Ο Θάνος Βερέμης αναλύει (αλύπητα) το φαινόμενο Ανδρέα Παπανδρέου σε μια συναρπαστική συνομιλία μας

 Ένας διάλογος με τον γνωστό πανεπιστημιακό και συγγραφέα για το φαινόμενο Ανδρέας Παπανδρέου με αφορμή την έκδοση δύο εύληπτων βιβλίων για τον αμφιλεγόμενο και χαρισματικό πολιτικό που διαμόρφωσε τη νεότερη Ελλάδα 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ  10.4.2017
 Ήταν άνθρωπος εντυπωσιακός, επιβλητικός αλλά ταυτόχρονα προσιτός.   Τόσο όσοι ζήσαμε τη δεκαετία του ’80 στα καλύτερα και στα χειρότερά της όσο και όσοι είδαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε γι’ αυτή χάρη στο πρόσφατο “revival” που τόσες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις πυροδότησε, συμφωνούμε νομίζω απολύτως στο εξής:
 Είναι αδιανόητο να αναφερθείς στην εποχή αυτή δίχως να μνημονεύσεις τον πολιτικό ηγέτη που κυριάρχησε τότε και που λατρεύτηκε όσο λίγοι. Ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει κανείς γι΄αυτόν, ο Ανδρέας Παπανδρέου σημάδεψε ανεξίτηλα τα χρόνια εκείνα με τον λόγο, τα έργα και τις πράξεις του. 
Με τον χαρακτήρα, τα βιώματα, τις ιδέες, τη δράση, την προσφορά, τις αντινομίες και το συνολικότερο «ψυχογράφημα» του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργού της χώρας επί 11 συνολικά έτη καταπιάνεται στα δύο βιβλία που μόλις εξέδωσε ο πανεπιστημιακός Θάνος Βερέμης, αφιερώνοντας το πρώτο αποκλειστικά σε εκείνον και συμπεριλαμβάνοντάς τον στους έξι επιδραστικότερους ηγέτες της νεοελληνικής ιστορίας στο δεύτερο. 
Έχοντας γνωρίσει προσωπικά τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρακολουθήσει από κοντά την πορεία του και ανατρέξει, παράλληλα, στις ουκ ολίγες αναφορικά με το πρόσωπό του εκδόσεις που έγιναν ως τώρα, καταφέρνει να σκιαγραφήσει με αρκετά ικανοποιητική απλότητα, πιστότητα και αντικειμενικότητα το πορτρέτο του «ήρωά» του αλλά και των ιστορικών περιόδων στις οποίες πρωταγωνίστησε – περίοδοι που δίχως τη γνώση τους θα δυσκολευόμασταν πολύ να κατανοήσουμε το τι, το πώς και το γιατί της σημερινής, πολύ λιγότερο αισιόδοξης αλλά σίγουρα ρεαλιστικότερης «κατάστασης πραγμάτων». 

Ιδού το «απόσταγμα» της ενδιαφέρουσας περί Ανδρέα κουβέντας με τον ομότιμο καθηγητή Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδρυτή του ΕΛΙΑΜΕΠ ένα ηλιόλουστο, ανοιξιάτικο, καταπράσινο σαν μακέτα παλιάς αφίσας του ΠΑΣΟΚ πρωί στα γραφεία του Ιδρύματος στη Βασιλίσσης Σοφίας.
 Μιας λεωφόρου που συχνά τα χρόνια της παντοδυναμίας του Ανδρέα πλημμύριζαν, θυμάμαι, σε κάθε προεκλογική περίοδο αλλά και στην καθιερωμένη πορεία για το Πολυτεχνείο προς την αμερικανική πρεσβεία μυριάδες κόσμου, αποθεώνοντας τον διάπυρο κήρυκα της «Αλλαγής» – μιας «Αλλαγής» που, τρεις δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να παραμένει ως προς την κυριολεξία της έννοιας το μεγάλο, χιμαιρικό σχεδόν ζητούμενο σε τούτο τον τόπο.  
    Η «αγάπη του λαού» ήταν ο δικός του πλούτος και πράγματι οι ψηφοφόροι του, ο απλός κόσμος τον αγάπησε όσο κανέναν πολιτικό. Ακόμα και σήμερα συναντάς φανατικούς του λάτρεις – προχθές έξω από τον Ευαγγελισμό διασταυρώθηκα με έναν ηλικιωμένο που αναγνωρίζοντάς με κι έχοντας προφανώς υπόψη το βιβλίο μου άρχισε να μου φωνάζει «τι είναι αυτά που γράφεις, δεν ντρέπεσαι, ποιος είσαι εσύ που θα μιλήσεις για τον Ανδρέα!..». 

  — Πώς προέκυψε να «εκδώσετε» τον Ανδρέα Παπανδρέου σε δύο, ουσιαστικά, βιβλία; 

Είχα κατά νου να γράψω για τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ καιρό τώρα και όταν μου το ζήτησαν, ανταποκρίθηκα αμέσως. Πρόκειται άλλωστε για έναν χαρισματικό πολιτικό που σημάδεψε τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, μια προσωπικότητα ιδιαίτερη την οποίο παρακολούθησα, διάβασα, άκουσα αλλά και γνώρισα από κοντά. Στο «Δόξα & Αδιέξοδα» (εκδ. Μεταίχμιο) τον αντιμετωπίζω κυρίως θεσμικά, στο «Ανδρέας Παπανδρέου-μεγάλες προσδοκίες» (εκδ. Πατάκης) επιχειρώ ένα πιο «εκ βαθέων» ψυχογράφημα του ανδρός σύμφωνα και με τις μαρτυρίες ανθρώπων που τον έζησαν.

  — Ήταν γράφετε από μικρός ένα «ευαίσθητο παιδί»…

 Αναμφίβολα, η σχέση άλλωστε με τον πατέρα του ήταν προβληματική και ο ίδιος ο «γέρος» μάλλον επιπόλαιος στη συμπεριφορά του απέναντί του. Όταν π.χ. ο νεαρός Ανδρέας είχε κάνει την «αποκοτιά» να κυκλοφορήσει ένα σοσιαλιστικό περιοδικό στο Κολέγιο Αθηνών επί Μεταξά και ο διευθυντής του Κολεγίου Όμηρος Ντέιβις, ένας μάλλον φιλελεύθερος άνθρωπος χωρίς «μικρόβιο» αντικομμουνιστικό είχε καλέσει τον πατέρα του με σκοπό να «κουκουλώσουν» το θέμα, ο Γεώργιος δεν συναίνεσε, αντίθετα το εξέλαβε ως επίθεση εναντίον του ιδίου εξαιτίας της πολιτικής του δράσης. Ο νεαρός Ανδρέας είχε επίσης βιώσει εγκατάλειψη και γι΄αυτό «εκδικήθηκε» αργότερα τον πατέρα του εμπλεκόμενος στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ (Μάιος ΄65) που συνέβαλε στην εκδήλωση της «αποστασίας» και τελικά στην παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Αλλά και νωρίτερα, όταν έμαθε ότι ο Γεώργιος είχε καταφέρει έλθει σε κάποιο συμβιβασμό με τον βασιλιά και τον Κανελλόπουλο της ΕΡΕ, ο Ανδρέας έσπευσε να το καταγγείλει δημόσια απαξιώνοντας τις «μυστικές συναντήσεις» και προτείνοντας «κυβέρνηση πεζοδρομίου»!
 «Μα τι κάνεις, θα μας καταστρέψεις!», τον είχε «μαλώσει» τότε ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου και τότε μόνο ο Ανδρέας «μαζεύτηκε», δίχως όμως και να μεταβάλλει τις απόψεις του

. — Φταίει σαν να λέμε εκείνος για την αποστασία και τη χούντα που ακολούθησε;

 Δεν είπα αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης βαραίνει σαφώς το παλάτι που επέδειξε αυταρχισμό, ανωριμότητα και επιπολαιότητα, ωστόσο στην εξέλιξη αυτή είχε συμβάλει και ο Ανδρέας με τους τυχοδιωκτισμούς του – άθελά του, βεβαίως.   Ήταν εύστροφος, ευφυέστατος, μεγάλος οραματιστής αλλά παράλληλα ασταθής κι απρόβλεπτος, κάτι που οφειλόταν στις καταθλιπτικές του τάσεις και τον διπολισμό του 
— Έχει ενδιαφέρον πάντως ότι τα είκοσι χρόνια που έζησε στην Αμερική, ελάχιστο ενδιαφέρον είχε εκδηλώσει για την πολιτική. Πράγματι. Ουσιαστικά στην πολιτική αρένα τον «έσπρωξαν» να βγει επιστρέφοντας στην Ελλάδα τόσο η επιθυμία του να τη «βγει» στον πατέρα του όσο και οι προτροπές του Πάνου Κόκκα, εκδότη της εφημερίδας Ελευθερία με τον οποίο αργότερα βρέθηκαν απέναντι εφόσον ο Κόκκας από ένθερμος υποστηρικτής του Γεώργιου Παπανδρέου έγινε «μητσοτακικός» μετά την αποστασία.

 — Η δική σας γνωριμία μαζί του;

 Τον πρωτοσυνάντησα τέλη δεκαετίας του ’70, όταν ακόμα ήταν στην αντιπολίτευση. Ήταν άνθρωπος εντυπωσιακός, επιβλητικός αλλά ταυτόχρονα προσιτός. Ήξερε καταρχήν να ακούει τον συνομιλητή του, αρετή σπάνια για πολιτικό. Σε πρόσεχε, έδινε βάρος σε ό,τι του έλεγες, σε προκαλούσε κιόλας να εκφράσεις την άποψή σου. Ταυτόχρονα σε ψυχολογούσε – ήταν εξίσου καλός σε αυτό – και σου αποκρινόταν αυτό ακριβώς που ήθελες να ακούσεις! Πράγμα βέβαια που τον έκανε άριστο δημεγέρτη. Ήταν επίσης εύστροφος, ευφυέστατος, μεγάλος οραματιστής αλλά παράλληλα ασταθής κι απρόβλεπτος, κάτι που οφειλόταν στις καταθλιπτικές του τάσεις και τον διπολισμό του τον οποίο γνώριζαν τόσο η πρώτη του σύζυγος, η ψυχολόγος Χριστίνα Ρασσιά που το ’92 εξέδωσε κι ένα βιβλίο γι΄αυτόν όσο και οι προσωπικοί του γιατροί, ο Παρασκευάς Αυγερινός και ο Κώστας Στεφανής. Σύμφωνα π.χ. με τον Αυγερινό, λίγο πριν τον θρίαμβο του ’81 ο Ανδρέας βρισκόταν σε άθλια κατάσταση επειδή είχε «υποχρεωθεί» – ύστερα από «ορμήνεια» του Μένιου Κουτσόγιωργα – να χωρίσει με τη Βάσω Παπανδρέου (με την οποία διατηρούσε παράλληλη σχέση) προκειμένου να μην «αμαυρωθεί» η πολιτική του καριέρα.   

 — Κάτι που δεν συνέβη χρόνια αργότερα με τη Δήμητρα Λιάνη… 

  Όχι γιατί τη δεκαετία του ’90 είχαν αλλάξει πια αρκετά τα ήθη ενώ ο ίδιος ήταν πια ένας καταξιωμένος, λαοπρόβλητος ηγέτης που «μιλούσε» στο θυμικό πολλών έχοντας δίπλα του μια όμορφη και πολύ νεότερή του γυναίκα.

 — Ήταν όντως τόσο «γυναικάς» όσο φημολογούνταν;

 Αυτό ίσχυε σίγουρα για τον πατέρα του που υπήρξε μεγάλος «μουρντάρης», όμως η περίπτωση του Ανδρέα ήταν διαφορετική:
 όντας βαθιά συναισθηματικός, ερωτευόταν πραγματικά τις γυναίκες με τις οποίες «έμπλεκε», δεν είχε δηλαδή καθόλου συμπεριφορά «Καζανόβα»! Αυτό άλλωστε που αναζητούσε δεν ήταν τόσο το πάθος όσο η αγάπη, είτε επρόκειτο για την αγάπη των γυναικών είτε των κομματικών του στελεχών είτε των ψηφοφόρων του. Μια διαπίστωση που απλώς συμπληρώνει την εικόνα ενός ευπαθούς οργανισμού που προσπαθούσε να ρυθμίσει τη ζωή του με το να είναι διαρκώς αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας. 

— Για ποια πράγματα θα άξιζε να τον μνημονεύουμε με πρόσημο θετικό; 

Άλλοτε με ορθούς, άλλοτε με λάθος τρόπους, είναι γεγονός ότι προσέδωσε σημασία, αυτοπεποίθηση και περηφάνια στον «μικρό» άνθρωπο, τον μεροκαματιάρη, τον μη προνομιούχο. Πυροδότησε άλλωστε με τις πολιτικές του τη μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα και αναδιανομή εισοδήματος που συνέβη μεταπολεμικά, κάτι που βέβαια στηρίχθηκε στις ανεξέλεγκτες παροχές και τον διαρκή δανεισμό. Αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο και προώθησε σημαντικά την ισότητα των γυναικών, μολονότι σε ελάχιστες εμπιστεύθηκε κυβερνητικές θέσεις. Επί των ημερών του κατοχυρώθηκαν επίσης σημαντικά εργασιακά δικαιώματα, ταυτόχρονα όμως έγινε καθεστώς ο κρατικοδίαιτος κομματικός συνδικαλισμός. 

Πηγή: www.lifo.gr