Λέξεις που χάνονται

— Ε —

εγείρω:

ειμαρμένη:

εκμαυλίζω: (ρ.) .

ελλοχεύω: (ρ.) ενεδρεύω, παραμονεύω, στήνω καρτέρι.

εμφωλεύω: (ρ.) φωλιάζω, κουρνιάζω, (πληροφ.) ενσωματώνω υπορουτίνα σε ρουτίνα.

εμπάθεια: (ουσ. θηλ.) μοχθηρία, μίσος, έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, πάθος εναντίον κάποιου.

εμπαιγμός: (ουσ.) το περίπαιγμα, ο χλευασμός / η εξαπάτηση, το παιχνίδισμα.

εναργής: (επίθ.)

ενδελεχής: (επίθ.) 1. αυτός που είναι συνεχής, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, ατελείωτος: «ενδελεχής αναζήτηση του δράστη» αντίθετα: στιγμιαίος. 2.(μτφ.) αυτός που γίνεται με αδιάκοπη και διαρκή επιμέλεια, ο επίμονος.

ενδόμυχος: (επίθ.) .

επαίσχυντος:

επάρατος:

επίνειο: (ουσ. ουδ.) πόλη ή οικισμός με λιμάνι ή όρμο που εξυπηρετεί μια πόλη (κυρίως μεσογειακή).

επίπλαστος: (επίθ.) ψεύτικος.

ευεπίφορος: (επίθ.) επιρρεπής.

ευημερία: (ουσ. θηλ.) ευπορία, ευζωία, καλοπέραση.

ευθαρσώς: (επίρ.) .

ευκαταφρόνητος: (επίθ.) 1. αυτός που είναι άξιος να καταφρονηθεί 2. (μτφ.) αυτός που δεν είναι υπολογίσιμος, ο τιποτένιος, ο ασήμαντος, ο αναξιόλογος.