Έλληνες ποιητές γράφουν για τις εκκλησιές μας!!
Tην εκκλησίαν αγαπώ – τα εξαπτέρυγά της,
τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.
τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.
Εκεί σαν μπω, μες σ’ εκκλησία των Γραικών·
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
μες τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό –
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό –
ο νους μου πηαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
μες τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό –
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό –
ο νους μου πηαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.
Κ.Π. Καβάφης
Τ’ άσπρο ξωκλήσι
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1973). Έχει θέμα του ένα από τα φωτεινά άσπρα ξωκλήσια που, διασπαρμένα σε όλη την ελληνική ύπαιθρο, δίνουν μια λιτή, οργανικά ενταγμένη στο φυσικό περιβάλλον, εικόνα της ανθρώπινης θρησκευτικότητας και του λαϊκού πανηγυριού.
T άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά, κατάγναντα στον ήλιο,
πυροβολεί με το παλιό, στενό παράθυρό του,
πυροβολεί με το παλιό, στενό παράθυρό του,
Και την καμπάνα του αψηλά, στον πλάτανο δεμένη,
τηνε κουρντίζει ολονυχτίς για του Αϊ-Λαού τη σκόλη.
τηνε κουρντίζει ολονυχτίς για του Αϊ-Λαού τη σκόλη.
Γ. Ρίτσος
ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΣΑΛΗ
Αρσαλή: Σημαίνει Αγία Ιερουσαλήμ, είναι εξωκλήσι στο Λιδορίκι χτισμένο μέσα σε σπηλιά, όπου λέγεται ότι στην εποχή της διαμάχης ανάμεσα στους εικονολάτρες και εικονομάχους βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας. Το εκκλησάκι γιορτάζει την Παρασκευή Του Πάσχα, της Ζωοδόχου Πηγής.
Στο ταπεινό της Αρσαλής το εκκλησάκι ,
πουν’ ριζωμένο στην αητοφωλιά τη Γκιώνας
πηγαίνω πάντα , για ν’ ανάψω κεράκι
σαν θα φθινοπωριάσει , κι’ έρθει ο χειμώνας.
*
Απ’ έξω , η παλιά καμπάνα κρεμασμένη ,
στης γέρικης βελανιδιάς , το ροζιασμένο μπράτσο
πρόχειρα , λες , μ’ ένα παλιό σκοινί δεμένη ,
τον κάμπο αγναντεύει , από ψηλά σαν κάστρο .
τον κάμπο αγναντεύει , από ψηλά σαν κάστρο .
*
Μοσχοβολάει ολόγυρα το χώμα το βρεγμένο ,
κι αυτή η άγρια ομορφιά , με συνεπαίρνει ,
καθώς το χώμα της σπηλιάς το νοτισμένο
όλα της γης τ’ αρώματα μου φέρνει ..
*
Μόνος στο μισοσκόταδο, μ’ ένα κερί αναμμένο ,
μονάχη συντροφιά μου πάντα , στο σκοτάδι ,
και κάπου στη γωνιά , το λαδοκάντηλο σβησμένο ,
θα ‘χει σωθεί , ως φαίνεται από καιρό το λάδι .
*
Χρυσούς πολυελαίους και’ άμφια χρυσά δεν έχει
ούτ’ Άγια Τράπεζα , μονάχα ένα τραπέζι μ’ ένα τάσι
κι’ εκεί στο μισοσκόταδο , καθώς τριγύρω βρέχει ,
νοιώθεις πως όπου να’ναι, θα’ μπει κι’ ο Χριστός να ξαποστάσει .
Κ Καψάλης
