Πώς ήταν η γλώσσα σας πριν 1000 χρόνια; Και πώς ήταν πριν 500 χρόνια;
Για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά, δόξα να ’χει ο Γιαραμπής, υλικό υπάρχει· και πριν 1000 χρόνια, και πριν 500, οι πρόγονοί μας ήταν πολυγραφότατοι.
Από την άλλη, για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά συγκεκριμένα, μπαίνει το αιώνιο γλωσσικό ζήτημα. Γιατί ήταν μεν πολυγραφότατοι οι πρόγονοί μας, αλλά δεν ήταν πολυγραφότατοι στη γλώσσα που μιλούσανε.
Εδώ μπαίνει βέβαια μεγάλη συζήτηση για το αν τελικά καλά κάνουμε που θεωρούμε τη λόγια γλώσσα που γράφανε οι περισσότεροι (και που επηρέαζε τα γραφόμενα και των υπολοίπων) κάτι το ξένο και το τεχνητό, κάτι που δεν ήταν πραγματικά «η γλώσσα μας». Γλώσσα της οικογενειακής εστίας των περισσότερων δεν ήτανε. Κάποιες εστίες πάντως φαίνεται πως ήταν και παλαιότερα καθαρολόγες· ο αναγεννησιακός ελληνιστής Φραγκίσκος Φίλελφος π.χ., ενώ μεμψιμοιρεί για την κατάντια της δημώδους που είδε στην Πόλη και στο Μωριά («η ίδια η γλώσσα έχει τόσο εκφυλιστεί, που δεν θυμίζει σε τίποτα την αρχαία και σοφότατη Ελλάδα. Βαρβαρότατοι όλοι τους με τρόπους πραγματικής βαρβαρίας»), αναγνωρίζει το 1451, στην Πόλη που έμενε, πως «οι αυλικοί κρατούν τη σεμνότητα και την αβρότητα της αρχαίας λαλιάς· ιδίως οι αριστοκράτισσες, οι οποίες, επειδή δεν έχουν καμιά ανταλλαγή με ξένους άντρες, χρησιμοποιούν την αυτούσια και αγνή ελληνική γλώσσα ακέραια.»
Ας συνεχίσουμε πάντως σαν απλούστευση να υιοθετούμε την καθιερωμένη γραμμή των ιστορικών γλωσσολόγων, όσο προβληματική κι αν είναι, πως όταν ρωτάμε για τη γλώσσα μας πριν 1000 ή 500 χρόνια, αναφερόμαστε σε γλώσσα δημώδη, ανθρώπων του λαού, χωρίς πολλές-πολλές επιρροές από τη λόγια γλώσσα. (Απλούστευση και προβληματική, είπαμε, αλλά όχι και εντελώς παράλογη απαίτηση.)
Για το «πριν 1000 χρόνια», η παραγγελιά για τα νεοελληνικά είναι κομμάτι δύσκολη. Κείμενα από το 1019 έστω και κάπως δημώδη, με το ζόρι θα βρούμε:
• Έχουμε π.χ. τις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές που χρονολογούνται πριν 1200 χρόνια, όταν οι βούλγαροι ήταν ακόμα τουρκόφωνος λαός, και κατέγραφαν τις νίκες τους σε επιγραφές σε δημώδη ελληνικά. (Υποθέτουμε πως έβαζαν να τις γράφουν έλληνες αιχμάλωτοι.) Είναι βέβαια φοβερό τα πρωιμότερα κείμενα σε κάτι που μπορούμε να αποκαλέσουμε νεοελληνικά, να καταγράφουν ήττες ελλήνων. (Επιγραφή του Πρεσιάνου Α! όταν πάτησε τους Φιλίππους: Τους Χριστηανους οι βουλγαρις πολα αγαθα επυισα[ν] κ(ε) οι Χριστηανοι ελησμονησαν, αλλα ο θ(εο)σ θεορι.) Γι’ αυτό επόμενο είναι τα κείμενα αυτά να μην πολυμνημονεύονται στην Ελλαδα. Πάντως ήδη πριν 1000 χρόνια, οι βούλγαροι ήταν πλέον σλαβόφωνοι, και έγραφαν τις επιγραφές τους στα σλαβονικά.
• Έχουμε σκόρπια ρητά και παροιμίες· ο Ιωάννης Σκυλίτζης π.χ. παραδίδει στα τέλη του ια! αιώνα το «καθημαξευμένον» (παναπεί λαϊκό) εώ σε έκτισα, φούρνε, εώ ίνα σε χαλάσω.
• Κατεβατά πλέον κείμενα δημώδη μέχρι ένα σημείο έχουμε από πριν 900 χρόνια και εξής: τους Στίχους καθ’ όν κατεσχέθη καιρόν του Μιχαήλ Γλυκά, τον Πτωχοπρόδρομο, ίσως και το Σπανέα. Αλλά επειδή τα δημώδη κείμενα δεν περίμενε κανείς να τα αντιγράφουν τόσο πιστά όσο και κανάν Όμηρο, η γλώσσα τους μάλλον πλησιάζει περισσότερο το χρόνο που τα κατέγραψαν οι γραφιάδες στα αντίτυπα που έχουμε, που χρονολογούνται πριν 700 χρόνια και δώθε. (Και η γραπτή παράδοση του Διγενή είναι τόσο μπλεγμένη, που προτιμώ να μην την αναφέρω καν.)
Το πιο κοντινό δείγμα που θα διαλέξω για το πώς ήταν η γλώσσα μας πριν 1000 χρόνια, είναι το τραγουδάκι για τον Αλέξιο Α! Κομνηνό, που το σκαρφίστηκαν όταν ξέφυγε την Κυριακή της Τυροφάγου (13 Φεβρουαρίου 1081) από συνωμοσία να τον τυφλώσουν, και σε σύντομο διάστημα έγινε αυτοκράτορας. Το τραγουδάκι το καταγράφει, με πολλή δυσφορία για το χυδαίον της γλώσσας, η κόρη του η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα:
Το Σάββατον της Τυρινής
χαρής, Αλέξη, εννόησές το
και την Δευτέραν το πρωί
ύπα καλώς, γεράκιν μου.
Στην τρέχουσα νεοελληνική:
Το Σάββατο της Τυρινής
να χαρείς, Αλέξη, το κατάλαβες
και τη Δευτέρα το πρωί
πήγαινε καλά, γεράκι μου.
Κοντά πολύ είναι· και μ’ όλο που άλλαξα δύο λέξεις, και με το εννόησες θα γινόταν καταληπτό. Η κλήση της δεύτερης λέξης ύπα αρχαία δεν είναι, αλλά δεν θα έβγαζε νόημα στη σύγχρονη γλώσσα, που έχει αλλάξει το υπάγω > πάω σημαντικά. (Μας ξενίζει πάντως η υποτακτική χαρής χωρίς το να.)
Ο μόνος φθόγγος που ξέρουμε πως άλλαξε προφορά έκτοτε στα νεοελληνικά ήταν το <υ> (και το <οι>), που άλλαζε προφορά τότε από /y/ σε /i/. Γι’ αυτοί οι Κορυφοί (Κέρκυρα) ειπώθηκαν στα γαλλικά Corfu, και η Οινόη από τους τούρκους Ünye. Έχουμε πάντως ποίημα του 1030 που κοροϊδεύει τη νέα προφορά (Ἐμοὶ πατρίς, βέλτιστε, τραχὺ χωρίον, / ὅπου περ ἀνδρῶν καὶ βοῶν ἶσαι φρένες, / οἳ το κρύον λέγουσιν ἀφρόνως κρίον, / καὶ τὸ ξύλον λέγουσιν ἀγροίκως ξίλον): η μεταβολή δηλαδή είχε ήδη ξεκινήσει.
Η αλήθεια είναι πως η μόνη ουσιώδης διαφορά στα κείμενο του 1081 και τη μεταγλώττιση είναι τα τελικά ν, που η δημοτική δεν τα αντέχει πια. Σε ομιλητές της Κοινής Νεοελληνικές μάλλον θα θυμίζουν τα πιο συντηρητικά κυπριακά. Κατά πάσα πιθανότητα προφερόταν τότε ακόμα και τα διπλά σύμφωνα, όπως εξ άλλου συνεχίζεται να γίνεται στα κυπριακά.
Α, το τραγουδάκι δεν θα το άφηνε βέβαια ήσυχο η Άννα Κομνηνή έτσι καθημαξευμένο που ήταν. Του προσθέτει μια μεταγλώττιση πιο ευπρεπή:
κατὰ μὲν τὸ Τυρώνυμον Σάββατον ὑπέρευγέ σοι τῆς ἀγχινοίας, Ἀλέξιε, τὴν δὲ μετὰ τὴν Κυριακὴν Δευτέραν ἡμέραν καθάπέρ τις ὑψιπέτης ἱέραξ ἀφίπτασο τῶν ἐπιβουλευόντων βαρβάρων.
Κάτι χάνει βέβαια σε αποφθεγματικότητα η απόδοση, αλλά μην είμεθα και πλεονέκται.
Αν τώρα γυρίσουμε μπρος το καντράν 500 χρόνια, η νεοελληνική του τότε ακούγεται μέσες-άκρες σαν αρχαΐζουσα διάλεκτος της νεοελληνικής τώρα. Μάλιστα πιο πολλή διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις νεοελληνικές διαλέκτους τώρα, παρά ανάμεσα στην νεοελληνική 500 χρονών και την τωρινή. Η κυπριακή πριν 500 χρόνια μοιάζει περισσότερο στην τωρινή κυπριανή παρά στην κοινή νεοελληνική· το ίδιο και με τα κρητικά. Γι’ αυτό και θα ’ταν παραπλανητικό να παραθέσουμε παραδείγματα.
Δεν έχουμε και τόσα κείμενα στα Επτανησιακά και Πελοποννησιακά, τη διαλεκτική ομάδα δηλαδή που θεωρείται πρόγονος της κοινής νεοελληνικής. Έχουμε όμως την μετάφραση ιταλικής παράφρασης της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς τε και Νέας Διαθήκης, που έκανε ο Ιωαννίκιος Καρτάνος to 1536. Ο Καρτάνος ήταν κερκυραίος· το κείμενό του δηλαδή είναι ότι πιο κοντινό θα βρούμε σε 500 χρονών αντίστοιχο της κοινής νεοελληνικής.
Φωνολογικά, το κείμενο είναι βασικά σύγχρονο. Έχει μπόλικα τελικά ν, σαν και το δείγμα από την Κομνηνή· αλλά έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε πως ήδη τα τελικά ν ήταν σύμβαση πλέον της γραπτής ελληνικής, και δεν προφέρονταν.
(Ο Βαλέτας στις εκδόσεις του κειμένων της εποχής τα εξοβέλιζε με μένος ευπρεπώς δημοτικίστικο, ίσως όχι όμως και επιστημονικότατο). Τα /dz, ts/ τα γράφανε και τα δύο <τζ>, αλλά η συνήθεια αυτή κράτησε μέχρι και το ιθ! αιώνα, οπότε την αγνοούμε. Ο Καρτάνος δεν συναίρει τα /i, e/ πριν από φωνήεν, αλλά αυτό δεν το κάνουν τα κερκυραίικα ούτε και τώρα, οπότε δεν μπορούμε να το πούμε αυτό συνεπή αρχαϊσμό.
Αλλά και γραμματικά το κείμενο έχει κατασταλάξει σχεδόν στην γκάμα αυτών που γίνονται στις σύγχρονες διαλέκτους. Οι νέοι σύνθετοι χρόνοι—ο μέλλοντας, ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος, ο υποθετικός—δεν είχαν καταλήξει ακόμα στις γνώριμες μορφές που έχουν σήμερα, ήταν πάντως καθ’ οδόν.
Το κύριο που ξεχωρίζει τελικά με τα νεοελληνικά 500 χρονών είναι το πόσο λαϊκά ακούγονται σήμερα. Η νεοελληνική τώρα είναι πολύ πιο παλαιική τώρα παρά τότε, χάρη στη μαζική εισαγωγή αρχαϊζόντων στοιχείων στη γλώσσα μέσω της καθαρεύουσας. Δεν επηρεάστηκε μόνο το λεξιλόγιο· η χρήση της γενικής για τα έμμεσα αντικείμενα, για παράδειγμα, έχει περιοριστεί έκτοτε στις αντωνυμίες. (Το εις το/στο που το εκτόπισε στα ουσιαστικά αρχαιοπινές δεν είναι, και εδώ μάλλον μπήκε και ο παράγοντας δυτικές γλώσσες.)
Ορίστε ο πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων, όπως εμφανίζεται στην Παλαιά τε και Νέα Διαθήκη. Μια χαρά κατανοητή γλώσσα και σήμερα, απλώς κάπως παλαιομοδίτικη:
Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πως ο Ιησούς Χριστός υπήγεν μίαν φοράν εις την Βεριάδα θάλασσα και υπήγανε μετ’ αυτόν πολλοί άνθρωποι δια τα θαύματα οπού έκανε, και εκάθησε με τους μαθητάδες του εκεί εις ένα μεγάλο βουνό και άρχισε και εδίδασκε εκεινών των ανθρώπων. Και ήτον σιμά το Πάσχα οπού έκαναν οι Ιουδαίοι, και οι άνθρωποι οπού έρχονταν ήσαν πολύ πλήθος, και λέγει του αγίου Φιλίππου: Ω Φίλιππε, πούθε να αγοράσομε ψωμί να φάνε τόσοι άνθρωποι; Και τούτο το είπε δια να τον δοκιμάσει, διότι αυτός ήξευρε εκείνο οπού ήθελεν να κάμει. Λέγει του ο Φίλιππος: Διακόσια δουκάτα δεν μας σώνουν να τους δώσομε πάσα ενός ένα μπουκούνι.
Ό εστί μεθερμηνευόμενον:
Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πως ο Ιησούς Χριστός πήγε μια φορά στην Τιβεριάδα θάλασσα και πήγανε μαζί του πολλοί άνθρωποι εξαιτίας των θαυμάτων που έκανε, και κάθησε με τους μαθητές του εκεί σ’ ένα μεγάλο βουνό και άρχισε να διδάσκει σ’ εκείνους τους ανθρώπους. Και ήταν σύντομα το Πάσχα που έκαναν οι Ιουδαίοι, και οι άνθρωποι που ερχόνταν ήταν μεγάλο πλήθος, και λέει στον άγιο Φίλιππο: Φίλιππε, πού θα αγοράσουμε ψωμί να φάνε τόσοι άνθρωποι; Και τούτο το είπε για να τον δοκιμάσει, διότι αυτός ήξερε τι ήθελε να κάνει. Του λέει ο Φίλιππος: Διακόσια δουκάτα δεν μας φτάνουν να δώσουμε στον καθένα μια μπουκιά.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι στο θαυμάσιο άρθρο του Νικολάου. Μόνο να επισημάνω το παράξενο «την Βεριάδα» που υποθέτω πως είναι λάθος ή του γραφέα ή του τυπογράφου ή του ίδιου του Καρτάνου από το Τιβεριάδα, με σφαλερή επανανάλυση (Τιβεριάδα -> Τη Βεριάδα). Που δείχνει κι αυτό, αν ισχύει, πως τα τελικά νι γράφονταν συμβατικά.
πηγη: sarantakos.wordpress.com
