Η αναγέννηση του ελληνικού κρασιού

Το ελληνικό κρασί έχει αφήσει πίσω του για πάντα τη «ρετσινιά» της ρετσίνας, όπως βεβαιώνουν οι παραγωγοί. Πλέον εξάγουμε πολύ ακριβότερα κρασιά από ό,τι στο παρελθόν, και οι ελληνικές ποικιλίες συναγωνίζονται τις καλύτερες ξένες, κάτι που παλιά θεωρούνταν αδιανόητο.

Η αναγέννηση του ελληνικού κρασιού

Τα επτά χρόνια της οικονομικής κρίσης άφησαν πίσω τους καμένη γη, δημιούργησαν ωστόσο και ευκαιρίες για οποίον είχε τη βούληση και τη δυνατότητα να τις εκμεταλλευτεί. Αυτή είναι η περίπτωση αρκετών Ελλήνων οινοπαραγωγών, που είδαν το προϊόν τους να αποκτά αίγλη και αναγνωρισιμότητα ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα σημεία του πλανήτη.
Οι εξαγωγές ελληνικού κρασιού αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, σε μεμονωμένες περιπτώσεις ακόμη και κατά 50%, ενώ ελληνικές ετικέτες διακρίνονται συνεχώς σε διεθνείς διαγωνισμούς. Και μπορεί ο όγκος των εξαγωγών να παραμένει περιορισμένος, ωστόσο αυξήθηκε η τιμή των προϊόντων που εξάγονται. Αυτό σημαίνει ότι τα ακριβά ελληνικά κρασιά έχουν κατακτήσει καταναλωτές στο εξωτερικό και ποικιλίες όπως το ασύρτικο και το ξινόμαυρο ανταγωνίζονται πλέον τις αντίστοιχες επώνυμες κατηγόριες γαλλικών και ιταλικών κρασιών.
Κύριες χώρες εξαγωγής του ελληνικού κρασιού είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Κορέα, η Ρωσία και στην Ευρώπη η Γερμανία, η Ολλανδία, η Κύπρος και η Γαλλία –μάλιστα στην Ασία τα ελληνικά κρασιά έχουν αποκτήσει αφοσιωμένο κοινό.
Το success story του ελληνικού κρασιού δεν άφησε αδιάφορους ούτε τους Έλληνες. Τα χρονιά της κρίσης το ελληνικό κρασί έγινε μόδα και στη χώρα μας, ιδιαίτερα στις πιο νεαρές ηλικίες. ‘Ανοιξαν περισσότερα από 700 νέα οινοποιεία, δεκάδες wine bars ξεφύτρωσαν, η οινογνωσία έγινε δημοφιλής τέχνη, την πρώτη τους εμφάνιση έκαναν και τα πρώτα εξειδικευμένα περιοδικά.

Και ενώ ένα παραδοσιακό προϊόν της ελληνικής γης, διαδεδομένο από την αρχαιότητα, απέκτησε τη θέση που του αρμόζει στις προτιμήσεις του ελληνικού κοινού, δεν είχε την ίδια αναγνώριση από την πολιτεία. Το 2016 επιβλήθηκε νέος φόρος στη κατανάλωση κρασιού, ένα μέτρο που δεν απέφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αντιθέτως είχε αρνητικές επιπτώσεις στον κλάδο, αύξησε τη γραφειοκρατία και ενίσχυσε τη φοροδιαφυγή. Ο φόρος, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις για κατάργησή του από τον αρμόδιο υπουργό, παραμένει σε ισχύ.

Συζητάμε για την πορεία ενός κλάδου που έχει πολλά να προσφέρει με τον οινοπαραγωγό Μιχάλη Μπουτάρη και τη δημοσιογράφο Θάλεια Καρτάλη, συνεκδότρια του περιοδικού GrapeΗ ιστοσελίδα, του πρώτου εξειδικευμένου free press που παντρεύει την αισθητική με την προσιτή σε όλους γλώσσα.

Γεννημένη στο Μιλάνο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1986. Eίναι ιδρυτικό μέλος της Ligue Internationale Anti-prohibitionniste. Έχει συνεργαστεί με την Καθημερινή, την Αυγή, την Ελευθεροτυπία, και στην Ιταλία με το L’Espresso. Από το 2010 είναι μόνιμος συνεργάτης της Rainews 24.
Έχει δουλέψει ως κινηματογραφιστής-σκηνοθέτης, ερευνητής οπτικοακουστικού υλικού, φωτογράφος, σχεδιαστής εκδόσεων, μοντέρ και δύτης. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται με τους ενάλιους αρχαιολόγους κινηματογραφώντας αρχαία ναυάγια.