Ν. Καζαντζάκης – Wake Up, John Bull!

Ένας αργάτης, πολύ αγαπημένος μου, η πιο ατόφια ρωμαίικη ψυχή πού συνάντησα στη ζωή μου, ο Γιώργης ο Ζορμπάς, μου δηγόταν μια μέρα στη Μάνη, όπου σκάβαμε να βρούμε κάρβουνο, πώς έγινε ο περασμένος παγκόσμιος πόλεμος:

— Άκουσε, αφεντικό, μου έλεγε, άκουσε ·να μάθεις πώς ήρθε, από πού ήρθε ο αναθεματισμένος: Μερικοί ανήλικοι είχαν διαβάσει πατριωτικά βιβλία κι. έγιναν πατριώτες: ύστερα διάβασαν σοσιαλιστικά βιβλία κι έγιναν σοσιαλιστές’ ύστερα διάβασαν αναρχικά βιβλία κι έγιναν αναρχικοί. Κι αποφάσισαν να σκοτώσουν. Μα ποιόν; Δεν ήξεραν.
Γαβριήλ Πρίντσιπ
» Ένας από τους Ανήλικους αυτούς; Πρίντσιπ τ’ όνομά του, πήγε στο Σεράγεβο. Ξέρεις το Σεράγεβο;
– Όχι, τού αποκρίθηκα.
– Εγώ το ξέρω όμορφη τουρκάλα πολιτεία, ανάθεμα τη! Πήγε λοιπόν στο Σεράγεβο, κάθισε σ’ ένα καφενείο. Έτρεξε το γκαρσόνι. 
«Τι θα πάρει ο κύριος; 
– Ήθελα να σου ζητήσω μια συμβουλή; Ποιόν λες εσύ να σκοτώσω; Εγώ λέω το Διοικητή. Ή το Μητροπολίτη… 
Δεν ξέρω, Λέγε και συ, 
– Δε σκοτώνεις, καημένε, καλύτερα το Διάδοχο; Έρχεται σήμερα το πρωί. 
– Καλά λοιπόν, το Διάδοχο!»
Ο Αρχιδούκας και η σύζυγός του λίγο πριν τη δολοφονία τους
» Έπιασε το πόστο του. Πέρασε το αμάξι. O Πρίντσιπ του ’ριξε μιαν μπόμπα. Η μπόμπα πέτυχε, μα σκότωσε δύο άλλους. 
Ο Πρίντσιπ ρώτησε ένα δάσκαλο δίπλα του: «Ήταν ο Διάδοχος; — Όχι» του αποκρέθηκε ένας διάκος, «ήταν δύο άλλοι.» 
»Τότε ο Διάδοχος πήγε στη Μητρόπολη να κάμει δοξολογία πού σώθηκε- 
“Έκαμε τη δοξολογία, βγήκε από την εκκλησία, είπε να πάει σπίτι γιατί πεινούσε. Μεσημέρι, βλέπεις. Ήταν δυο δρόμοι. 
«Δεξά ή ζερβά;» ρώτησε ο σοφέρ. 
«Δεξά» είπε ο Διάδοχος. Ο σοφέρ δεν άκουσε. 
«Δεξά;» ρώτησε πάλι και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Σταμάτησε ο ‘ διάολος το ’φερε, ίσια ίσια ατά μούτρα τού Πρίντσιπ. 
Βγάνει λοιπόν ο Πρίντσιπ το περίστροφο, ντάν! ντάν! ρίχνει κάτω τη διαδόχισσα, τη Σοφία. 
«Σοφία» είπε ο Διάδοχος «ζήσε για τα παιδιά μας!» Ντάν! άλλη μια, πέφτει κι ο Διάδοχος. 
Τούς μάζωξαν, τούς πήγαν στο νεκροταφείο. Το άκουσε ο πατέρας τού Διάδοχου, πατέρας του ήταν, θείος ήταν, δε θυμούμαι, θύμωσε, έβγαλε το σπαθί. Kι ένας άλλος συγγενής τού μακαρίτη έβγαλε κι αυτός το σπαθί. Όλοι βγάλαν τα σπαθιά- Κι έτσι έγινε, πού λες, ο ευρωπαϊκός πόλεμος, ανάθεμα τον!

***

Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη “Ταξιδεύοντας Αγγλία” .