Πειραιάς βαθύς

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου , Πειραιάς βαθύς

…Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Ο φούρνος του Ηπειρώτη κυρ Φώτου στη Λεωφόρο Χατζηκυριακού και Μαυροκορδάτου γωνία είναι πασίγνωστος από την Πηγάδα και του Βρυώνη ως την Καρβουνόσκαλα. Ο κυρ Φώτος κι αν είναι αγαθή ψυχή και αγαπητός στον κόσμο· όπως κι οι δυο καλόγνωμοι βοηθοί του, πατριωτάκια του από την Ήπειρο.

Αλλά πριν καλά ξημερώσει, ποτέ δεν είχαν μαζευτεί τόσοι άνθρωποι έξω απ’ τον φούρνο του. Δεν περίμεναν για ψωμί, η ανατριχιαστική στριγκιά ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού είχε ξεσηκώσει τους γείτονες να τρέξουν.

Η μικρή είχε πάει πρώτη στον φούρνο, έσπρωξε την πόρτα να μπει και δεν μπορούσε. Έσπρωξε πιο δυνατά κι από το άνοιγμα είδε πως τη φράκαρε το ματωμένο σώμα ενός πεσμένου άντρα· ο ένας βοηθός του κυρ Φώτου, με τον λαιμό κομμένο, την κοίταζε με παγωμένα μάτια ορθάνοιχτα.

Πλάκωσαν μπάτσοι απλοί και μπάτσοι γαλονάτοι, με στολή και με πολιτικά· εμφανίστηκε κι ένας νεαρός αξιωματικός γνωστός ως ντετέκτιβ. Τέτοια ιδιότητα δεν υπάρχει στο Σώμα, ντετέκτιβ τον λένε οι άλλοι αστυνομικοί για τις υποθέσεις που έχει λύσει. Σπανίως φόραγε τη στολή του, προτιμούσε να κυκλοφορεί με πολιτικά για να περνάει απαρατήρητος και όποτε χρειαζόταν δεν δίσταζε να μεταμφιεστεί……..