Η Ελλάδα φλέγεται: Από την είσοδο των Γερμανοβουλγάρων στη ματωμένη Αθήνα των Δεκεμβριανών
Ένα νέο βιβλίο διηγείται την ιστορία της χώρας από τη βαριά βουλγαρική κατοχή και τη Θεσσαλονίκη της Κατοχής, του Τσιτσάνη και των καζίνων έως στη ματωμένη Αθήνα των Δεκεμβριανών. Προδημοσιεύουμε ένα μεγάλο κομμάτι του που συμπεριλαμβάνει τη μοναδική μαρτυρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Χρόνος ανάγνωσης:
22
‘

Έλληνες στρατιώτς σε κάποια βουνοπλαγιά της Αλβανίας.
Πέμπτη 01 Δεκεμβρίου 2016
18 Δεκεμβρίου 1940. Μπέργκχοφ. Πάνω σ’ έναν τεράστιο χάρτη της Ευρώπης, ο Αδόλφος Χίτλερ σημαδεύει με το δάχτυλό του τα Βαλκάνια και στη συνέχεια τη Σοβιετική Ένωση. Στις 9 Απριλίου, και ύστερα από τη σκληρή και άνιση μάχη των οχυρών, τα γερμανικά πάντσερ κατηφορίζουν στη Μακεδονία και τη Θράκη και από εκεί στην υπόλοιπη Ελλάδα κομματιάζοντας την ελληνική άνοιξη. Πίσω τους για ακόμα μια φορά θα ξεχυθεί ο βουλγαρικός ζόφος με τη μορφή ενός ανεκδιήγητου συρφετού από στρατιώτες διψασμένους για εκδίκηση. Για τους Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης άνοιγαν οι πύλες μιας επίγειας κόλασης.
afoi_papadantonaki_i_nd_pleyra_tis_omonoias_c._1940_neoelliniki_istoriki_syllogi_konstantinoy_tripoy_c_moyseio_mpenaki.jpg
Αφοί Παπαδαντωνάκη, Η ΝΔ πλευρά της Ομονοίας, c. 1940, Νεοελληνική Ιστορική Συλλογή Κωνσταντίνου Τρίπου. [Μουσείο Μπενάκη]
Το βιβλίο-ντοκουμέντο «Η Ελλάδα φλέγεται: Από την είσοδο των Γερμανοβουλγάρων στη ματωμένη Αθήνα των Δεκεμβριανών» του Βασίλη Ι. Τζανακάρη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί στις 5 Δεκεμβρίου. Μιλά για τη βαριά βουλγαρική κατοχή· για την προσπάθεια αφελληνισμού των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης (τα πρώτα λίκνα της Εθνικής μας Αντίστασης)· για τα γεγονότα της Δράμας και το πογκρόμ φρίκης που ακολούθησε· για το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων και τη Θεσσαλονίκη της Κατοχής, του Τσιτσάνη, των καζίνων, των δωσίλογων και των παρακρατικών, μέχρι τις μέρες της απελευθέρωσης του ΕΑΜ και της λαοκρατίας. Ένα βιβλίο μνήμης για εκείνους που έπεσαν στα κράσπεδα ενός ονείρου για μια Ελλάδα της ελευθερίας, της αναγέννησης, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο συγγραφέας, μέσα από ανέκδοτα ημερολόγια, επιστολές, αφηγήσεις και συνεντεύξεις, συνθέτει με τον γλαφυρό τρόπο γραφής του την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, την καθημερινότητα των ανθρώπων και τις συνθήκες επιβίωσής τους. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται αφηγήσεις των Γιώργου Ιωάννου, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Θεολόγη Παρλαμπά, Φίλιππου Φυλακτού, Ευαγγελίας Φωτογράφου-Φυλακτού και πολλές φωτογραφίες και σπάνια τεκμήρια ιστορίας.
1940, παραμονές Χριστουγέννων στην Αθήνα
«Τότε ήταν που γέμισε η Ελλάδα
σπασμένα αγάλματα και ξύλινα ποδάρια!
Ρίτα Μπούμη-Παπά, Αθήνα – Δεκέμβρης 1944»
Πολλοί Βερολινέζοι που είχαν βιαστεί να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής για τα σπίτια τους, αγνοώντας τις μεγάλες αποφάσεις ζωής και θανάτου που είχε λάβει για λογαριασμό τους στο Μπέργκχοφ ο Φύρερ, όταν έφταναν στις πλατείες Παρίζερ και Ποτοντάμερ ή στις συνοικίες Νόικλεν, Κρόιτσμπεργκ και Σαρλότενμπουργκ στο κέντρο του Βερολίνου, άλλαζαν γνώμη και έσπευδαν σε κάποια από τις αμέτρητες μπιραρίες. Ήθελαν να απολαύσουν για λίγο ακόμη ένα τελευταίο σναπς ή μια μπίρα, έστω κι από αυτές που μόλις θύμιζαν τις προπολεμικές, καθώς είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές οι ελλείψεις σε πρώτες ύλες για τέτοιου είδους ποτά.
Ιδέα δεν είχαν επίσης για τα μεγάλα σχέδια του Φύρερ και εκείνοι που κατοικούσαν μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, εκεί όπου τελείωναν τα Βαλκάνια και άρχιζε η Μεσόγειος θάλασσα, στην ήδη «πολεμική» Αθήνα, που οι κάτοικοί της συνέχιζαν να είναι μεθυσμένοι από το «αθάνατο κρασί του ’21» που τους είχαν προσφέρει οι πρώτες νίκες στα βουνά της Αλβανίας. Από τις αρχές μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 1940, είχαν ήδη γίνει γνωστές οι νέες επιτυχίες του ελληνικού στρατού στο Μέτωπο της Κορυτσάς και στην περιοχή της Κλεισούρας, ο βομβαρδισμός του λιμανιού του Δυρραχίου από τη βασιλική βρετανική αεροπορία, ενώ τις τελευταίες μέρες περισσότεροι από 10.000 Κύπριοι δήλωναν εθελοντές για το μέτωπο. Περισσότερες από πενήντα μέρες συνεχιζόταν ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στα κρύα κι αφιλόξενα βουνά της Αλβανίας, με τους Έλληνες όχι μόνο να αντιστέκονται και να νικούν αλλά και να προελαύνουν, κατανικώντας από τη μια τις υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις και από την άλλη τις χιονοθύελλες που μαίνονταν σε κορυφές και καταράχια, όπου το χιόνι έφτανε το ένα μέτρο και τα κρυοπαγήματα θέριζαν ολοένα τα άλκιμα μέλη των φαντάρων.
Αυτό το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου, και παρά την εμπόλεμη κατάσταση, αρκετοί Αθηναίοι βρίσκονταν στους δρόμους, είτε γιατί είχαν καθυστερήσει σε κάποιο κέντρο διασκέδασης που πληρούσε τους «όρους φωτισμού» και λειτουργούσε με ειδική άδεια, είτε γιατί επέστρεφαν από κάποια κινηματογραφική αίθουσα, όπου είχαν πάει για να ζεσταθούν ή για να απολαύσουν την τελευταία προβολή της ταινίας. Αν και περισσότερο ενδιαφέρον έδειχναν για τα πολεμικά επίκαιρα, που παρουσίαζαν τις θριαμβευτικές νίκες του στρατού αλλά και τα διεθνή πολεμικά γεγονότα. Και αυτά ήταν που διαφήμιζαν οι εφημερίδες ανάμεσα σε προτάσεις για εύκολους τρόπους «εκμαθήσεως της αγγλικής γλώσσης»:
Το Σινεάκ προβάλλει ένα από τα εξαίρετα προγράμματά του:
ΚΑΚΟΥΡΓΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΦΥΓΕΤΕ και ταυτοχρόνως πολεμικά και άλλα εκλεκτά επίκαιρα:
Στενή συνεργασία Μεγάλης Βρεττανίας και Αμερικής
Τα 50 αντιτορπιλλικά που παρεχωρήθησαν εις την Αγγλίαν
Αι νέαι ναυτικαί βάσεις των Ην. Πολιτειών από της Νέας Γης μέχρι της Βρετανικής Γουιάνας
Αι τελευταίου τύπου αμερικανικαί τορπιλλάκατοι
Νεοζηλανδοί εις το Λονδίνον
Δοξολογία εις την Μητρόπολιν επί τη απελευθερώσει του Αργυροκάστρου
Αι κυρίαι του Ελληνοτουρκικού συνδέσμου πλέκουν διά τους ηρωικούς στρατιώτας μας
Στο ίδιο πολεμικό πνεύμα ήταν και οι θεατρικές παραστάσεις. Το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου παιζόταν, στο θέατρο «Αλάμπρα» Το τσαρούχι, στο «Αλίκη» Μπράβο κολονέλλο, στου Ανδρεάδη «Κεντρικόν» Μετά την νίκην, στου Αργυρόπουλου Ζαχαρίας ο πατριώτης, στο «Βασιλικόν» (αίθουσα Παλλάς) Νυχτερίδα, στο «Βρετάνια» Μολών λαβέ, στο «Ολύμπια» Αέρα παιδιά και στο Κοτοπούλη Πολεμικά Παναθήναια 1940, που θα συνέχιζαν για τετάρτη εβδομάδα με δύο παραστάσεις.
Πλούσια και η εκδοτική παραγωγή των ημερών. Το πρωί της Τετάρτης 18 Δεκεμβρίου, είχε κυκλοφορήσει «η μεγάλη γαλλική εβδομαδιαία πολεμική εικονογραφημένη έκδοσις IMAGES», η οποία στο «εξωτερικό» σημείωνε «μεγάλην κυκλοφοριακήν επιτυχίαν». Επρόκειτο βέβαια για την έκδοση της Αιγύπτου που κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη στην τιμή των 10 δραχμών από τα κεντρικά κιόσκια και βιβλιοπωλεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, με πολλά και ενδιαφέροντα θέματα από την εξέλιξη του πολέμου στα διάφορα μέτωπα. Στα ίδια στέκια πωλούνταν άλλες δύο περιοδικές εκδόσεις που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, η μία ήταν το αμερικάνικο περιοδικό Colliers Weekly (τα δύο τελευταία τεύχη 16 και 17 είχαν φτάσει με καθυστέρηση) και η άλλη το νέο μεγάλο σε μέγεθος αγγλικό πολεμικό εικονογραφημένο Parade (TheMiddle East Weekly). Για την ίδια μέρα από τις εκδόσεις Πυρσός αναγγελλόταν και η κυκλοφορία του βιβλίου της Τατιάνας Σταύρου Μυστικές πηγές με σχέδια του ζωγράφου Ορέστη Κανέλλη.
Παρά τις δυσκολίες και τις σκληρές μέρες που περνούσε η Ελλάδα, η αγορά στην Αθήνα ήταν χριστουγεννιάτικη και στην Αιόλου είχαν κιόλας κάνει την εμφάνισή τους οι πρώτοι πάγκοι των μικροπωλητών, που αυτή τη φορά πουλούσαν χειροποίητα τσολιαδάκια και τσαρούχια, που τα διαφήμιζαν σαν το «φόβητρο του Μουσολίνι», αλλά και φυλακτά για τα παλικάρια στο Μέτωπο.
Παράξενα ήταν τα όσα διαφημίζονταν, τα όσα γίνονταν γνωστά και τα όσα πωλούνταν όλες αυτές τις μέρες στην αγορά της Αθήνας. Παράξενα και πρωτότυπα. Από «σαμαροσκούτια» παλτών φτιαγμένα στον αργαλειό προς 65-75 δραχμές το καθένα μέχρι υπνόσακους, απαραίτητο εφόδιο «για τον μαχόμενον σύζυγον, υιόν, αδελφόν, μνηστήρα». Για να πάρουν σειρά τα διαφόρου μεγέθους κουτιά «διά το μέτωπον», κατάλληλα για δέματα και κονιάκ, φυλλάδια με «επίκαιρα κάλαντα του Μουσολίνι» γραμμένα από κάποιον Γ. Πρωτοπαπά, οι «μάλλινες χονδρές κάλτσες» για τους στρατιώτες αλλά και οι μεταξωτές της φίρμας «Βίκα», απαραίτητο συμπλήρωμα της γυναικείας κομψότητας.
Ταυτόχρονα, ανάμεσα σε νέες «δηλώσεις αποκηρύξεως» της ιταλικής υπηκοότητας που κατέθεταν στο υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας οι Έλληνες που έτυχε να τις έχουν, γινόταν γνωστό ότι από την επομένη (19 Δεκεμβρίου) και στο εξής:
- Θα επαναλαμβανόταν «τακτικώς η λειτουργία του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (πρόεδρος Λάζαρος Κριεζής).
- Στις 19 Δεκεμβρίου 1940 θα κυκλοφορούσε η οκτασέλιδη Εξόρμησις («Εβδομαδιαίον όργανον επικοινωνίας της ΕΟΝ με τους υπερασπιστάς της μαχομένης Πατρίδος μας»).
- Θα ξανάνοιγε, «τελείως ανακαινισθέν», το γνωστό παλιό ζυθεστιατόριο «Γαλλία» στην οδό Σταδίου 57.
- Την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου θα κυκλοφορούσε άλλη μια εφημερίδα με τίτλο Δωδεκανησιακή, όργανο της δωδεκανησιακής νεολαίας.
- Θα κυκλοφορούσε το βιβλίο του γιατρού Ι. Κοντοδίνα με τίτλο Το βιβλίον της αδελφής, που αναφερόταν στις μετατραυματικές συνέπειες, «των οποίων η θεραπεία ήταν μέσα στα καθήκοντα των αδελφών νοσοκόμων», και το οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να βρουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
- Όλοι οι κάτοχοι «αλύσεων» πάχους 8-10 χιλιοστών ήταν υποχρεωμένοι να τις δηλώσουν στον Α΄ όρχο αυτοκινήτων ή την πλησιέστερη στρατιωτική αρχή, με τη διευκρίνιση ότι η παραλαβή τους θα γίνεται «επί αμέσω πληρωμή».
- Βρισκόταν σε εξέλιξη η δεύτερη αποστολή στο νησί της Τήνου «των επάργυρων φυλακτών» που χάριζε η ΕΟΝ στους στρατιώτες, ώστε πρώτα να «ευλογηθούν εις την εκκλησίαν της Μεγαλόχαρης και έπειτα να σταλούν εις το μέτωπον».
Και ενώ οι αιώνιοι σινεφίλ περίμεναν με αγωνία και ενδιαφέρον τις ταινίες Ο δρόμος των ηρώων («Ορφεύς» και «Τιτάνια») με τους Έρολ Φλυν και Μίριαμ Χόπκινς, ταινία «αφιχθείσα αεροπορικώς εξ Αμερικής μέσω Ινδιών», και το Όνειρον του Ινδού με τους Τάυρον Πάουερ, Μύρνα Λόου και Ζωρζ Μπρεν, στο Ελεύθερον Βήμα, στις 16 Δεκεμβρίου, δημοσιεύονταν δύο ακόμα από τα τόσα του είδους τηλεγραφήματα, που προκαλούσαν άλλα τη λύπη και το ενδιαφέρον των αναγνωστών και άλλα, όπως εκείνα του καθεστώτος, την οργή κι άλλοτε τη θυμηδία. Το πρώτο απευθυνόταν στον πρόε-δρο της κυβέρνησης Ιωάννη Μεταξά και αναφερόταν στον νεκρό ελληνοεβραίο αξιω-ματικό Μαρδοχαίο Φριζή που είχε σκοτωθεί στις 5 Δεκεμβρίου κοντά στην Πρεμετή:
Σεβαστέ Κύριε Πρόεδρε,
Επληροφορήθην σήμερον τον επί του πεδίου της τιμής θάνατον του λατρευτού μου συζύγου Μαρδοχαίου Φριζή, συνταγματάρχου του πεζικού. Ο πόνος μου είναι άφατος διότι υπήρξε σύζυγος αφοσιωμένος και διότι τα τρία ανήλικα παιδιά μας έχασαν τον πατέρα των. Η μεγάλη μας θλίψη ευρίσκει την μόνη μας παρηγοριάν ότι ο σύζυγός μου έπεσε μαχόμενος επί του πεδίου της τιμής, διά την υπεράσπισιν και ένδοξον νίκην της μεγάλης μας πατρίδος και υπέρ της ελευθερίας και πολιτισμού όλου του κόσμου. Η θυσία του συζύγου μου ενωμένη με τας τόσας άλλας εκλεκτών τέκνων της Ελλάδος μας, αι οποίαι γίνονται διά τον ιερόν μας αγώνα, ον διεξάγομεν υπό την μεγαλουργόν ηγεσίαν του ενδόξου Βασιλέως μας και Υμών, μεγάλε μας Αρχηγέ, διά να ζήση και μεγαλουργήση το αιώνιον όνομα της Ελλάδος μας, δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι θα γίνη η ιερή φλόγα η οποία θα φωτίση όλον τον κόσμον και θα τον οδηγήση εις νέους λαμπρούς ορίζοντας πολιτισμού και ελευθερίας. Εις τον νέον τούτον κόσμον θα μεσουρανή αιωνίως με την λάμψιν του και θα τον οδηγή ο αστήρ της εκλάμπρου Ελλάδος μας.
Μετά βαθυτάτου σεβασμού
Η χήρα Βικτωρία Μαρδοχαίου Φριζή
Και η συνέχεια με την τουλάχιστον αστεία απάντηση από μέρους του έλληνα δικτάτορα:
Αγαπητή μου Κυρία Φριζή,
Εγνώριζον τον θάνατον επί του πεδίου της τιμής του συζύγου σας προτού τον μάθετε εσείς, και δεν ήξευρα πώς να σας ειδοποιήσω. Τώρα με το γράμμα σας βλέπω ότι όχι μόνον αυτός ήτο ήρως αλλά και η γυναίκα του αξία του. Και εσείς και τα παιδιά σας καθώς και όλαι αι οικογένειαι αι οποίαι έχασαν τους προστάτας των, γίνονται πλέον οικογένειαι αυτού τούτου του κράτους μας. Και να είσθε βεβαία ότι η προστασία δεν θα λείψη ποτέ ούτε από εσάς ούτε από τα παιδιά σας. Χάριν τιμής διέταξα την Περιφερειακήν Διοίκησιν Νεολαίας Χαλκίδος. Και χάριν τιμής να τα ενδύση με την στολήν της Νεολαίας. Ελπίζω ότι δεν θα έχετε αντίρρησιν, εκτός εάν πρόκειται να εγκατασταθήτε όχι εις Χαλκίδαν αλλά εις άλλο μέρος οπότε θα φροντίσω διά την Νεολαίαν του μέρους εκείνου. Τα παιδιά του συνταγματάρχου Φριζή θα είναι λατρεμένα από την νεολαίαν μας.
Μετ’ αισθημάτων τιμής και αγάπης
Ι. Μεταξάς
Είναι σχεδόν καθημερινή η υποχρεωτική δημοσίευση «γενναιοφρόνων» επιστολών που στελνόταν προς την κυβέρνηση και προσωπικά στον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά προκειμένου να τονωθεί το «ηθικό των μετόπισθεν». Με κυρίαρχες τις επιστολές των γονιών που πενθούσαν για τα σκοτωμένα παιδιά τους, που η λογοκρισία και το υπουργείο προπαγάνδας του καθεστώτος συμπλήρωνε πάντα με μια δήθεν ανάλογη απάντηση του Ιωάννη Μεταξά:
Αξιότιμον Πρόεδρον Κυβερνήσεως κ. Ιωάννην Μεταξάν, Αθήνας
Υπερήφανος διά αφάνταστον σθεναρότηταν Κράτους και με ευχάς μου διά μεγάλην μας νίκην προέπεμψα και τους τέσσαρας υιούς μου εις το πεδίον της τιμής. Χθες δε μας εγένετο γνωστός ο θάνατος του νεωτέρου τούτων ανθυπολοχαγού πεζικού Χαρλαύτη Κώστα ετών 26 γενναίως πεσόντος ενδόξους μάχας στρατού μας εναντίον μυσαρού και βαρβάρου εχθρού. Κλίνοντες γόνυ προ μεγάλων μαχητών μας αναφωνώ Ζήτω το μεγάλον και αθάνατον Έθνος.
Χαρλαύτης Αλέξανδρος, Γκούρα Κορινθίας
Και η απάντηση του Μεταξά:
Σε συγχαίρω, γενναίε πατέρα, δια τα ανδρεία παιδιά σου και δια το ηρωικό σου παιδί που έδωκε την ζωήν του διά την Πατρίδα και δια να υπερασπίση την τιμήν της και την ελευθερίαν της. Έτσι γίνεται η Ελλάς μεγάλη και τρισένδοξος.
Ιωάννης Μεταξάς, Πρόεδρος Κυβερνήσεως
Χαρακτηριστικό του κλίματος όλων αυτών των ημερών που ζούσε η Ελλάδα ήταν και ο τόνος αλλά και το περιεχόμενο της ημερήσιας διαταγής της 18ης Δεκεμβρίου 1940 του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου:
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται του ιταλικού μετώπου.
Εις την πρώτην ημερησίαν μου διαταγήν, την οποίαν εξέδωκα όταν ο εχθρός μάς ήρχισεν τον πόλεμον, σας εκάλεσα να πολεμήσετε με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότηταν. Το επράξατε καθ’ όλην την γραμμήν και όλη η Ελλάς είναι υπερήφανος και ευγνώμων δι’ αυτό. Ολόκληρος ο κόσμος παρακολουθεί με θαυμασμόν τας νίκας σας. Ούτε αι θυσίαι, ούτε αι στερήσεις και οι κόποι, ούτε ο χειμών σάς ημπόδισαν να αποκρούσητε τον επιδρομέα, να τον ανατρέψητε από ισχυράς διαδοχικάς τοποθεσίας και να τον καταδιώκετε έκτοτε συνεχώς χωρίς καμμίαν ανάπαυλαν. Τα πλήγματά σας τον έφερον εις πολύν δύσκολον θέσιν. Μέγα μέρος των δυνάμεών του ευρίσκεται σχεδόν εν διαλύσει και χωρίς ηθικόν.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται του ιταλικού μετώπου.
Ο εχθρός μας κλονίζεται! Κλονίζεται εις το μέτωπον απέναντί σας και εις την Αφρικήν απέναντι των Άγγλων, κλονίζεται εις το εσωτερικόν του.
Ο χειμών θα επιταχύνη την διάλυσίν του.
Επιμείνατε διά να τον συντρίψωμεν τελείως και οριστικώς και να τον ρίψωμεν εις την θάλασσαν. Η νίκη θα είναι δική μας και θα είναι η ωραιοτέρα νίκη της ιστορίας μας!
Εμπρός! Η νίκη αυτή θα οφείλεται εις σας.
Τ.Τ. 197, 18 Δεκεμβρίου 1940
Ο Αρχιστράτηγος Α. Παπάγος
Την ίδια μέρα το υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας έκανε γνωστό ότι λόγω της εμπόλεμης κατάστασης δεν ήταν «επιτετραμένον να διοργανούνται εις τα μετόπισθεν δια-σκεδάσεις και χορευτικαί συγκεντρώσεις εις δημόσια κέντρα δι’ οιονδήποτε λόγον έστω και φιλανθρωπικόν», γι’ αυτό και έσπευδε να τις απαγορεύσει. Ταυτόχρονα και ενόψει των γιορτών, η κυβέρνηση Μεταξά εκτός από τους χορούς έσπευδε να απαγορεύσει και κάθε άλλη δημόσια εκδήλωση, ακόμη και χορευτικά τσάγια, ενώ από τη διεύθυνση της λογοκρισίας γινόταν γνωστό ότι όσοι ήθελαν να αλληλογραφήσουν με στρατιώτες του μετώπου θα έπρεπε να προτιμήσουν «κατά το δυνατόν τα ταχυδρομικά δελτάρια» και να «ώσιν βραχύλογοι εις τας επιστολάς» ώστε να «επιτυγχάνεται η ταχεία λογοκρισία και η αποστολή εις τους προορισμούς των».
Ο χειμώνας του ’40 ήταν ιδιαίτερα δριμύς. Η Ελλάδα πάγωνε και μαζί της πάγωναν και οι άνθρωποί της. Στην Αθήνα η ανώτατη τιμή πώλησης καυσόξυλων είχε οριστεί, με αγορανομική διαταγή, της μεν «πεύκης κεκομμένα εις μικρά τεμάχια χονδρικώς παρά των εμπόρων καυσίμων υλών (πριονοκορδελλάδων) κατ’ οκάν δραχμάς 1,73», ενώ απλών καυσόξυλων «λιανικώς κατ’ οκάν εις δραχμάς 2».
Με το επιβαλλόμενο σκοτάδι στους δρόμους της πρωτεύουσας από την αρχή του πολέμου τα προβλήματα εκείνων που, για διάφορους λόγους, ήταν αναγκασμένοι να κυκλοφορούν τις νυχτερινές ώρες θα γίνονταν ολοένα και περισσότερα. Ήταν που ήταν ό,τι χειρότερο οι δρόμοι, χωματόδρομοι οι περισσότεροι, τώρα ανακοινωνόταν πως μόνο από τα πεζοδρόμια μπορούσε να κινηθεί κανείς. Αλλά πού να τα βρεις τα πεζοδρόμια στην Αθήνα του ’40; Ελάχιστα υπήρχαν, και αυτά κυρίως στο κέντρο. Αθήνα όμως δεν ήταν μόνο το κέντρο ούτε «τα στενά» του «Γιαννάκη» ή του «Ζόναρ’ς». Γι’ αυτό και το περπάτημα τη νύχτα αρχίζει να έχει και τους… ανάλογους κινδύνους. Τους επισημαίνει σε σχόλιό του το Ελεύθερον Βήμαγράφοντας ότι «δημιουργείται υποχρέωσις δι’ ορισμένους ιδιοκτήτας οικιών, όπως περιφράξουν ή διασφαλίσουν διά κιγκλιδωμάτων τας εισόδους των υπογείων των, αι οποίαι ευρίσκονται επί των πεζοδρομίων, καθόσον οι πεζοί προχωρούντες επί των πεζοδρομίων εν τω σκότει δεν είναι εις θέσιν να διακρίνουν τα ανοίγματα των εισόδων των υπογείων και διατρέχουν τον κίνδυνον να τσακισθούν».
Και κοντά σε όλα τα μικρά και τα μεγάλα, τα σπουδαία και τα ήσσονος σημασίας, τις ραδιοφωνικές ομιλίες του πολύ Λούβαρη, τα «σύντομα τηλεγραφήματα» που ανέφεραν ότι το δημόσιο χρέος «πρόκειται να αυξηθεί από 49 σε 65 εκατομμύρια δολάρια», δέσποζε μια πρωτοσέλιδη είδηση για την επιτυχία των ελλήνων στρατιωτών που, πολεμώντας παλικαρίσια, είχαν κιόλας μπει νικητές και τροπαιούχοι στη Χιμάρα…
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τη Θεσσαλονίκη της Κατοχής και της απελευθέρωσης
Τα κατηχητικά με βοήθησαν να ζήσω, έστω και μέσα από το τζάμι, τα πολιτικά και πατριωτικά γεγονότα της Κατοχής. Θυμούμαι διάφορες διαδηλώσεις που γίνονταν από φοιτητές και στις οποίες δεν παίρναμε μέρος επισήμως, ανεπίσημα όμως πήγαιναν πάρα πολλοί του κατηχητικού και μας έλεγαν μετά τις εντυπώσεις τους. Θυμούμαι μετά όταν έφυγαν οι Γερμανοί και ήρθε το ΕΑΜ, και λίγο μετά το ΕΑΜ, τα κατηχητικά ανέλαβαν να περιθάλψουν τους δωσίλογους που ήταν θύματα του ΚΚΕ. Και θυμούμαι κάτι ομήρους που τους είχαν πάρει οι κομμουνιστές μέχρι την Καρατζόβα κι εκεί τους άφησαν, όσους δεν τους σκότωσαν. Τώρα, τι ήταν αυτοί δεν ξέρω –συνεργάτες των Γερμανών ήταν; κάτι ήταν, εν πάση περιπτώσει μια ανθρώπινη μάζα ήταν, καμιά διακοσαριά άτομα– τους περιέθαλψαν τα κατηχητικά και μεταξύ αυτωνών που πηγαίναμε και βοηθούσαμε, να χύσουμε το τσουκάλι, να ταΐσουμε αυτά τα ανθρώπινα ράκη, ήμουνα κι εγώ. Χωρίς καν να ξέρω καλά καλά ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, ποιο ήταν το φταίξιμό τους, αλλά ένιωθες τον ανθρώπινο πόνο από πολύ κοντά, και αυτό το έζησα έντονα. Δηλαδή το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει κουρέλι ή μπορεί να γίνει ζώο, να υποφέρει πάρα πολύ, οπότε δεν ρωτάς αν είναι δικαίως ή αδίκως, καταλαβαίνεις ότι οι άνθρωποι αυτοί πονούσαν πολύ…
Αυτά είναι ολόκληρη ιστορία… Όταν ήρθε η γερμανική κατοχή και έπεσε η μεγάλη πείνα, εμείς ήμασταν από τα πρώτα θύματα. Λοιπόν, θυμούμαι ότι τον Μάρτιο του 1942 ήδη έπεσα στον δρόμο να πεθάνω και είναι θαύμα πώς γλίτωσα. Έπεσα μέσα στα χιόνια, είχα κοκαλιάσει, μερικοί με τραβούσαν κι εγώ έλεγα «αφήστε με να πεθάνω». Είχα κι ένα δεύτερο κρούσμα, κινδύνεψα να πεθάνω από την πείνα και το ’43. Η κατάσταση ήταν τραγική γιατί δεν ήμουν μόνο εγώ, ήταν και ο πατέρας μου και η μητέρα μου στην ίδια κατάσταση και δεν μπορούσε ο ένας να βοηθήσει τον άλλο. Τότε λοιπόν σώθηκα από δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν τα κατηχητικά. Ήδη εγώ πήγαινα στο κατηχητικό από το 1940 κι όταν ο πατήρ Λεωνίδας ίδρυσε τα συσσίτια με καμιά σαρανταριά παιδιά, ήμουν από τα πρώτα παιδιά που φάγαν στα συσσίτια των κατηχητικών, έτσι μπορώ να πω ότι συνήλθα, έστω και με το πενιχρό εκείνο συσσίτιο. Ο δεύτερος παράγοντας ήταν ότι υπήρχε κάποιος πλούσιος θείος, ο οποίος ήταν μαλωμένος με την οικογένειά μας και δεν ήθελε ούτε να μας ακούσει, αλλά βλέποντας ότι ο ανεψιός του κινδύνευε να πεθάνει, λύγισε και αποφάσισε να μας σώσει. Και μου έστελνε κάθε μέρα ένα γαλατά με ένα κύπελλο γάλα. Έτσι με το συνδυασμό αυτών των δύο παραγόντων συνήλθα.
Οι ιστορίες αυτές της πείνας στην Κατοχή είναι μια αλυσίδα φοβερή και εφιαλτική, γιατί εγώ μεν δεν έφτασα στο σημείο να ζητιανέψω αλλά ζητιάνεψε η μητέρα μου, η οποία στη Μικρά Ασία ήταν αρχοντοπούλα, αντίθετα με τον πατέρα μου που ήταν ανέκαθεν φτωχός. Κι έτσι η αρχοντοπούλα για να με σώσει έφτασε στο σημείο να ζητιανέψει και πήγε μέχρι την Αριδαία για να μας φέρει να φάμε, και πολλά άλλα. Θυμούμαι ότι με τα πόδια και με τερλίκια –ξέρεις τι είναι τα τερλίκια;– πήγα μέσα στα χιόνια στη Σίνδο για να πουλήσω κάτι δίσκους γραμμοφώνου, μήπως μπορέσω και πάρω καν κομμάτι ψωμί. Λοιπόν, ολόκληρη πορεία για ένα παιδάκι 10 χρονών μέσα στα χιόνια με τερλίκια ήταν φοβερή δοκιμασία. Έτσι που λες, την Κατοχή την έζησα στο πετσί μου με όλες τις τρομακτικές επιπτώσεις της. Σε μια διαδήλωση το 1943, κόντεψα κιόλα να σκοτωθώ από τους Γερμανούς. Είδα επίσης και σέρβους αιχμαλώτους. Οι Σέρβοι δεν είχαν συνθηκολογήσει με τη Γερμανία και γι’ αυτό όλος ο στρατός τους είχε αιχμαλωτιστεί. Και ένα τμήμα του σερβικού στρατού οι Γερμανοί το είχαν στη Θεσσαλονίκη και τους βάζαν να κάνουν αγγαρείες, σκάβαν δρόμους και βάζαν σιδερένια παλούκια στα μικρά δρομάκια που έβγαζαν στους μεγάλους δρόμους για να μην μπορεί να περνάει όχημα. Κι έβλεπα τους Σέρβους τους φουκαράδες, αξιολύπητους, και έβγαιναν οι νοικοκυρές και τους έδιναν, αν είχανε, ένα καφεδάκι ή λίγο ψωμάκι. Θυμούμαι ακόμη ότι στην πλατεία, μπροστά στην Αχειροποίητο απ’ όπου περνούσα κάθε μέρα, έβλεπα ανθρώπους που ξάπλωναν για να πεθάνουν. Και την άλλη μέρα το πρωί αυτοί εξαφανίζονταν, τους έπαιρνε το κάρο της δημαρχίας, και στη θέση τους πήγαιναν να πεθάνουν άλλοι. Αυτό ήταν μια μόνιμη κατάσταση. Έχω ζήσει λοιπόν την Κατοχή πάρα πολύ…

Οι Γερμανοί ήταν δύο ειδών. Ήταν πρώτα πρώτα η Γκεσταπό. Ήταν κάτι φοβεροί και τρομεροί «πεταλάδες», και αυτοί ήταν που μας έκαναν κατά βάθος να τους μισούμε. Οι υπόλοιποι στρατιώτες ήταν πιο απλοί, πιο ανθρώπινοι, είχαν συναλλαγές, δηλαδή εγώ ήμουνα παιδάκι και πουλούσα τσιγάρα, παστέλια, αμύγδαλα και τα λοιπά. Έρχονταν λοιπόν και αγόραζαν αυτοί. Γενικά υπήρχε μια ανθρωπιά στους κανονικούς στρατιώτες, ενώ τα τέρατα ήταν κυρίως αυτοί της Γκεσταπό και οι αξιω-ματικοί που είχαν ένα σιδερωμένο ύφος, ατσαλάκωτο, τρομερό! Όλους αυτούς τους γνώρισα καλά στην αρχή και στο τέλος της Κατοχής. Η μάνα μου στα τέλη του 1941 πήγε και δούλεψε υπηρέτρια σε μια μικρή γερμανική μονάδα στη Μάρκου Μπότσαρη. Οι Γερμανοί είχαν επιτάξει διάφορα σπίτια όπου εγκατέστησαν διμοιρίες ή και λόχους στρατιωτών. Σε ένα τέτοιο επιταγμένο σπίτι η μάνα μου πήγαινε και καθάριζε. Επειδή το σπίτι ήταν μακριά και φοβόμασταν μήπως η μάνα πεθάνει στη μέση του δρόμου απ’ την πείνα, συνεννοήθηκα με τον πατέρα μου να πηγαίνω τάχα να την βοηθώ κι εγώ, ουσιαστικά όμως για να την προσέχω. Καθώς πήγαινα λοιπόν κι εγώ εκεί που δούλευε η μάνα μου, γνώρισα τους Γερμανούς πολύ καλά. Είχαν ένα ύφος κοσμοκατακτητή χειρότερο και από τους αρχαίους Ρωμαίους, βρίσκονταν ακόμη τότε στις μεγάλες τους επιτυχίες, δεν είχαν φάει τα μούτρα τους στη Ρωσία, ήταν σκληροί και άπονοι. Θυμούμαι ότι, μόλις με είδαν, άφησαν πάνω στο τραπέζι ένα κουτί ανοιχτό με λουκούμια. Μου λέει η μάνα μου «δεν θα φας καθόλου, δεν θ’ απλώσεις χέρι, θα σε σφάξω». Λοιπόν το κουτί έμεινε άθικτο, εγώ ξελιγωνόμουνα, κανείς δεν είπε να πάρει να δώσει ένα λουκούμι και σε μένα αλλά τελικά κατάλαβαν ότι δεν ήμασταν κλέφτες, γιατί εμάς τους Έλληνες μας θεωρούσαν όλους κλέφτες. Τελικά, ένας από τους γερμανούς στρατιώτες καταδέχτηκε να μου χαρίσει το… κουτί, άδειο, με λίγη λουκουμόσκονη. Ήταν 31 Δεκεμβρίου του 1941 και τότε εγώ πήρα το κουτί που είχε μέσα ένα μικρό χαρτάκι περιτυλίγματος και έγραψα με ένα μελανί μολύβι: «Ευτυχισμένο το 1942 και καλό ψωμί!»
Τρία χρόνια αργότερα –τη μάνα μου εντωμεταξύ την έδιωξαν ύστερα από λίγο όταν είδαν ότι κόντευε να πεθάνει και ότι δεν μπορούσε να τους υπηρετεί– το ’44, η μάνα μου ξαναδούλεψε, αλλά σε άλλο επιταγμένο σπίτι με γερμανικό λόχο, αυτή τη φορά μέσα στο κέντρο, απέναντι από το Πειραματικό σχολείο, σε ένα μεγαράκι προπολεμικό, τρίπατο. Ήταν κοντά στη γειτονιά μας και μ’ έπαιρνε και μένα. Αυτή τη φορά, και ύστερα βέβαια από το χαστούκι του Στάλινγκραντ, οι Γερμανοί ήταν καταπτοημένοι, είχαν πεσμένα τα φτερά τους, κάθε λίγο και λιγάκι βγάζαν το πορτοφόλι τους και δείχναν τις φωτογραφίες των παιδιών τους και έκλαιγαν. Αγαπούσαν τη μαμά μου σαν μητέρα τους. Εκεί έζησα και δύο τρομερά γεγονότα από πολύ κοντά. Ένας γερμανός στρατιώτης αυτοκτόνησε και άφησε επιστολή ότι είναι σοσιαλιστής και ότι διαφωνεί με τον Χίτλερ. Αυτό έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Θυμούμαι ότι τόσο πολύ τον μισήσανε, που δεν ήθελαν ούτε να τον θάψουν, αλλά ήθελαν να τον πετάξουν στα σκουπίδια! Επίσης είδα και μια μαστίγωση. Κοντά στο μέγαρο υπήρχε ένα δημοτικό σχολείο – αυτό που υπάρχει και σήμερα, απέναντι από το Πειραματικό, γωνία Φιλίππου και Αγίας Σοφίας, το πρώην διδασκαλείο επί Τουρκοκρατίας, που είχε χτίσει ο Χαρίσιος Παπαμάρκου το 1876 και όπου εκεί δίδαξε και ο Δήμιτσας και η γυναίκα του. Το σχολείο λειτουργούσε σαν φαρμακαποθήκη των Γερμανών, όπου δούλευαν και πολλοί Έλληνες. Μια μέρα λοιπόν έπιασαν έναν Έλληνα που έκλεψε μια κουραμάνα και τον καταδίκασαν σε μαστίγωμα. Εγώ παρακολούθησα το μαστίγωμα από το μπαλκόνι του μεγάρου. Είχαν μαζέψει όλο το προσωπικό, Έλληνες και Γερμανούς, έδεσαν τον «κλέφτη» στη μέση της αυλής, τον ξεγύμνωσαν και ένας τύπος, όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες, γυμνός από τη μέση και πάνω, με ένα βούρδουλα άρχισε να τον χτυπάει στη ράχη, ενώ ένας Γερμανός μετρούσε τα μαστιγώματα, μέχρι που ο άνθρωπος κατέρρευσε μες στα αίματα.
Τελικά οι Γερμανοί έφυγαν στις 29 με 30 Οκτωβρίου του 1944 και έφυγαν απλά και ομαλά, δηλαδή ούτε μάχη έγινε, ούτε ο ΕΛΑΣ τους έδιωξε. Εντωμεταξύ είχαν κάψει όλα τους τα έγγραφα, κάτι μικροέπιπλα που είχαν μας τα χάρισαν κιόλας, και μάλιστα τον φουκαρά τον μπαμπά μου, που είχε πάρει μερικά έπιπλα για να τα φέρει στο σπίτι, τον έπιασε στο δρόμο η ΕΤΑ και του τα πήραν! Τέλος πάντων οι Γερμανοί φύγαν μέσω Γιουγκοσλαβίας και εκεί οι παρτιζάνοι του Τίτο τους ξεπάστρεψαν όλους! Είναι δηλαδή προς τιμήν του ΕΛΑΣ ότι ουσιαστικά δεν τους πολέμησε, τους σεβάστηκε και τους άφησε να φύγουν. Τους πολέμησαν όσο ήταν στην εξουσία, όταν έγιναν σκιά του εαυτού τους, τους άφησαν να φύγουν ήρεμα. Άλλωστε εμείς οι Έλληνες έχουμε ανθρώπινα αισθήματα, δεν είμαστε φιλοπόλεμοι, ενώ οι Σέρβοι τους ξεπάστρεψαν εν ψυχρώ όλους. Όλοι αυτοί ήταν βετεράνοι του πολέμου του Στάλινγκραντ, ήταν πολλοί τραυματίες και γενικά είχαν φάει τον πόλεμο με την κουτάλα και οι πιο πολλοί βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Θυμούμαι δύο στρατιώτες που ήταν εξήντα χρονώ, με κάτασπρα μαλλιά, αδύνατοι… Σας τα λέω αυτά εγώ που δεν τους συμπαθούσα ποτέ τους Γερμανούς. Και τη γλώσσα τους βέβαια. Όταν ακούς φλούχτεν φαχλούφτεν, καταλαβαίνεις ότι είναι τα τέρατα της Ευρώπης. Δεν τους συμπαθούσα όμως όχι μόνο επειδή πάθαμε από αυτούς πολλά αλλά και γιατί από μικρό παιδί είχα μια διαίσθηση να καταλαβαίνω ποιοι λαοί είναι καλοί και ποιοι κακοί. Μετά ήρθαν κάτι εγγλεζάκια με κοντά παντελονάκια!..
Η πρώτη φορά που είδα ελασίτες ήταν όταν μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι τότε ακούγαμε μόνο το χουνί! Το χουνί από τις απάνω συνοικίες μέχρι και το Κουλέ Καφέ που κατέβαινε και κάθε βράδυ μιλούσε με τη φρικτή γλώσσα της ντιρεκτίβας του κόμματος, που με ενοχλούσε πάρα πολύ. Αλλά ήταν συμπαθητικές μερικές φάτσες ελασιτών. Δηλαδή ήταν πολύ ζεστές. Οι άνθρωποι αυτοί, οι ελασίτες δηλαδή, όχι το Κ.Κ. –αυτό άλλωστε ούτε και φαινόταν πουθενά– πίστευαν σε ένα όραμα και ήταν εντωμεταξύ και φουκαράδες, σεμνοί, ντρέπονταν να δουν την ελασίτισσα από δίπλα. Τόσο σεμνότητα, απερίγραπτη! Απ’ την άλλη μεριά βέβαια υπήρχανε και οι καθοδηγητές και η ΟΠΛΑ. Είδα την πολιορκία της οικογένειας Μπακατσέλου. Οι Μπακατσελαίοι κλείστηκαν στο σπίτι τους κι αρνούνταν να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ. Μια εβδομάδα και δεν μπορούσαν να ανοίξουν την πόρτα να μπούνε μέσα. Τους έβριζαν λοιπόν ως φασίστες, ούτε και ήξερα ποιοι ήταν αυτοί οι Μπακατσελαίοι. Θυμούμαι όμως ότι ενώ δεν μπόρεσαν να τους εκπορθήσουν, απ’ το διπλανό μέγαρο κάποια υστερική γυναίκα που δεν άντεχε αυτού του είδους την πολιορκία βγήκε επάνω στην ταράτσα και τους έβριζε, και μετά, σε μια κρίση, έπεσε κάτω κι έγινε λιώμα! Το πτώμα αυτής της γυναίκας το έβαλαν σε ένα κάρο, το περνούσαν από τις γειτονιές και φώναζε ένας με το χουνί: «Δείτε πώς καταντούν οι εχθροί του λαού!». Κι αμέσως όλοι φώναζαν «γιούχα γιούχα» και έφτυναν, μέχρι που στο τέλος δεν έβλεπες το πτώμα, έβλεπες μόνο τα σάλια! Υπήρχε δηλαδή μια σκληρή συμπεριφορά που τότε δεν μπορούσα να την καταλάβω, τώρα την καταλαβαίνω, η αγριάδα του πολέμου φτάνει και σε τέτοια σημεία. Όμως ήμουν τόσο μικρός για ν’ αντέξω αυτό το θέαμα ώστε θέλησα να φύγω και τότε μου λέει ένας: «Πού πας, ρε, έλα δω, φτύσε κι εσύ!» και αναγκάστηκα να φτύσω κι εγώ!

Οι άνθρωποι σκότωναν πάρα πολύ εύκολα! Αλλά όχι όλοι. Ήταν ανάμεικτοι. Δηλαδή υπήρχαν ιδεολόγοι και σεμνοί άνθρωποι, και παράλληλα υπήρχαν καθοδηγητές και σκληροί! Τώρα, ποιοι επικράτησαν δεν ξέρω, αλλά ξέρω αυτά που είδα. Δηλαδή είδα έναν υπολοχαγό των ΠΑΟ που πληροφορήθηκαν ότι μια νύχτα είχε έρθει να δει τη γυναίκα του στη γειτονιά μας, ήρθαν, τον συνέλαβαν, τον έβαλαν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο και πήγαν μετά και τον σκότωσαν. Πάντως, ενώ όλα αυτά λειτουργούσαν αρνητικά μέσα μου, παράλληλα άρχισα να διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον τη Λαϊκή Φωνή, που ήταν η επίσημη εφημερίδα του Κ.Κ. εδώ στη Θεσσαλονίκη. Έτσι λοιπόν σιγά σιγά άρχισα να συμπαθώ την ιδεολογία τους και να διαβάζω διάφορα κομμουνιστικά βιβλία. Ζαχαριάδη, Σιάντο, Ζέβγο. Στις συγκεντρώσεις τους πήγα μόνο δυο φορές. Εξακολουθούσα να είμαι του κατηχητικού και κρυφά διάβαζα και τις αριστερές φυλλάδες, στις οποίες έβρισκα φοβερό ενδιαφέρον…
Τον Ιωάννου τον ήξερα από το ’46, αλλά παρέα κάναμε μετά το ’56. Τον Πετρόπουλο τον γνώρισα το ’57. Πάντως δεν είχα επαφή με κανέναν αριστερό, ούτε με καμιά οργάνωση, ακόμη και ο μπαμπάς μου που ήταν αριστερός απλώς ψήφισε στο δημοψήφισμα εναντίον του βασιλιά αλλά τίποτε άλλο. Έτσι απείχαμε από κάθε οργάνωση και αυτό εξακολουθώ και τώρα ακόμη να το εφαρμόζω στη ζωή μου. Ήμουν όμως ιδεολόγος, όπως καταλαβαίνεις, δηλαδή για ένα διάστημα τόσο πολύ απογοη-τεύτηκα από το κομμουνιστικό όραμα μιας δικαιοσύνης, που και τώρα ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν έγινε αυτό το όραμα πραγματικότητα. Το θέμα είναι ότι οι αριστερισμοί μου με παίδεψαν κάμποσο, παράλληλα με τα κατηχητικά, έτσι λοιπόν το ειδύλλιό μου με τον κομμουνισμό βάστηξε περίπου από τους τελευταίους μήνες του ’44 μέχρι τις αρχές του ’48, κι αυτό με βοήθησε να γνωρίσω και αυτή την πλευρά, όχι τόσο θεωρητικά, αλλά κυρίως είχα μάτια κι έβλεπα. Έβλεπα πώς συμπεριφέρθηκαν όταν μπήκαν, τι έκαναν, αυτό που αναφέρει ο Τόλης Καζαντζής, ότι όταν μπήκε ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη και ήταν διάφοροι στα μέγαρα επάνω και κοίταζαν, αυτοί σηκώναν τη γροθιά τους και έλεγαν: «Θα σας κανονίσουμε εσάς των μεγάρων!» Ένα μίσος κοινωνικό! Ναι, ένα μίσος κοινωνικό. Εκεί έβλεπες ξαφνικά ότι υπήρχαν κάτι αθώες φάτσες, μα τόσο αθώες, σαν απόστολοι του Χριστού μοιάζανε, μόνο που είχανε τσαπράζια. Και λίγο μετά έβλεπες μια σηκωμένη γροθιά τόσο απειλητική και τόσο φοβερή, και έλεγες είναι το ίδιο χαρμάνι; Ε, ήταν το ίδιο χαρμάνι! Ή μάλλον, ήταν οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Πάντως, χάρη στα κατηχητικά, δεν τόλμησα να ξεθαρρευτώ για μια επαφή με την ΕΠΟΝ, παρόλο που μας κάνανε προτάσεις. Κι έτσι τελικά δεν πάθαμε τίποτα…
Όταν αρχίζει να φουντώνει το αντάρτικο στη δεύτερη φάση του, εγώ ήδη πλέον έχω αλλάξει και βλέπω με πολύ κακό μάτι όλη αυτή την ιστορία. Όμως δεν είμαι ούτε φανατικός, ούτε παίρνω θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, και επομένως με την ανθρώπινη και την ποιητική μου ευαισθησία μπορώ να βλέπω και τα καλά και τα κακά αμφοτέρων. Θα σου πω ένα παράδειγμα: Όταν έγινε η τρομερή εκείνη «παρέλαση», ήμουν κι εγώ παρών και την είδα. Βέβαια νομίζω ότι την έχει περιγράψει ο Πετρόπουλος, αλλά την είδα κι εγώ. Ήταν ό,τι προστυχότερο έχω δει στη ζωή μου. Όλοι αυτοί που τους είχαν πιάσει ήταν ήδη κουρέλια, ήτανε κουτσοί με πατερίτσες, πληγωμένοι, τα αίματά τους έσταζαν κι όμως αυτούς τους ανθρώπους μέσα στο τόσο πλήθος οι εσατζήδες τους κλοτσούσαν, τους φέρονταν σαν κτήνη, ήταν κάτι το απερίγραπτο αυτό το θέαμα που έδειχνε όλη τη σκληρότητα αλλά και την αδικία. Η σκληρότητα όμως και η αδικία ήταν κι απ’ τις δυο μεριές. Γιατί κι απ’ τη μεριά των ανταρτών ήταν τρομερή η ιστορία του παιδομαζώματος! Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχασαν το παιχνίδι από τη στιγμή που δεν σεβάστηκαν τις μάνες. Και θυμούμαι ότι πηγαίναμε κι εμείς και βοηθούσαμε στα ανταρτόπληκτα παιδάκια να μπορέσουν να ζεσταθούν λιγάκι. Αυτά όχι μόνο ήταν πεινασμένα, αλλά ήταν και τρομοκρατημένα! Έβλεπες τον τρόμο μέσα στα μάτια τους, παιδάκια 6-7 χρονών, ήταν τρομερό. Το ’49 που πολιόρκησαν τη Νιάουσα και την κατέλαβαν, ένα στέλεχος των κατηχητικών, που ήταν ανθυπολοχαγός στον στρατό, σκοτώθηκε. Και πήγαμε μερικοί, μόλις ελευθερώθηκε η Νιάουσα, να προσφέρουμε τις καλές μας υπηρεσίες. Πήγα τότε κι εγώ, ήμουν 18 χρονώ και πολύ ευαίσθητος. Μόλις μπήκαμε στη Νιάουσα, είδαμε τρία κομμένα κεφάλια ανταρτών εκτεθειμένα στην κεντρική πλατεία κάτω από ένα δέντρο και περνούσε όλος ο κόσμος –ποιος κόσμος; λίγοι ντόπιοι ήταν εκεί, και στρατιώτες– και τα έφτυναν! Και έπρεπε να φτύσουμε κι εμείς. Τότε δεν άντεξα και λιγοθύμησα κι έτσι με πήραν αμέσως πίσω στη Θεσσαλονίκη. Η εμπειρία της Νιάουσας ήταν από τα συγκλονιστικότερα γεγονότα που έζησα.
Οι Άγγλοι είχαν περίπου φύγει. Είχαν παίξει το παιχνίδι τους, δεν χρειάζονταν πια. Στη Θεσσαλονίκη όμως είχε πάρα πολύ εθνικό στρατό, εθνοφρουρά, κάτι άλλους που οπλοφορούσανε, και φυσικά είχε πολλά μπορντέλα, πολλές πουτάνες, γινόταν της κακομοίρας!
Τους παρακρατικούς δεν τους έζησα καθόλου. Άκουγα βέβαια και για τον Αντών Τσαούς και για τον Δάγκουλα, αλλά δεν τους έζησα. Εγώ εκείνο που έζησα ήταν εκείνη η «παρέλαση» που με συγκλόνισε. Επίσης έζησα και την περιπέτεια του Μανόλη Αναγνωστάκη, γιατί συνδεόμουνα με την αδερφή του τη Λούλα. Μέσω της Λούλας μπόρεσα να παρακολουθήσω, αλλά και μέσω των εφημερίδων, όλη τη δίκη του Αναγνωστάκη που έγινε το ’48. Σ’ αυτήν ο Αναγνωστάκης καταδικάστηκε αναπόδεικτα ως στρατολόγος για το βουνό, μόνο και μόνο γιατί δεν δέχτηκε να μετανοήσει και να υπογράψει. Εν συνεχεία τον βάλανε μέσα στο Γεντί Κουλέ. Από το ’50 αλληλογραφούσα μαζί του μέσω της Λούλας με γράμματα που κατάφερνε η Λούλα να μην περνούνε λογοκρισία… Αυτή η τραγωδία με τα στρατοδικεία που κάθε μέρα καταδίκαζαν πενήντα πενήντα εις θάνατον –αγνώστους δεν τους ήξερα ποιοι ήταν αυτοί– μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Πενήντα πενήντα κάθε μέρα και φουρνιές εκτελέσεων. Είχα ένα φίλο στον εντός Επταπυργίου συνοικισμό και μου έλεγε ότι δεν είχαν πια τα σπίτια τους τζάμια. Όλα έσπαζαν από τις ομοβροντίες, γιατί εκτελούσαν λίγο πιο έξω από το Γεντί Κουλέ, εκατό μέτρα πιο πέρα, προς τον Δήμο τώρα Συκεών. Και δεν είχαν τζάμια τα παράθυρα, βάζανε χαρτόνια…
Ο συγγραφέας του βιβλίου Βασίλης Ι. Τζανακάρης σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Α.Π.Θ. και από τα γυμνασιακά του χρόνια ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Έχει εκδώσει τρεις εφημερίδες, δεκαεννιά βιβλία και έχει διοργανώσει πολλές εκθέσεις αρχειακού υλικού. Από το 1975, και για 34 χρόνια, εξέδιδε το μηνιαίο σερραϊκό περιοδικό Γιατί. Υπήρξε από τους πρωτοπόρους στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με τα οποία ασχολήθηκε επί σειρά ετών. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, του Συνδέσμου Εκδοτών Βορείου Ελλάδος και αντεπιστέλλον μέλος της ΕΣΗΕΜΘ. Το βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία» τιμήθηκε το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας. Κείμενα, μελέτες, ποιήματα και συνεντεύξεις του υπάρχουν δημοσιευμένα σε πολλές εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.





