Λέξεις που χάνονται

— Ζ —

ζοφερός: (επίθ.) σκοτεινός / (μτφ.) αυτός που εμπνέει φόβο, απαισιοδοξία, μελαγχολία.

— Θ —

θαλερός: (επίθ.) φυλλώδης, ανθηρός, φυλλοφόρος.

θάλλος: (ουσ. ουδ.) νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι. φύλλωμα.

θεμιτός: () .

θωπεύω: (ρ.) χαϊδεύω, περιποιούμαι υπερβολικά / μτφ. κολακεύω, καλοπιάνω.

— Ι —

ιλαρός: (επίθ.) χαρούμενος, φαιδρός, χαρωπός.

ιταμός: (επίθ.) αυθάδης, θρασύς, προκλητικός.