
Ο αριθμός 19 είναι πρώτος αριθμός, δηλαδή δεν διαιρείται παρά μόνο με το 1 και με τον εαυτό του. Οι τέσσερις από τους πέντε αριθμούς της δεύτερης δεκάδας είναι πρώτοι (11, 13, 17, 19) κάτι που ξανασυμβαίνει στην πρώτη δεκάδα των τριψήφιων αριθμών (101, 103, 107, 109) και δεν ξέρω αν ξανασυμβαίνει ποτέ. Οι αριθμοί 17 και 19 είναι δίδυμοι πρώτοι διότι απέχουν κατά 2.
Λέμε «δεκαεννέα», σε πιο ανεπίσημο ύφος λέμε «δεκαεννιά». Η λέξη «δεκαεννέα» είναι της ελληνιστικής εποχής, στην κλασική εποχή προτιμούσαν το… ανάποδο «εννεακαίδεκα». Ο τύπος «δεκαεννέα» εμφανίζεται τον 1ο αι. π.Χ. στη γραμματεία, αλλά σε επιγραφές ήδη από τον 4ο αιώνα πΧ όπως βρίσκω στο ΙΛΝΕ. Ο Διόδωρος Σικελιώτης χρησιμοποιεί και τους δύο τύπους, εννεακαίδεκα και δεκαεννέα.
Στα λατινικά της κλασικής εποχής το 19 συνήθως δηλώνεται με την αφαιρετική μορφή, undeviginti (δηλ. ένα από είκοσι, γι’ αυτό τα κατάργησε ο Γαβρόγλου) ενώ οι τύποι novendecim/novemdecim είναι μεταγενέστεροι. Το λέγανε και περιφραστικά, decem novem, απ’ όπου το dix-neuf των γαλλικών και τα ανάλογα των άλλων ρωμανικών γλωσσών. Στις σαξονικές γλώσσες έχουμε πρώτα τις μονάδες: π.χ. nineteen, neunzehn. Στις σλαβικές γλώσσες οι δεκάδες είναι πρώτες, όπως και στα τούρκικα (ondokuz, όπου on το δέκα και dokuz το εννιά).
Εκτός από τον τύπο «δεκαεννιά», το ΙΛΝΕ καταγράφει και ιδιωματικούς τύπους χωρίς χασμωδία: δεκαννέα, δεκεννέα, δεκαννιά στην Κρήτη.
Στο ελληνικό αριθμητικό σύστημα το 19 είναι ιθ’, ενώ στο ρωμαϊκό είναι XIX. Τους αριθμούς αυτούς τους χρησιμοποιούμε πλέον κυρίως για αιώνες και για εστεμμένους αν και το να υπάρξει δέκατος ένατος εστεμμένος με το ίδιο όνομα δεν είναι εύκολο. Οι Λουδοβίκοι της Γαλλίας μέχρι τα 18 φτάσανε κι εκεί σταμάτησαν (ούτε μέχρι το 20 δεν μάθανε να μετράνε, έλεγε ο Ζακ Πρεβέρ). Υπάρχει όμως πάπας Ιωάννης ΙΘ’ (1024-1032), αλλά και Πατριάρχης-Πάπας Αλεξανδρείας της Κοπτικής εκκλησίας, τον 20ό αιώνα αυτός.
Το 19 είναι ο ατομικός αριθμός του Καλίου. Το Γκο παίζεται σε επιφάνεια με 19 επί 19 θέσεις. Να θυμηθούμε και το MiG-19, το υπερηχητικό σοβιετικό αεροσκάφος. Για τους ανθρώπους της γενιάς μου, ο 19ος αιώνας ήταν «ο προηγούμενος αιώνας» και τώρα μας ξενίζει να χρησιμοποιούμε την έκφραση για τον εικοστό, παρόλο που σιγά σιγά το συνηθίζουμε. Κατά τον Χόμπσμπαουμ, ο 19ος αιώνας διάρκεσε από το 1789 ως το 1914. Όπως προφέρουν τις χρονολογίες στα αγγλικά, το 19 ακουγόταν συνέχεια παλιότερα, διότι για να πεις π.χ. 1984 λες «19-84».
Στον στρατό, θυμάμαι, λέγαμε ειρωνικά «δεκαεννέα» τον δεκανέα. Άλλη σχέση του αριθμού 19 με την αργκό δεν ξέρω.
Στη βαθμολογία με άριστα το 20, όπως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το 19 είναι το «σχεδόν άριστα». Το λέμε «δεκαεννιάρι». Κάποτε ήταν δυσπρόσιτο έπαθλο. «Το είκοσι είναι για τον Θεό, το 19 για τον καθηγητή, για τους μαθητές το άριστα είναι 18» έλεγε ένας μαθηματικός στη δεκαετία του 1970. Με τον πληθωρισμό που επικρατεί εδώ και μερικές δεκαετίες στα γυμνάσια και τα λύκεια, πολλοί μαθητές ενοχλούνται από τα δεκαεννιάρια που τους χαλάνε το απόλυτο 20.
Στο ΙΛΝΕ βρίσκω ότι δεκαεννιάρι ή δεκαννιάρι ήταν νόμισμα επί τουρκοκρατίας που άξιζε 19 ή 20 γρόσια. Καταγράφεται και η έκφραση «τα κάνω δεκαννιάρια», π.χ. τα πρόβατα τα πούλησα / τα’κανα δεκαννιάρια / και της Λενιώς μου τα’στειλα / της αγαπητικιάς μου. Και «τα κόβω δεκαννιάρια» με τη σημασία «λέω πολλά και ανακατεμένα».
Δεκαεννιάρι όμως δεν είναι μόνο ο βαθμός, είναι και το αγόρι ή το κορίτσι των 19 χρονών, στην καλύτερη ηλικία, φοιτητική τώρα για τα περισσότερα παιδιά, ακόμα ανέμελη αλλά με όλους τους δρόμους ανοιχτούς.
Αγόρι μου, λαχτάρα μου, φεγγάρι μου|
κορμάκι δροσερό, δεκαεννιάρι μου
είχε τραγουδήσει η Μοσχολιού (μουσική του Ζαμπέτα σε στίχους Λεων. Τζεφρώνη):
Κι έτσι περάσαμε στις τέχνες. Στη λογοτεχνία, θυμάμαι το σοβιετικό Αιώνια δεκαεννιά χρονών, θαρρώ με θέμα τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Στη Μαρία Νεφέλη, ο Ελύτης έχει μια «ωραία σερβιτόρισσα» που
Της είχανε υπογράψει δεκαεννέα εραστές τα στήθη της
μαζί με τον τόπο της καταγωγής τους
μια μικρή τρυφερή γεωγραφία.
ΠΗΓΗ: sarantakos.wordptress.com
