Περονισμός: ο λαϊκισμός που σημάδεψε την Αργεντινή
‘

12.jpg
Μου προκαλούσε θλίψη, εδώ και χρόνια, η αναφορά της Αργεντινής ως του κατεξοχήν σεναρίου οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης που πάντες θέλουν να αποφύγουν. Στο δικό μου φαντασιακό η χώρα δεν είναι μονάχα μία ιστορία κατάρρευσης που τρομοκρατεί την Ελλάδα της κρίσης, ή ένα φολκλόρ γηπέδου ή πίστας. Είναι οι συγγραφείς της, η αποικιακή ιστορία της, η αρχιτεκτονική και η τέχνη της, η συλλογική μνήμη των Ιταλών, Αρμενίων, Εβραίων και Συρολιβανέζων μεταναστών της. Αυτά τα πρόσωπά της θα αναζητούσα.Έχοντας “δραπετεύσει” για κάποιο διάστημα από την Ελλάδα των Σύριζα-ΑΝΕΛ και την Τουρκία του Έρντογαν, από την πόλωση και την πολιτική δημαγωγία, το τελευταίο που ήθελα ήταν να εμπλακώ σε ιδεολογικούς καυγάδες. Να ξεφύγει από αυτούς αναζητούσε και ο Τούρκος συνοδοιπόρος μου. «Θέλω να ησυχάσω για λίγο από τις εμμονές της Ανατολικής Μεσογείου», έλεγε κάπως μελοδραματικά ο Τζιχάν. «Τουλάχιστον στην Αργεντινή θα έχω μια απόσταση ασφαλείας από την πολιτική και τους καυγάδες». Αμ δε.
Προσγειωθήκαμε νύχτα στο αεροδρόμιο του Μπουένος Άιρες και πήραμε ταξί για την πόλη. Μόλις αυτό μπήκε στην Νουέβε δε Χούλιο, την κεντρικότερη και γνωστότερη λεωφόρο της, εκείνη μας υποδέχθηκε τεραστία και περιχαρής. Τεράστιο και φωτισμένο, με φόντο την αργεντινή σημαία, ήταν και το πορτρέτο της Εβίτα που καταλάμβανε όλο το πλάτος της κορυφής του πλαϊνού τοίχου ενός ουρανοξύστη. Καθώς ο συγκεκριμένος art deco ουρανοξύστης είναι το μοναδικό κτίριο που ορθώνεται καταμεσής της λεωφόρου, σε μία νησίδα ανάμεσα στις 14 λωρίδες κυκλοφορίας, η Εβίτα βασιλεύει στο πανόραμα του κέντρου της πόλης.
2.jpg
Την επομένη κατάλαβα πως η πολιτική θα μας κυνηγούσε στην καθημερινότητά μας. Δύο εβδομάδες πριν να φτάσουμε, η Αργεντινή είχε περάσει μία από τις πολλές μεταπολιτεύσεις της: ο αντι-περονιστής Μαουρίσιο Μάκρι είχε εκλεγεί στην προεδρεία, δίνοντας τέλος στη δωδεκαετή διακυβέρνηση της χώρας από το ζεύγος Νέστωρ–Κριστίνα Κίρχνερ. Η Μονσεράτ, η γειτονιά του ιστορικού κέντρου που θα μας φιλοξενούσε το επόμενο δίμηνο, ήταν σχεδόν άδεια. Το ίδιο και η ακόμη αρχαιότερη του Σαν Τέλμο, στην απέναντι πλευρά της μεγάλης λεωφόρου. Καθώς τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά πέφτουν στη μέση του καλοκαιριού, όσοι μπορούσαν είχαν φύγει διακοπές. Τα στόρια σε πολλά καταστήματα ήταν κλειστά.Αν έλειπαν οι κάτοικοι, πανταχού παρόντα ήταν τα συνθήματα που είχαν αφήσει από την προεκλογική περίοδο. Δεν ήθελε ιδιαίτερη προσπάθεια για να αντιληφθεί κανείς τις πολιτικές προτιμήσεις της Μονσεράτ και του Σαν Τέλμο. Τα συνθήματα υπέρ του περονικού Partido Justicialista (Χουστισιαλίστα, ήτοι «της κοινωνικής δικαιοσύνης») και του υποψηφίου του Ντανιέλ Σιόλι καταλάμβαναν πολλούς τοίχους της περιοχής.
4.jpg
Τα πορτρέτα της Κριστίνα δε Κίρσνερ ήταν πολλά, εκείνα της Εβίτα ακόμη περισσότερα. Μου έκανε εντύπωση πως η λέξη «περονισμός» εμφανιζόταν σε κάθε δεύτερο τοίχο, αλλά η μορφή του ιδίου του Περόν σχεδόν πουθενά. Στη γωνία δίπλα στην πολυκατοικία που μέναμε έδρευε η τοπική οργάνωση του κοινωνικού κινήματος Pueblo Peronista («Περονικός Λαός»).
3.jpg
Σε πολλούς τοίχους είχε αφήσει τα χνάρια της η La Cámpora, διαβόητη οργάνωση της περονικής νεολαίας. Φέρει το όνομα ενός πρώην περονιστή προέδρου και τελεί υπό την ηγεσία του Μάξιμο Κίρσνερ, γιου του ζεύγους που κυβέρνησε τη χώρα επί δώδεκα συναπτά χρόνια. Για τη συχνά βίαιη δράση της θα άκουγα πολλά. Στην πρώτη μου βόλτα σκέφτηκα, με μια σχεδόν νοσηρή ικανοποίηση: «Βρισκόμαστε στη φωλιά των περονιστών!».
7.jpg
Πρωτοτόλμησα να αναμετρηθώ με το περονικό φαινόμενο την πρώτη Κυριακή του Ιανουαρίου. Κάθε Κυριακή βράδυ, οι σχολές τάγκο του Σαν Τέλμο στρώνουν έναν πλαστικό τάπητα στην Πλάσα Δορρέγο και στήνεται ένα μίνι-πανηγύρι. Κόσμος συρρέει από τις γύρω και από απομακρυσμένες συνοικίες να χορέψει. Στην πίστα θα δεις όλες τις ηλικίες και όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα. Πολλοί άνδρες και γυναίκες έρχονται ασυνόδευτοι και χορεύουν με διαδοχικούς παρτενέρ. Κόσμος κάθεται στα σκαλιά κοντά στην αυτοσχέδια πίστα και κάτω από τα γύρω δένδρα, χαζεύει τους χορευτές, πίνει μπύρα και κρασί και κουβεντιάζει αμέριμνα.Οι Αργεντίνοι είναι το πιο κοινωνικό και το πιο αυθόρμητο έθνος που έχω γνωρίσει. Είναι άνετοι, είναι ευχάριστοι και έχουν την καλή συνήθεια να σου πιάνουν αμέσως την κουβέντα. Στριμωχτήκαμε δίπλα σε μία παρέα νεαρών, καμιά δεκαριά αγόρια και κοπέλες. Όταν τελείωσαν οι χοροί και σταμάτησαν να πηγαινοέρχονται κι εκείνοι στην πίστα, μιας έπιασαν κουβέντα. Τους είχε τραβήξει την προσοχή πως συζητούσαμε στα αγγλικά, αλλά με αρκετές παρεμβολές σε ελληνικά και τούρκικα ανακατεμένα. Μας ρώτησαν από πού είμαστε, τι μας έφερε στην Αργεντινή. Μας προσέφεραν κρασί. Ήταν όλοι φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες (και μάλιστα των σχολών πολιτικής επιστήμης, οικονομικών και κοινωνιολογίας). Δεν θα άφηνα την ευκαιρία να πάει χαμένη. «Βρε παιδιά, τι στο καλό είναι ο περονισμός;».Ακολούθησαν γέλια, επιφωνήματα, στη συνέχεια αμηχανία. Και μετά, ένας καταρράκτης. «Είναι το ταυτόσημο του κοινωνικού κράτους», ξεκίνησε αποφασιστικά η Μιρέζα. «Είναι ο αγώνας να κατοχυρωθούν τα κοινωνικά δικαιώματα, να προστατευθούν οι κατακτήσεις των εργατών». «Είναι ο ανθρωπισμός, ο αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη», είπε ο Μάριο. «Το λέει εξάλλου και το όνομα του περονικού κόμματος, Justicialista: θεμέλιό του είναι η κοινωνική δικαιοσύνη». Ο Ιγνάσιο παρατήρησε πως πρόκειται για ολόκληρη πολιτική κουλτούρα, ίδια της Αργεντινής, που ξεπερνά τα κόμματα και εκφράζει «το εθνικό και συλλογικό συμφέρον». «Είναι ένα επαναστατικό κίνημα που επιθυμεί να δώσει φωνή στους πένητες και τους αποκλήρους», επανήλθε η Μιρέζα, αλλά ο Μαριάνο διαφώνησε: «Ο περονισμός δεν έχει τίποτε το επαναστατικό. Αντιθέτως, αποτελεί τον αγώνα να ξεπεραστεί η πάλη των τάξεων με παροχές, χωρίς βίαιη επανάσταση. Επιδιώκει την κοινωνική δικαιοσύνη μέσω μεταρρυθμίσεων, όχι μέσω ρήξης και βίας!».Ακολούθησε μία έντονη συζήτηση για το εάν ο περονισμός είναι επαναστατικός ή όχι, με τον Μαριάνο να τον παρομοιάζει με τη σοσιαλδημοκρατία, τη Μιρέζα με τα αντιαποικιακά επαναστατικά κινήματα. «Είναι η πολιτική κουλτούρα μέσα από την οποία εκφράσθηκε ο αγώνας κατά της ολιγαχίας και του νέο-αποικιακού οικονομικού μας συστήματος», διαμαρτυρόταν εκείνη, «το αντίδοτο στον νέο-φιλελευθερισμό». «Είναι ο τρίτος δρόμος μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού», επέμενε ο Μαριάνο, ενώ η Λάουρα θεωρούσε πως πρόκειται για «κίνημα λαϊκισμού που θέλει να δώσει φωνή στις μάζες». Ο Ρικάρντο πίστευε πως ο περονισμός δεν αποτελεί πολιτική ιδεολογία: «Είναι ένας τρόπος ζωής, και ταυτόχρονα μία σύνθεση στοιχείων από διάφορα συστήματα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους». «Είναι ο σοσιαλισμός με εθνικό πρόσωπο», είπε ο Ραούλ. «Για μένα δεν είναι παρά ένα όχημα μακιαβελλισμού που στοχεύει στην εξουσία και εκμεταλλεύεται τα κοινωνικά και εθνικιστικά αισθήματα του πληθυσμού», παρενέβη ο Αλφρέδο, προκαλώντας θύελλα από αποδοκιμασίες και επευφημίες.
10.jpg
Σύντομα η παρέα χωρίστηκε σε θιασώτες και επικριτές του περονισμού. «Φτου σας, όργανα της ολιγαρχίας», είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά η Μιρέζα στους δεύτερους. «Ο περονισμός, κύριοι, είναι η φωνή της νότιας Αμερικής ενάντια στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, είναι ο σοσιαλισμός με εθνικό πρόσωπο.» «Για μένα δεν είναι παρά η εφαρμογή των χριστιανικών αρχών στην πολιτική», πέταξε η Ισαβέλ, κάτι που έμεινε μετέωρο και ασχολίαστο. Τότε παρενέβη ένας νέος, εκτός της παρέας των φοιτητών, που τόσην ώρα μας παρακολουθούσε. Ήταν ακόμα κάθιδρος, καθώς είχε χορέψει σαν το κατσίκι για πάνω από μία ώρα.Ο Διέγο, που είχε σπουδάσει γαλλική φιλολογία στο Παρίσι και εργαζόταν ως μεταφραστής, είχε έρθει στην Αργεντινή για να ξεφύγει από την καταρρέουσα Βενεζουέλα. «Λυπάμαι που θα το πω, αλλά ο περονισμός, υπό τη μορφή τουλάχιστον των Κίρχνερ, μου θυμίζει σε αρκετά σημεία τον τσαβισμό και τη δική μας Μπολιβαριανή Επανάσταση. Βασίζεται σε μια ρητορική γεμάτη ξενοφοβία, που μεταθέτει όλες τις ευθύνες για τα κακώς κείμενα στους ξένους –δηλαδή πρωτίστως τις ΗΠΑ– ενώ ποτέ δεν καταπιάστηκε σοβαρά να τα συμμαζέψει. Οι περονιστές είναι δημαγωγοί. Η δημαγωγία τους στηρίζεται σε δίπολα: ο πληθυσμός διακρίνεται σε πατριώτες και προδότες, στον λαό και τους εχθρούς του λαού. Είναι μια οπτική διχαστική».Έγινε το έλα να δεις. Η Μιρέζα και δυο-τρεις άλλοι πήγαν να πάθουν αποπληξία, υψώθηκαν φωνές, παρενέβησαν στην συζήτηση και άλλες παρέες. «Δεν ντρέπεσαι, τους δυναμίτισες το πάρτι, έσπειρες τη διχόνοια!», μου είπε ο Τζιχάν, την ώρα που μια φοιτήτρια αποκαλούσε τη Μιρέζα «κομματόσκυλο της Κριστίνα» και γινόταν ο κακός χαμός κάτω από τα στολισμένα δένδρα της πλατείας. Τους αποχαιρετίσαμε όπως όπως και σχεδόν φυγαδεύσαμε τον Διέγο, που είχε δεχθεί ένα μικρό φραστικό λιντσάρισμα. «Πω πω, εμείς οι Λατινοαμερικάνοι ακόμη αντιμετωπίζουμε την πολιτική σαν το ποδόσφαιρο, με συνθήματα!», παραπονέθηκε. Είχαμε όμως πάρει το μάθημά μας: τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατο του Περόν, ο περονισμός ακόμα διχάζει.
16.jpg
«Είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε έναν Ευρωπαίο τι είναι ο περονισμός. Δεν μπορείς να τον εντάξεις σε μία από τις πολιτικές κατηγορίες με τις οποίες είστε εξοικειωμένοι», μου εξήγησε ο πολιτειολόγος Ντανιέλ Μπλίντερ. «Πρόκειται για κίνημα που ξεπήδησε ως απάντηση στην κοινωνική πραγματικότητα της Αργεντινής, πολύ διαφορετική από εκείνη των ευρωπαϊκών χωρών. Πολλές φορές οι Ευρωπαίοι εστιάζουν μονάχα στα στοιχεία του περονισμού που τους θυμίζουν τον φασισμό».Όλοι οι συνομιλητές μου ανάγουν τη γένεση του περονισμού στη ριζική αλλαγή που προκάλεσε στην αργεντινή κοινωνία η μαζική μετανάστευση από την Ευρώπη (1890-1930). Δημιούργησε μία ευρεία μεσαία τάξη, έφερε τις απαρχές τις εκβιομηχάνισης και προκάλεσε την αστυφιλία και την ανάπτυξη ενός προλεταριάτου των πόλεων. «Μέχρι την άφιξη των μεταναστών, η αργεντινή κοινωνία ήταν αυστηρά δομημένη κατά το ισπανικό αποικιακό μοντέλο», λέει ο Μπλίντερ. «Δεν υπήρχε βέβαια αριστοκρατία με την ευρωπαϊκή έννοια του όρου, αλλά μια μικρή ολιγαρχία γαιοκτημόνων, στα χέρια της οποίας πέρασε ο έλεγχος της οικονομικής ζωής. Πρόκειται για οικογένειες κριόζος, ισπανικής καταγωγής αποίκων, που κατέλαβαν τεράστιες εκτάσεις γης. Μετά την ανεξαρτησία της Αργεντινής το 1818, κάποιοι μετοίκησαν στο Μπουένος Άιρες, διατηρώντας τις γαίες τους στις επαρχίες. Στην πρωτεύουσα έγιναν μεγαλοϊδιοκτήτες ακινήτων και επεκτάθηκαν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Πολλές δυναστείες και οι απόγονοί τους επιβιώνουν ως σήμερα στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας».Η Αργεντινή, σημειώνει ο Μπλίντερ, ήταν καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα μία τεράστια έκταση με μεγάλο φυσικό πλούτο και πολύ μικρό πληθυσμό. «Οι “πατέρες της Ανεξαρτησίας” ήθελαν να οικοδομήσουν μία χώρα με πρότυπο την Ευρώπη. Η ολιγαρχία των γαιοκτημόνων ταυτιζόταν ιδίως με τη Γαλλία –χώρα επίσης λατινική, που τότε αποτελούσε την επιτομή του μοντέρνου, του ορθολογισμού και του υψηλού πολιτισμού. Η άλλοτε μητρόπολη Ισπανία ταυτιζόταν με την οπισθοδρόμηση. Πίστευαν πως για να πλουτίσει η Αργεντινή και να συμπεριληφθεί μεταξύ των ανεπτυγμένων εθνών έπρεπε να εποικισθεί από ευρωπαϊκούς πληθυσμούς: η Ευρώπη ήταν συνώνυμη στη συνείδησή τους με την εργατικότητα και την πρόοδο. Έτσι, το πρώτο μας σύνταγμα, του 1853, απηύθυνε ανοικτή πρόσκληση σε όποιον επιθυμούσε να μεταναστεύσει εδώ».Η Αργεντινή, με τις αχανείς εκτάσεις διαθέσιμες για την κτηνοτροφία και τη γεωργία, τον μεταλλευτικό της πλούτο και τις αναπτυσσόμενες πόλεις, έγινε γρήγορα o δεύτερος (μετά τις ΗΠΑ) προτιμότερος προορισμός Ευρωπαίων μεταναστών. «Η χώρα δέχθηκε μέσα σε μισό αιώνα πάνω από εξήμισι εκατομμύρια μετανάστες –κυρίως Ιταλούς και Ισπανούς, αλλά και Εβραίους της Ανατολικής Ευρώπης, Συρο-λιβανέζους και Αρμενίους. Άλλαξε εντελώς όχι μόνο η δημογραφία, αλλά και η κοινωνική δομή της», λέει ο Μπλίντερ. «Μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη κατέλαβε τον χώρο ανάμεσα στις λίγες οικογένειες πατρικίων και τον πολύ λαό», προσθέτει η Μαριέλα Κουάδρο, δημοσιογράφος και ερευνήτρια στο Εθνικό Συμβούλιο Επιστημονικών και Τεχνικών Ερευνών. «Οι Ευρωπαίοι μετανάστες κουβαλούσαν συνδικαλιστικές, σοσιαλιστικές και ενίοτε αναρχικές ιδέες. Καθώς το προλεταριάτο αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, η Αργεντινή στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένα καζάνι που έβραζε». «Ήδη το 1900, οι γεννηθέντες στην Ευρώπη υπερτερούσαν των γηγενών Αργεντίνων», τονίζει ο δημοσιογράφος Φεδερίκο Ρίβας Μολίνα.
Οι συνομιλητές μου αποκηρύσσουν όλοι ως απλουστευτική την ανάλυση που κάνει λόγο για κατρακύλα της Αργεντινής από «μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου» σε μία χώρα με χρόνια οικονομική αρρυθμία. «Επαναλαμβάνεται μηχανικά η αφήγηση που παρουσιάζει την Αργεντινή ως μια εν δυνάμει οικονομική δύναμη, στα βήματα της Αυστραλίας ή του Καναδά, που καταστράφηκε γιατί έπεσε στη βαρβαρότητα του φασισμού –δηλαδή του περονισμού», λέει ο Ντανιέλ Μπλίντερ. «Πράγματι, τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η Αργεντινή είχε μεγαλύτερο Α.Ε.Π. από τον Καναδά ή την Αυστραλία. Το κατά κατά κεφαλήν τους εισόδημα κατέτασσε τους Αργεντίνους μεταξύ των δέκα πλουσιότερων εθνών του κόσμου. Ωστόσο η εικόνα αυτή δεν ήταν παρά μία φούσκα, που έσκασε μετά την οικονομική κρίση του 1929».«Ο μύθος περί της πλούσιας Αργεντινής που την κατέστρεψε ο λαϊκισμός δεν στέκει. Παραβλέπει πως η χώρα ήταν αγροτική, χωρίς ανεπτυγμένη οικονομία», λέει η Μαριέλα Κουάδρο. «Στηριζόταν αποκλειστικά στην εξαγωγή βοοειδών και σιτηρών στην Ευρώπη. Η όποια βιομηχανία περιοριζόταν στη συσκευασία των αγροτικών προϊόντων και την παραγωγή ενδυμάτων και βασικών αγαθών. Για την ανάπτυξη των υποδομών το κράτος εξαρτιόταν από τη συνεχή εισροή ξένου κεφαλαίου. Όταν αυτή περιορίσθηκε σημαντικά, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισαν τα προβλήματα. Παράλληλα, η κοινωνική ανισότητα ήταν ανέκαθεν σκανδαλώδης. Τα πάντα χειροτέρεψαν μετά την οικονομική κρίση του 1929, όταν μειώθηκε αισθητά η ζήτηση και οι τιμές των αγροτικών και βασικών προϊόντων. Ξεκίνησαν οι απεργίες και οι κοινωνικές συγκρούσεις. Η κοινωνική ανισότητα και αναταραχή έφερε την πολιτική αναταραχή στην Αργεντινή, όχι το αντίθετο!».«Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αργεντινή ήταν ο σιτοβολώνας του κόσμου», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Όμως ο κόσμος άλλαξε και η Αργεντινή δεν μπόρεσε να προσαρμοσθεί. Ο Περόν εμφανίζεται όταν πια σβήνει η αγροτική Αργεντινή και την διαδέχεται μία προλεταριακή Αργεντινή. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας έχει συνειδητοποιήσει, έστω και αργά, πως ο πραγματικός πλούτος βρίσκεται στη βιομηχανία, τα προϊόντα της οποίας είναι πολύ ακριβότερα από τις πρώτες ύλες». «Η προσπάθεια δημιουργίας εθνικής βιομηχανίας παρέμεινε η ίδια από τότε μέχρι σήμερα: στηρίζεται στην αρχή της υποκατάστασης των εισαγωγών και του προστατευτισμού για την εθνική παραγωγή», σημειώνει ο Μπλίντερ.Οι προσπάθειες ανάπτυξης εθνικής βιομηχανίας, όπου θα έβρισκε απασχόληση το διογκούμενο προλεταριάτο, δεν σταματούν την κοινωνική αναταραχή. «Μια σειρά από βομβιστικές επιθέσεις αναρχικών και πολιτικές δολοφονίες προκαλεί πολιτικό χάος. Το πρώτο πραξικόπημα λαμβάνει χώρα το 1930 και είναι αναίμακτο», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Ο αντιστράτηγος Ουριμπούρου καταργεί τα πολιτικά κόμματα και προσπαθεί να “αναδιοργανώσει” την Αργεντινή κατά τα πρότυπα του “σωματειακού κράτους” του Μουσολίνι. Επιφέρει οριακές μονάχα βελτιώσεις στην οικονομία, ενώ οι συνθήκες εργασίας των εργατών είναι τραγικές –18 ώρες εργασίας, 6 μέρες την εβδομάδα, χωρίς διακοπές!». Ένας από τους συνεργάτες του Ουριμπούρου ήταν ο 35χρονος τότε ταγματάρχης Χουάν Δομίνγκο Περόν.
Η Αργεντινή κυβερνήθηκε ουσιαστικά από τον στρατό μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την διάρκεια του οποίο επέδειξε “φιλική ουδετερότητα” προς τον Άξονα. Από τη θέση του υπουργού Εργασίας στη στρατιωτική κυβέρνηση, ο Περόν θεσμοθέτησε το πρώτο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Αργεντινής. Κατόρθωσε να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής στα συνδικάτα, προωθώντας σειρά κοινωνικών μέτρων στους συνδικαλισμένους εργάτες. «Πώς κατόρθωσε ο Περόν να καταλάβει την εξουσία; Αλώνοντας τα εργατικά συνδικάτα», εξηγεί ο Μπλίντερ. «Αργά και μεθοδικά, στελέχωσε τις διοικήσεις τους με δικούς του ανθρώπους και προετοίμασε το δρόμο προς την εξουσία. Παρότι είμαι ο ίδιος περονιστής, παραδέχομαι πως ο Περόν ήταν αρκετά μακιαβελικός στον δρόμο του προς την εξουσία».«Το μεγάλο πρόβλημα κατά την πρώτη θητεία του Περόν (1946-55) ήταν εκείνο της ολιγαρχίας», λέει η Μαριέλα Κουάδρο. «Η μακρά στρατιωτική διακυβέρνηση είχε μεριμνήσει μόνο για τα συμφέροντα της τελευταίας. Ενώ η ανώτατη και η μεσαία τάξη, η Καθολική Εκκλησία και πλήθος άλλοι έτρεμαν τον κομμουνισμό, κανείς δεν είχε μια σαφή συνταγή για το πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί μία βίαιη επανάσταση προς ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος. Ο Περόν φάνηκε πως διέθετε τη λύση, τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων ώστε να επέλθει ένας βαθμός κοινωνικής δικαιοσύνης. Το κόμμα του, που τότε λεγόταν ακόμη Εργατικό Κόμμα, κέρδισε τις εκλογές του 1946 με οριακή πλειοψηφία».«Ο Περόν έφερε πραγματική επανάσταση στις εργασιακές σχέσεις», λέει ο Φεδερίκο Ρίβας Μολίνα. «Την εποχή της εκλογής του η Αργεντινή διέθετε ακόμη τεράστια αποθέματα χρυσού. Αντί να προβεί σε πιο δραστικά μέτρα για να μετριάσει την κοινωνική ανισότητα, όπως π.χ. σε αναδασμό των γαιών των μεγαλογαιοκτημόνων, ο Περόν άρχισε να μοιράζει χρήματα από το δημόσιο ταμείο. Οι απολαβές των εργατών αυξήθηκαν ώστε να τους εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση και στοιχειώδεις ανέσεις, ενώ οικοδομήθηκε ένα προστατευτικό δίχτυ κοινωνικής πρόνοιας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο περονισμός είναι εθνικιστικός, κρατικός καπιταλισμός: εθνικοποιήθηκαν πολλές επιχειρήσεις, ενώ το κράτος έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα τη δημιουργία αργεντινής βαριάς βιομηχανίας».
Η προπαγάνδα κατά την πρώτη περίοδο περονικής διακυβέρνησης (1946-1955).«Από τα πρώτα εκείνα χρόνια ο περονισμός ταυτίσθηκε με την εκβιομηχάνιση και τα κοινωνικά δικαιώματα», προσθέτει ο Ντανιέλ Μπλίντερ. «Η βασική ιδέα είναι πως το κράτος συντονίζει την οικονομία, παρέχει υπηρεσίες και προστατεύει τους αδυνάτους. Αυτό δεν είναι βέβαια ίδιον του περονισμού. Κάθε χώρα που είναι σήμερα μεγάλη δύναμη είχε την ίδια πολιτική –την προστασία της αστικής τάξης για να δημιουργήσει βιομηχανίες και παραγωγή. Απλώς, στην Αργεντινή αυτά ήλθαν αργότερα απ’ ότι στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ». «Συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό του κρατικού καπιταλισμού. Ιδίως την εποχή εκείνη, το σύστημα ήταν απαραίτητο προκειμένου να πραγματοποιηθούν μεγάλες επενδύσεις, από τους σιδηροδρόμους ως τη χαλυβουργία και την εξόρυξη πετρελαίου», προσθέτει η Μαριέλα Κουάδρο.Η πρώτη περίοδος περονικής διακυβέρνησης σφραγίσθηκε από το άστρο της τότε συζύγου του Περόν, Έβα Δουάρτε. Η Εβίτα, επίδοξη ηθοποιός και αστέρας του κρατικού ραδιοφώνου, απεδείχθη μεγάλο χαρτί δίπλα στον στρατηγό. Χάρη στην επιρροή της δόθηκε το 1949 στις γυναίκες της Αργεντινής το δικαίωμα ψήφου, ενώ επετράπη το διαζύγιο. Παράλληλα, η πρώτη κυρία επεδόθη σε μία εκστρατεία κοινωνικών παροχών και ταυτόχρονης αυτοπροβολής, ενώ γρήγορα έγινε η εικόνα της Αργεντινής στο εξωτερικό –προς φρίκη πολλών Αργεντίνων. «Η συντηρητική αστική τάξη δεν της συγχώρησε ποτέ ότι ήταν νόθο τέκνο και είχε ανατραφεί σε λαϊκό περιβάλλον», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν μια πρώην ηθοποιός, μια γυναίκα που κάπνιζε δημόσια και οδηγούσε. Αυτά αρκούσαν για να τη θεωρούν πολλοί μία κοινή πόρνη, κατά τις τότε ηθικές αντιλήψεις».
Λόγος της Εβίτα στην 9 de Julio, δίπλα στον ουρανοξύστη του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (νυν Yγείας και Κοινωνικής Ανάπτυξης), που σήμερα κοσμούν γιγάντια πορτρέτα της. «Η Εβίτα από κάποιο σημείο κι έπειτα έχασε το μέτρο, ξέφυγε», λέει ο κοινωνιολόγος Μαρτίν Βάσσερμαν. «Έβαλε να την ανακηρύξουν “πνευματική ηγέτιδα” του έθνους. Πήγε δίμηνο επίσημο ταξίδι στην Ευρώπη, ξεκινώντας μάλιστα από την Ισπανία του Φράνκο. Οι πολλαπλές εγκάρδιες εμφανίσεις της με τον Χενεραλίσιμο και τη σύζυγό του προκάλεσαν φρίκη σε αριστερούς και δεξιούς στην Αργεντινή, που θεώρησαν ότι η χώρα θα διολισθήσει σε αυταρχισμό φρανκικού τύπου. Όταν έγινε γνωστό πως η Εβίτα πέθαινε από καρκίνο, εμφανίσθηκαν γκραφίτι σε πολλές συνοικίες με το σύνθημα “Ζήτω ο καρκίνος!”. Φρικτό, αλλά δείχνει την πόλωση που επικρατούσε».«Ενδεικτικός της εποχής είναι ο χαρακτηρισμός των οπαδών του Περόν από βουλευτή της αντιπολίτευσης ως “ζωολογικό κατακάθι”», λέει η Μαριέλα Κουάδρο. «Για μεγάλο μέρος της αστικής και της ανώτερης τάξης, ο Περόν –που είχε στο μεταξύ προαχθεί σε στρατηγό– ήταν ο εκφραστής μιας πλέμπας που τους φαινόταν απεχθής, αχρεία. Ωστόσο, είναι απλοϊκό να εμφανίζεται ως εκφραστής των συμφερόντων των αποκλήρων. Πολλοί βιομήχανοι επωφελήθηκαν από τις επιδοτήσεις, που στόχευαν στην τόνωση της εθνικής βιομηχανίας, και αγκάλιασαν το καθεστώς».
Στιγμιότυπα από την πόλωση και τα επεισόδια κατά την πρώτη περίοδο περονικής διακυβέρνησης.«Αυτό που θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια είναι η πόλωση», λέει ο Εδουάρδο Μασγιορένς, καταξιωμένος αρχιτέκτων και πολεοδόμος, γόνος της μεγαλοαστικής τάξης του Μπουένος Άιρες. «Οι δικοί μας αποκαλούσαν τους περονιστές “γράσα”, επειδή δούλευαν σε μηχανουργεία, “μαυροκέφαλους” επειδή πολλοί ήταν Ινδιάνοι ή σκουρόχρωμοι επαρχιώτες. Εκείνοι μας έλεγαν προδότες, ολιγάρχες, πουλημένους στους ξένους. Ήταν άσχημα τα πράγματα». «Ήμουν μικρό κοριτσάκι, αλλά θυμάμαι πολύ καλά τον φόβο», λέει η Χουλίτα Δανούσσο, που κατάγεται από μία από τις επιφανέστερες οικογένειες της χώρας. «Η μία γιαγιά μου κατάγεται από την οικογένεια της συζύγου του Σαν Μαρτίν, του εθνικού μας ήρωα. Παράλληλα είμαι δεύτερη εξαδέλφη του Τσε Γκεβάρα. Τον Περόν στο σπίτι μου τον έτρεμαν. Θυμάμαι να φωνάζει στο ραδιόφωνο για τους ολιγάρχες. “Για κάθε έναν που σκοτώνουν οι προνομιούχοι, θα σκοτώνουμε δέκα από δαύτους”, φώναζε. “Ωχ, για μας λέει”, μουρμούριζε η μητέρα μου. Η Εβίτα προδότες μας ανέβαζε, πουλημένους μας κατέβαζε».
15.jpg
«Ο Περονισμός των πρώτων χρόνων έφερε μια πραγματική επανάσταση στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Αλλα με τι τίμημα! Επεβλήθη de facto λογοκρισία. Εκκαθαρίστηκαν τα πανεπιστήμια από όλους όσους ασκούσαν κριτική στον Περόν. Το κράτος προωθούσε μια ιδιότυπη λατρεία του προσώπου του στρατηγού και της Εβίτας. Όταν σάρωσε στις εκλογές του 1951, πολλοί τρομοκρατήθηκαν πως θα εδραίωνε μονοκομματικό καθεστώς ως το τέλος της ζωής του», εξηγεί ο Ρίβας Μολίνα. «Από τις πλέον διάσημες περιπτώσεις της μικροπρεπούς εκδίκησης κατά των διαφωνούντων υπήρξε η απομάκρυνση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες από την θέση του διευθυντή της εθνικής βιβλιοθήκης. Τον “προήγαγαν” σε… επιθεωρητή πουλερικών στη δημοτική αγορά!». «Για μένα κυριότερο χαρακτηριστικό του περονισμού, όπως και κάθε λαϊκισμού, είναι ο αυταρχισμός του. Αν δεν σκέφτεσαι όπως εμείς, είσαι εχθρός όχι της ιδεολογίας ή του κόμματός μας, αλλά του λαού!», λέει ο Μασγιορένς.
17.jpg
Η Εβίτα πέθανε το 1952, 33 μόλις ετών. «Καθώς δεν είχε ασκήσει ευθέως εξουσία, δεν την έφθειρε η πολιτική. Παρέμεινε μύθος για πολλούς Αργεντίνους», σημειώνει ο Βάσσερμαν. Μετά το θάνατό της, τη δυσαρέσκεια κατά του Περόν συντηρούσε η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα. Η πολιτική παροχών προκάλεσε τη διασπάθιση του δημόσιου ταμείου, ενώ οι διώξεις των ακαδημαϊκών, των συγγραφέων και του τύπου συνένωσαν κατά του καθεστώτος τις πιο ασυμβίβαστες ομάδες –και όλα τα κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς. Το 1955 οι ένοπλες δυνάμεις ανέτρεψαν τον Περόν σε ένα αιματηρό πραξικόπημα, που βάφτισαν «Επανάσταση Απελευθέρωσης».
Η «Επανάσταση Απελευθέρωσης».«Όσο και αν μισούσαμε τον Περόν, η ντροπή που νιώσαμε τότε δεν περιγράφεται», λέει ο Μασγιορένς. «Αεροπλάνα του στρατού βομβάρδισαν το κέντρο της πρωτεύουσας, χτύπησαν αμάχους στο ψαχνό». «“Επανάσταση Απελευθέρωσης”, πώς!», ειρωνεύεται η Χουλίτα Δανούσσο. «Τι φρίκη! Θυμάμαι που βομβάρδιζαν την πόλη, που φύγαμε πανικόβλητοι από το σπίτι να κρυφτούμε σε ένα μοναστήρι παραδίπλα. Όταν είχε πεθάνει η Εβίτα, πολλοί γιόρτασαν πίνοντας σαμπάνια. Με το πραξικόπημα όμως ντράπηκαν –πού φτάσαμε, να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας, έλεγαν». Η Μαριέλα Κουάδρο, ωστόσο, τονίζει πως ο πολιτικός κόσμος (πλην των περονιστών) πανηγύριζε σύσσωμος. «Δυστυχώς ο αυταρχισμός της πρώτης περιόδου οδήγησε τα πράγματα στα άκρα. Ακόμη και το κομμουνιστικό κόμμα χαιρέτισε τη στρατιωτική επέμβαση –ας μην ξεχνάμε πως ο Περόν υπήρξε, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, φανατικά αντικομμουνιστής, και τους κατεδίωξε ανελέητα!».
14.jpg
Μετά το πραξικόπημα ο Περόν αυτοεξορίσθηκε στην Ισπανία του Φράνκο, όπου παρέμεινε μέχρι την επιστροφή του το 1973. «Τότε δημιουργήθηκε σιγά σιγά ένας άλλος περονισμός, ένας περονισμός χωρίς τον Περόν», εξηγεί ο Μπλίντερ. «Λόγω της απαγόρευσης του, ο περονισμός έγινε λαϊκός μύθος, ξεφεύγοντας από την ίδια του την πορεία. Μέρος της μεσαίας τάξης άρχισε να βλέπει τον περονισμό ως μέρος του αγώνα κατά της δικτατορίας, ως κίνημα αντιιμπεριαλιστικό και αντιχουντικό. Έτσι από ιδεολογία καθεστωτική, γίνεται ξαφνικά αντικαθεστωτική! Με τον Περόν στη Μαδρίτη, διαμορφώθηκε μία ετερόκλητη ομπρέλα πολιτικών οργανώσεων που τον αναγνώριζαν ως ηγέτη τους, που δρούσαν εν ονόματί του: από τους ακροαριστερούς Μοντονέρος ως την ακροδεξιά “Αργεντινή Αντικομμουνιστική Συμμαχία”. Έγινε έτσι ακόμη πιο δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τι είναι ο περονισμός. Ο ίδιος ο Περόν φλέρταρε και επικοινωνούσε με τους πάντες –εκτός βεβαίως από τους κομμουνιστές– προκειμένου να επανέλθει».Δεν το κατόρθωσε παρά μόλις το 1973. Καθ’ όλα τα 18 χρόνια της εξορίας του στη Μαδρίτη, η σκιά του έπεφτε βαριά στην πολιτική ζωή της χώρας. Την τελευταία χαρακτήριζε εφεξής η οικονομική αρρυθμία, οι επεμβάσεις του στρατεύματος και η ένοπλη δράση ακροαριστερών και ακροδεξιών οργανώσεων. Οι ίδιοι οι περονιστές, παράνομοι όντες, ήταν βαθύτατα διαιρεμένοι. «Κατά τη διάρκεια της εξορίας του Περόν, οι περονικές νεολαίες αμφισβήτησαν από τα εργατικά συνδικάτα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο όλο κίνημα», εξηγεί ο Ρίβας Μολίνα. «Σημαντικό τμήμα της νεολαίας εμπνεόταν από τις ακροαριστερές ιδέες και δη από το ένοπλο αντάρτικο που μαινόταν σε διάφορες περιοχές της Νοτίου Αμερικής. Είχε για ίνδαλμα, εξίσου αν όχι περισσότερο από τον Περόν, τον Τσε Γκεβάρα. Σημαντικό κομμάτι της παλαιάς περονικής φρουράς, πάλι, είχε μετακινηθεί προς την άκρα δεξιά. Ανήσυχοι περισσότερο από ποτέ για τυχόν επέλαση του κομμουνισμού, ζητούσαν σύμπραξη με το στράτευμα. Το μόνο πράγμα που ένωνε τους ακροδεξιούς περονιστές με τους Μοντονέρος και άλλες ακροαριστερές συνιστώσες ήταν ο εθνικισμός και η επίκληση του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ. Ο περονισμός στηρίχθηκε ανέκαθεν στο εθνικιστικό αίσθημα». «Το πόσο εύθραυστη ήταν μια τέτοια συμπόρευση φάνηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο την ημέρα της επανόδου του Περόν στην Αργεντινή, το 1973», σημειώνει ο Μπλίντερ. «Δύο εκατομμύρια άνθρωποι συνέρρευσαν στο αεροδρόμιο για να τον υποδεχθούν. Η ημέρα όμως δεν ήταν αυτή του θριάμβου που πολλοί ήλπιζαν. Ακροδεξιοί περονιστές πυροβόλησαν και σκότωσαν δεκατρία άτομα της ακροαριστερής οργάνωσης Μοντονέρος, ενώ τραυμάτισαν πάνω από τριακόσιους».
Σφαγή στο αεροδρόμιο του Buenos Aires την ημέρα επανόδου του Περόν, 1973.Παρά ταύτα, ο Περόν προκήρυξε εκλογές και σάρωσε, κερδίζοντας το 61.85% των ψήφων! Ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι πως είχε τοποθετήσει αντιπρόεδρο στο ψηφοδέλτιό του την τρίτη σύζυγό του, Ισαβέλ Μαρτίνες δε Περόν, μια πρώην χορεύτρια σε καμπαρέ. «Η Ισαβελίτα ποτέ δεν έγινε δημοφιλής», τονίζει ο Μπλίντερ. «Ούτε οδήγησε η δεύτερη περίοδος περονικής διακυβέρνησης στην επιθυμητή αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Ο Περόν πέθανε εννέα μήνες μετά την ανάληψη των προεδρικών του καθηκόντων. Η Ισαβέλ τον διαδέχθηκε στην προεδρία, αλλά απεδείχθη παντελώς ανίκανη. Η γυναίκα δεν ήταν πολιτικός. Έγινε έρμαιο ακροδεξιών συμβούλων, και η χώρα παραδόθηκε στο χάος. Άνοιξε μία εποχή ιδιαίτερα βίαιη: από τη μία τρομοκρατία του κράτους και της ακροδεξιάς, από την άλλη η ένοπλη και συχνά φονική δράση της ακροαριστεράς. Τότε όλοι όσοι είχαν δημόσιο λόγο οπλοφορούσαν», λέει ο Μπλίντερ.
000_arp2160813.jpg
Την Ισαβέλ απομάκρυνε από την εξουσία νέο πραξικόπημα, το 1976. Η τελευταία χούντα της Αργεντινής ιστορίας (1976-1983) ήταν και η πιο βίαιη, και έμεινε τραγικά γνωστή στην παγκόσμια κοινή γνώμη. «Η περίφημη “Διαδικασία Εθνικής Αναδιοργάνωσης” άνοιξε την οικονομία στο διεθνή ανταγωνισμό πολύ απότομα. Το τέλος του προστατευτισμού κατέστρεψε ό,τι απέμενε από την εθνική βιομηχανία. Οι μισθοί έπεσαν, η ανεργία και η φτώχεια διογκώθηκαν, η ολιγαρχία ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της οικονομικής ζωής. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στους 30.000 αγνοουμένους και τα βρέφη που οι στρατιωτικοί απήγαγαν από τις οικογένειές τους, δίνοντάς τα για υιοθεσία σε φίλα προσκείμενους. Η ντροπή αυτή θέλει γενιές για να ξεπλυθεί», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Δυστυχώς η κρατική καταστολή επί χούντας κάνει και την πρώτη περίοδο του Περόν ακόμη να μοιάζει με ουράνιο τόξο».
Η χούντα κατέρρευσε το 1983, μετά το φιάσκο της εισβολής στα νησιά Φώκλαντ και την ταπεινωτική για τον αργεντινό στρατό (και πολύνεκρη) έκβασή της –μια ιστορία που θυμίζει τόσο πολύ την κατάληξη της ελληνικής χούντας, ώστε να προκαλεί προβληματισμό. «Ο στρατός χρησιμοποίησε τα Φώκλαντ και έπαιξε με τη φωτιά του εθνικισμού προκειμένου να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από το φλέγον πρόβλημα της ασθμαίνουσας οικονομίας», λέει ο Μπλίντερ. «Βλακωδώς, οι περισσότεροι χόρεψαν στο ρυθμό των χουντικών, ακόμη και οι αριστεροί: η καραμέλα του εθνικισμού ενώνει. Η πανωλεθρία όμως στις Μαλβίνας (όπως αποκαλούν οι Αργεντίνοι τα νησιά) στέρησε από τον στρατό κάθε νομιμοποίηση, ακόμη και μεταξύ των ακροδεξιών. Η παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς ήταν πια ζήτημα χρόνου».
9.jpg
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ο περονισμός επέστρεψε δυναμικά, τουλάχιστον κατ’ όνομα. «Αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της πρόσφατης ιστορίας μας», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Παρήλασαν τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια “περονιστές” πρόεδροι, οι πολιτικές των οποίων δεν έχουν τίποτε κοινό μεταξύ τους. Ο Κάρλος Μένεμ(1989-1999) για παράδειγμα εφήρμοσε τον πιο ακραιφνή νέο-φιλελευθερισμό στην οικονομία, οδηγώντας σε πλήρη αποβιομηχάνιση. Ο Μένεμ έκοψε κοινωνικές παροχές, ενώ ταυτόχρονα εθνικοποίησε τα χρέη τεράστιων ιδιωτικών επιχειρήσεων! Οι πολιτικές του οδήγησαν την Αργεντινή στη δριμύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας της. Τις καταδικάζουν απερίφραστα οι “παραδοσιακοί” περονιστές, που τον καταριούνται. Ο Νέστoρ και η Κριστίνα Κίρxνερ, από την άλλη, εφήρμοσαν ιδιαίτερα αριστερές πολιτικές, και ανέφεραν συχνά τους Μοντονέρος ως πρότυπο. Έκαναν λόγο για τον «σοσιαλισμό σε εθνικό επίπεδο, με εθνική ανάπτυξη». Προσπάθησαν να επαναφέρουν την εκβιομηχάνιση και και τις παροχές στην εθνική βιομηχανία, τον προστατευτισμό της πρώτης περονικής περιόδου. Τι σχέση έχει η Κριστίνα με τον Μένεμ; Είναι σαν το λάδι με το νερό. Κι όμως, αμφότεροι δηλώνουν περονιστές».
5.jpg
6.jpg
«Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ περονιστών είναι τόσο βαθιές, ώστε η πιο έντονη αντίδραση στις κυβερνήσεις των περονιστών είναι από άλλους περονιστές», τονίζει ο Μπλίντερ. «Ο ίδιος ο Περόν είχε κάποτε πει, χαριτολογώντας –μα όλοι οι Αργεντίνοι είμαστε περονιστές!», λέει η Μαριέλα Κουάδρο. «Νομίζω πως το όλο μπέρδεμα γύρω από τον όρο τον δικαιολογεί». «Προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία, οι περονιστές έμαθαν να προσαρμόζονται. Από τον νεοφιλελευθερισμό πέρασαν στον αντιαμερικανισμό, τον εθνικισμό, την αριστερίστικη ρητορεία», λέει ο Ρίβας Μολίνα. «Αλλά και η Αργεντινή είναι σήμερα ό,τι είναι λόγω του περονισμού. Ο Αργεντίνος είναι εγωιστής, είναι φυγόπονος και ταυτόχρονα εθνικιστής –με την έννοια της αυταρέσκειας και ενίοτε της ξενοφοβίας. Ακριβώς σαν τον Περόν».Η κυβέρνηση Μάκρι, τονίζουν και οι τρεις συνομιλητές, είναι η πρώτη μη περονιστική κυβέρνηση από το 1946 που ήλθε στην εξουσία με ελεύθερες εκλογές. Αν και η ανησυχία για τα εργασιακά και κοινωνικά κεκτημένα και τις αναμενόμενες ιδιωτικοποιήσεις είναι διάχυτη σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είναι ακόμα πολύ νωρίς για να αποτιμηθεί η πορεία του Μάκρι. «Καμία μη-περονιστική κυβέρνηση, από το 1946 ως σήμερα, δεν ολοκλήρωσε τη θητεία της», λέει ο ο Ρίβας Μολίνα. «Να δούμε αν θα τα καταφέρει η παρούσα. Και αν, επί τέλους, θα γνωρίσει η Αργεντινή τη σταθερότητα και την ανάπτυξη που όλοι υποσχέθηκαν, περονιστές και μη. Όλοι προσπάθησαν, υποτίθεται, να την επιτύχουν, εφαρμόζοντας μιαν εκπληκτική ποικιλία οικονομικών συνταγών! Και οι Αργεντίνοι αισθάνονται πια έμπειρα πειραματόζωα».

