Κυριακή σήμερα, άρα λογοτεχνία. Παραμονή Χριστουγέννων, που τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα κάλαντα. Τις μέρες των Χριστουγέννων το ιστολόγιο συνηθίζει να βάζει Παπαδιαμάντη, μια παράδοση που την κληρονόμησα από την παιδική μου ηλικία, όταν μας τον διάβαζε ο παππούς στο γιορτινό τραπέζι. Ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων βοήθησε στην επιλογή του σημερινού άρθρου: θα παρουσιάσω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη σχετικό όχι απλώς με τα Χριστούγεννα, αλλ’ ειδικά με τα Κάλαντα. Φυσικά είναι γνωστό διήγημα, το είχα ανεβάσει το 2007-8 στον παλιό μου ιστότοπο, και το μεταφέρω από εδώ. Έχω κάνει μερικό εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, πέρα από το μονοτονικό. Διατήρησα την παλιά ορθογραφία στη λ. Κοκκώνα, που σήμερα τη γράφουμε “κοκόνα”. Κοκόνα λέμε ( ; ) μια κυρία αρχοντικής καταγωγής ή γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια, ενώ είναι και χαϊδευτική προσφώνηση, όμως εδώ εννοεί μια Ρωμιά από την Πόλη, που για χάρη της άρχισε να χτίζεται το σπίτι στη Σκιάθο -πράγματι, η λέξη χρησιμοποιόταν κατεξοχήν για τις Ρωμιές της Πόλης. Δεν βρίσκω δύσκολες λέξεις στο διήγημα αλλά αν κάτι σας φαίνεται άγνωστο ή δυσνόητο ρωτήστε. Υπάρχουν αρκετά σημεία άξια γλωσσικού σχολιασμού, ακόμα και στην πρώτη προταση, όπου ο δρόμος χαρακτηρίζεται “περαστικός” (δηλαδή πολυσύχναστος), μια σημασία που την καταγράφει το ΛΚΝ με την ένδειξη “παρωχημένη” αλλά όχι ο Μπαμπινιώτης.ΤΗΣ ΚΟΚΚΩΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙΔεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.Αμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου