Πέρασαν 100 χρόνια και νομίζεις ότι το κείμενο αναφέρεται στο σήμερα ………………..

ΑΙΧΜΗΡΟΣ






Αστοιχείωτοι είμαστε όλοι: Μιχαήλ Μητσάκης (1)

’Αστοιχείωτοι είμεθα όλοι, είτε γράφοντες, είτε πολιτευόμενοι, είτε έπιστήμονες, είτε άλλως οπωσδήποτε δρώντες σήμερον έν Έλλάδι υπό πάσαν έποψιν.
Αστοι­χείωτοι πνευματικώς, άστοιχείωτοι ήθικώς, άστοιχείωτοι ψυχικώς, άστοιχείωτοι κοινωνικώς.
Ό νέος ελλην, ό εισερχόμενος σήμερον εις τήν ζωήν, εισέρχεται άπαράλλακτα όπως το νεογέννητον γατί ή τό άρτίτοκον κουτάβι. Οι γονείς του τον γεννούν διά νά τον γεννήσουν, ομοίως όπως οι σκύλοι ή οι αίλουροι.

Καί έκπληρούν ομοίως, επίσης εύσυνειδήτως, όλα τά φυσιολογικά των πρός αύτόν καθήκοντα. Άλλ’ άν τούς έλεγε τυχόν κανείς ότι έκτος αύτών έχουν καί άλλα, πολύ θά τούς έξέπληττε βεβαίως.

Άπό τήν οικογένειαν λοιπόν δεν έχει νά περιμένη καμμίαν προπαρασκευήν διά τίποτε άπολύτως.

Τά σχο­λεία εις τά όποια άρχίζει νά φοιτά, εάν δεν τού στρεβλώνουν καί τό πνεύμα του-καί τήν ψυχήν του καί τό σώμα του καί τον χαρακτήρα του, δέν τον παρασκευάζουν βέβαια καί αύτά διά τίποτε άλλο, ή τό πολύ-πολύ νά γίνη φοιτητής.

Τό πανεπιστήμιον, άν ύπάγη εις αύτό, καί έννενήντα έπί τοΐς έκατόν θα πάγη, δεν τον παρασκευάζει παρά διά νά γίνη δικηγόρος, ιατρός ή δάσκαλος, ύφ’ ήν έννοιαν έννοήθησαν αί έπιστήμαι αύται εις τον τόπον μας, απλά τούτέστι και χυδαία βιοποριστικά επαγγέλματα.

Καί ή κοινωνία, όταν θά έβγη εις αύτήν, άμόρφωτος καί αύτή καί άκατάρτιστος καί άνερμάτιστος εντελώς, ώς μόνον καθήκον της νομίζει ν’ άρχίση νά τον κυλίη εις τά θολά της κύματα, φούσκαν κενήν, μηδενικόν μεταξύ μηδενικών, χάος εντός χάους.

Κανείς καί τίποτε δεν τον έδίδαξε νά βλέπη, κανείς καί τίποτε δέν τον έδίδαξε ν’ άκούη, κανείς καί τίποτε νά σκέπτεται, τίποτε καί κανείς νά έννοή, κανείς καί τίποτε νά ένεργή, τίποτε καί κανείς νά εργάζεται, κανείς καί τίποτε νά ύπάρχη ώς άνθρωπος εν γένει.

Τόρα, αν εχη ιδιοφυίαν τινά, αν ή άργιλλος άπό τήν όποίαν έγινε δέν είνε πολύ κοινή, άν ή φύσις τον έπροίκισε μέ κάποιαν πρωτοτυπίαν χαρακτήρος, μέ κάποιαν δύναμιν πνεύματος, με κάποιαν ίσχύν ψυ­χής, με συστατικά τινά υπεροχής οίασδήποτε, άρχίζει μόνος του νά βλέπη, ν’ άκούη, νά σκέπτεται, νά έννοή, νά διδάσκεται, νά μελετά, νά κινήται, άρχίζει μόνος του νά συμπληρόνη τήν άτελεστάτην ύπαρξίν του, άρχίζει άναμιγνυόμενος εις τήν ζωήν νά προσπαθή νά μάθη έξ αύτής —άντί πόσου καιρού ίσως χαμένου, άντί πόσων πολλάκις άλγηδόνων!—- ό,τι έπρεπε νά ήξεύρη σχεδόν προτού έμβη εις αύτήν καί ό,τι δέν έμαθεν, άρχίζει νά προσπαθή άφ’ εαυτού νά γίνη άνθρω­πος πλήρης καί νά μήν άπομείνη δίπουν άπτερον όπως έγεννήθη.

Άν δέν τά έχη τά φυσικά αύτά συστατικά, αιώνια του ή μνήμη! Κλαίτε τον καί άπό ζωντανόν! Είτε υπάρχει είτε δέν υπάρχει, είνε τό αύτό.

(1)

Μιχαήλ Μητσάκης 
1863 – 1916

Έλληνας πεζογράφος, κριτικός και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του αστικού ρεαλισμού στην Ελλάδα και κατατάσσεται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή.
Ο Μιχαήλ Μητσάκης γεννήθηκε στα Μέγαρα, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως δημόσιος υπάλληλος. Ως πιθανές ημερομηνίες γέννησής του αναφέρονται το 1863 και το 1865, αν και ο ίδιος ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1868. Γιος του Αριστείδη Μητσάκη και της Μαριγώς Γιατράκου, καταγόταν από τη Λακωνία. Μεγάλωσε στη Σπάρτη, όπου ως γυμνασιόπαις εξέδιδε τη μαθητική εφημερίδα «Ταΰγετος».
Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Ασμοδαίος» των Εμμανουήλ Ροΐδη και Θέμου Άννινου. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Έγραψε διηγήματα, αφηγήματα και κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων.
Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Εβδομάς», «Κλειώ», «Εστία», «Αττικόν Μουσείον», «Παρνασσός», «Ίρις των Αθηνών» και τα ημερολόγια «Αττικόν Ημερολόγιον», «Ημερολόγιον του Άστεως», «Εθνικόν Ημερολόγιον», «Ημερολόγιον Ποδογύρου» και «Ελληνικόν Ημερολόγιον», του οποίου διετέλεσε και διευθυντής το 1888. Δημοσίευσε στις εφημερίδες «Μη χάνεσαι» (1882), «Νέα Εφημερίς» (1884 και 1891), το «Άστυ» (1885-87), «Ακρόπολις (1886-88 και 1893-95), «Εφημερίς» (1891) και «Σκριπ» (1896). Με τον Θέμο και τον Μπάμπη Άννινο ίδρυσε το 1885 τη σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα «Το Άστυ», ενώ για σύντομο διάστημα εξέδιδε δύο δικές του πολιτικοσατιρικές εφημερίδες με τίτλους «Ο Θόρυβος» και «Η Πρωτεύουσα».
Τα λογοτεχνικά κείμενα υπέγραφε με το όνομά του, ενώ τα άρθρα, τα χρονογραφήματα και τις κριτικές με τα αρχικά «Μ.», «μμ.», «Μ.Μ.», ή τα ψευδώνυμα «Μ. Τσακ», «Michelet», «Ιξίων», «Κρακ», «Κόθορνος», «Πλανόδιος», «Καιροσκόπος» και «Στρεψιάδης». Κατά τη διάρκεια της ζωής του εξέδωσε το πεζό «Κουρτοπάσσης: Adieu a un diplomate» (1888), τη νουβέλα «Εις Αθηναίος Χρυσοθήρας» (1890), το δοκίμιο «Το γλωσσικόν ζήτημα εν Ελλάδι, μια φιλολογική σελίς εις δύο γλώσσας» (1892) και το διήγημα «Το γατί» (1893). Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του, από τον Δημήτριο Ταγκόπουλο (1920-1922) και τον Μιχάλη Περάνθη (1956), ενώ το 1987 ο Επαμεινώνδας Γονατάς επιμελήθηκε την έκδοση του διηγήματός του «Ο αυτόχειρ».
Από το 1894 άρχισε να υποφέρει από νευρικές διαταραχές, για τις οποίες νοσηλεύθηκε στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας για 15 μέρες, στο τέλος του 1894 και τις αρχές του 1895. Έκτοτε, η ψυχική του υγεία συνεχώς επιδεινωνόταν. Το 1896 εισήχθη για πέντε μήνες στο Δρομοκαΐτειο και το 1911, σχεδόν ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του, εισήχθη εκ νέου με διάγνωση «πρώιμη άνοια» («dementia praecox»), ένα είδος σχιζοφρένειας. Μοναδικό έργο αυτής της περιόδου αποτελούν ποιήματα στα γαλλικά, με ελληνικά λεκτικά και φωνητικά στοιχεία, στο περιθώριο ενός τόμου της «Ιλιάδας» και σε σκόρπια φύλλα που εγκατέλειπε σε δημοσιογραφικά γραφεία.
Το πεζογραφικό έργο του Μητσάκη είναι γραμμένο σε μικτή γλώσσα. Επηρεάστηκε από τα ρεύματα του ρεαλισμού, του νατουραλισμού και του αισθητισμού, καθώς ήταν ενημερωμένος γύρω από τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνία. Κυρίαρχο θέμα στο έργο του είναι η εσωτερική μετανάστευση, που κυριαρχούσε τότε στην Ελλάδα και η αστική ζωή στην Αθήνα.
Ο Μιχαήλ Μητσάκης πέθανε στις 6 Ιουνίου 1916 από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο, όπου βρισκόταν έγκλειστος από το 1914.
Πηγή: Μιχαήλ Μητσάκης-Κριτικά κείμενα