Λέξεις που ξεχνιούνται

— Α —

αβυσσαλέος: (επίθ.) .

αγαστός: (επίθ.) .

αδυσώπητος: (επίθ.) .

ακόρεστος

αλεξιβρόχιο: ομπρέλα

αλτρουιστής: (ουσ. αρσ.) .

αλώβητος: (επίθ.) αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά.

αμείλικτος: (επίθ.) .

αμετροέπεια: (ουσ. θηλ.) η έλλειψη μέτρου στα λόγια.

άμιλλα

αμφίψωμο: (ουσ. ουδ.) το σάντουιτς, το τοστ.

ανδραγαθία

απεχθής: (ουσ. ουδ.) εχθρικός, μισητός, αποκρουστικός, αντιπαθητικός, απαίσιος, αποτροπιαστικός.

άτεγκτος

ατόπημα: (ουσ. ουδ.) η ακατάλληλη για τις περιστάσεις και συνθήκες ενέργεια.

άφατος: (επίθ.) [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: στερ. α + φατός ‹ φημί = λέω, μιλώ] ανέκφραστος, απερίγραπτος: «άφατη χαρά».