Αντιεξουσιαστές στα νιάτα τους μετρούσαν χιλιάρικα με πούρο στο στόμα αργότερα». Λ.Χρηστάκης, ο μεγάλος «κακός» των Εξαρχείων

Οι δύο γιοι του, ο Νικόλας και ο Αλέξης, μιλάνε στη HuffPost για τον σπάνιο, προικισμένο και ιδιότυπο, αγαπημένο τους πατέρα.
Ήταν ζωγράφος, εικαστικός, γκαλερίστας, ποιητής, αρθρογράφος, χρονικογράφος της Αθήνας, της πόλης που πέρασε όλη του τη ζωή και την ήξερε σαν την παλάμη του χεριού του.
 Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε ο μεγαλύτερος Έλληνας γραφίστας – οι εκδόσεις και τα περιοδικά που έστηνε, χειράνακτα τότε, αποτελούν εξαίσια, μοναδικά δείγματα συνταιριάσματος της underground κουλτούρας και αισθητικής με την ειλικρίνεια και το θάρρος της άποψης. Τα εξώφυλλά του μοιάζουν κεντημένα, πολλές σελίδες «στέκονται» σαν αυτόνομα έργα τέχνης
Γεννήθηκε το 1928 και πέθανε το 2009 – παραιτήθηκε, αφέθηκε να «φύγει» όταν (σχεδόν) έχασε την όρασή του. Πως να ζήσει ένας τέτοιος άνθρωπος, των εικόνων και των λέξεων, τυφλός; Στη ζωή του ήρθε σε επαφή, συνδέθηκε φιλικά και συνεργάστηκε με όλη την ελληνική ιντελιγκέντσια, τους γνώρισε και τους έμαθε όλους, βραβευμένους και «καταραμένους», από την καλή και την ανάποδή τους… Ο ίδιος αρνήθηκε επίμονα, διαχρονικά να μπει σε «κύκλους» και κλίκες, κατέκρινε κάθε παρεάκι που βαίνει προς μικρό ή μεγάλο κατεστημένο – της πολιτικής, της Τέχνης, της ζωής (μας) εντέλει. Έζησε αυτεξούσια και αντεξουσιαστικά – ελεύθερα, με νου και λόγο αιχμηρό, μια σωκρατική αλογόμυγα που πλανιόταν πεζή στη σύγχρονη πόλη. Δεν του πρόσφεραν κώνειο,δικάστηκε όμως 26 φορές γιά ποινικά καί αστικά αδικήματα- καί αθωώθηκε τις 25. Μερικές από τίς κατηγορίες: δυσφήμιση, αυτοδικία, ύπεξαίρεση εύτελούς άξίας, καταδολίευση, άδικήματα διά του τύπου, εγκωμίαση εγκλημάτων, άσεμνα δημοσιεύματα, σύσταση καί συμμετοχή σε τρομοκρατική όμάδα.
Έγραψε ο ίδιος, προς τα τέλη του βίου του: «”Ο κακός των Εξαρχείων” – δηλαδή εγώ- εβδομήντα εννέα ετών σήμερα… ανάμεσα σε στρατιές λιποταχτών… αναγνωρίζω κάποιον φανατισμό στη συμπεριφορά μου και κάποια τάση φυλετικής/πολιτικής νεύρωσης, κινούμενος μεταξύ των συμπατριωτών μου, κατάσταση που με ερεθίζει και με κάνει να συμπεριφέρομαι ως επιθετικός ρατσιστής της ίδιας μου της φυλής, κυρίως όταν συνέλληνες συμπεριφέρονται σαν έποικοι μέσα στον ίδιο τους μίκρο-ιδιόκτητο, οικείο ελληνικό χώρο, επιδιώκοντας να με εκδιώξουν από το μοναδικό μου στέγαστρο που λέγεται: Ελευθερία του Λόγου».
Ήταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης. Οι δύο γιοι του, ο Νικόλας και ο Αλέξης, μιλάνε στη HuffPostγια αυτόν- τον σπάνιο, προικισμένο και ιδιότυπο, αγαπημένο τους πατέρα.
Νικόλας Χρηστάκης: Χρειάζεται μια ακόμη γενιά για να ξεπεραστεί ο πατέρας μου. 

5a 8fe 5001e 0000fb 077ac 996ALEXIS GAGLIASΟ Νικόλας Χρηστάκης με φόντο τον ίδιο στα 15 του, όπως τον ζωγράφισε ο πατέρας του. 

Συναντιόμαστε με τον Νικόλα Χρηστάκη στο σπίτι του στο Χαλάνδρι – απέναντι από το γραφείο του δεσπόζει ένας εντυπωσιακός, μεγάλων διαστάσεων πίνακας του πατέρα του, Λεωνίδα Χρηστάκη. «Θα είναι μια συνέντευξη ενός γιού για τον πατέρα του. Πως τον θυμάστε;», τον ρωτάω.
«Ο πατέρας μου ήταν, καταρχάς, η απουσία του. Από έξι μηνών με μεγάλωσαν ο παππούς και η γιαγιά μου – ήταν αρκετά φωτισμένοι, προοδευτικοί άνθρωποι, αλλά όχι ”Χρηστάκηδες” βέβαια. Τον πατέρα μου τον έβλεπα σπάνια, μια-δυο φορές το μήνα, οπότε μπορεί να κοιμόμουν και σπίτι του», μου λέει.
– Είχατε επαφή πάντως.
Πάντοτε. Αλλά για μένα ήταν κυρίαρχη αίσθηση η απουσία του. Και το ερωτηματικό για το τι συνέβαινε: στη ζωή του, στη ζωή μου σε σχέση με αυτόν, ποιος τελικά ήταν αυτός ο περίεργος τύπος, με το μούσι και τον μπερέ των σουρεαλιστών εκείνης της εποχής, που έκανε περίεργα πράγματα. Γιατί σταδιακά από τη ζωγραφική- σαν ζωγράφος είχε ξεκινήσει- το γύρισε στις εκδόσεις και τα περιοδικά, τον «Κούρο», το «Panderma»…
– Να μιλήσουμε για τη ζωγραφική και τα εικαστικά του Λεωνίδα Χρηστάκη;
Έκανε πάρα πολλά χιλιάδες έργα, πορτρέτα κυρίως. Και αντικείμενα – θυμάμαι την έκθεσή του με τους χαρταετούς κάθε είδους.
– Πετούσαν κιόλας;
Νομίζω σχεδόν όλοι. Αλλά ήταν έργα τέχνης, σε περίεργα σχήματα και ο καθένας παρουσίαζε κάτι. Αρχή της Χούντας τότε, είχε κάνει τη Βουλή σε τεράστιο χαρταετό.Έκανε κάτι πίνακες όπου ήταν ένα φόντο και έπαιρνες ένα πολύχρωμο κομμάτι ξύλο που το καρφίτσωνε ο επισκέπτης της έκθεσης σε όποιο σημείο του πίνακα ήθελε.
– Διαδραστικό.
Ναι, διαδραστικό, αυτοαισθητικό αντικείμενο εποχής, του άρεσαν αυτά. Και δεν είχαν ξαναγίνει στην Ελλάδα.
Όσο μιλάμε παρατηρώ με θαυμασμό τις δύο ανθρώπινες φιγούρες, σχεδόν φυσικών διαστάσεων, του πίνακα που (δια)κοσμεί τον μικρό χώρο. «Σαν να μας κοιτούν διαπεραστικά» και «μου θυμίζει Γκωγκέν», του λέω.
«Θα σου πω την ιστορία αυτού του πίνακα. Πριν λίγα χρόνια με πήρε τηλέφωνο μία κυρία και με ρώτησε “είσαι ο Νικόλας Χρηστάκης, ο γιος του Λεωνίδα;”- μου έχει τύχει αρκετές φορές στη ζωή μου να μου κάνουν αυτή την ερώτηση, για διάφορους λόγους, ευχάριστους και δυσάρεστους… Παραδείγματος χάριν, “ο πατέρας σας μου χρωστάει δεκαπέντε νοίκια κι εσείς που είστε πανεπιστημιακός πρέπει να καταλάβετε…”. Έδινε (ο πατέρας μου) το τηλέφωνό μου ως εγγυητή, χωρίς να το ξέρω.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κυρία ήταν δακτυλογράφος και μου είπε ότι πριν από χρόνια της είχε υπαγορεύσει ο πατέρας μου ένα βιβλίο που έγραφε- και της είχε υποσχεθεί κάποια χρήματα τα οποία δεν είχε να της δώσει. Τελικά την πλήρωσε με αυτόν τον πίνακα- εγώ δεν είχα τέτοιο έργο του Χρηστάκη και δέχτηκα να τον αγοράσω για 400 ευρώ. Έχει φθορές, πρέπει να περάσει από συντηρητή για να λάμψει- είναι παλιός, του ’59. Εγώ είμαι του ’58 (γελάει)».
Στον τοίχο κρέμεται το πορτρέτο ενός εφήβου. «Εγώ είμαι, 15 χρονών», μου λέει. «Τον είχανε πείσει η μητέρα μου και η Μαρία (δεύτερη σύζυγός του) να μου κάνει ένα πορτρέτο – δεν είχε καμιά σχέση με τη ζωγραφική πια, δέχτηκε χωρίς πολύ ενθουσιασμό. Τον θυμάμαι να μου λέει, «εντάξει, είσαι έτοιμος; Πάω να τραβήξω μια μαλακία τώρα, έτσι κάνουν οι καλλιτέχνες πριν ζωγραφίσουν… Αυτόν τον (αυτό)σαρκασμό και το χιούμορ είχε συνέχεια».
– Γιατί την παράτησε τη ζωγραφική;
Τη βαρέθηκε, θεώρησε ότι είναι μια μπούρδα και κάτι πολύ μικροαστικό. Δεν τον ενδιέφερε η καριέρα του ζωγράφου, θεώρησε ότι η ζωγραφική δεν του επέτρεπε να ζήσει και να εκφραστεί όπως ήθελε και όλο το εικαστικό ταλέντο του έβγαινε πλέον στα περιοδικά, που ήταν όλα τους αριστουργηματικά. Ήταν καταπληκτικός γραφίστας, έκανε εξώφυλλα βιβλίων που είναι (σαν) καλλιγραφίες, «κένταγε»… Και μπορούσε να στήσει μόνος του ένα ολόκληρο περιοδικό.
– Μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε κάπως τα περιοδικά του Χρηστάκη, ή δεν «κατατάσσονται»;
Ο Χρηστάκης εκτός από περιοδικά έφτιαχνε και δικές του εκδόσεις- «Χάος και Κουλτούρα», «Εκδόσεις της Μη Άμεσης Επανάστασης», «Ιδεοτσέπη»- που έβγαζαν μικρά βιβλιαράκια. Τα έκανε τρομερά γρήγορα, βιαστικά, αλλά είχε τρομερή αντίληψη στο γούστο. Τα περιοδικά του υπήρξαν κι αυτά εκδόσεις τέχνης και έκφρασης. Εκεί κατάλαβα ότι «παιζόταν» κάτι που δεν ήταν η τέχνη του «σαλονιού», αλλά το underground- όχι ως κίνημα αλλά σαν βίωμα, μια μικρή ρωγμή της κανονικότητας. Ερχόταν εκεί να γράψουν και να σχεδιάσουν άνθρωποι που δεν ήταν καλλιτέχνες με τη «βούλα»- έστελνε κάποιος μερικά ποιήματα με το ταχυδρομείο και αν του άρεσαν, τα δημοσίευε. Πάρα πολλοί πρωτοεμφανίστηκαν στα περιοδικά του πατέρα μου, άλλοι εξαφανίστηκαν, άλλοι έγιναν διάσημοι- κάποιοι από αυτούς απαρνήθηκαν το «χρηστακικό» τους πέρασμα. Μετά έκανε το «Ιδεοδρόμιο» και έγινε η Βουγιουκλάκη του περιθωρίου- το είχε πει κάποιος και του άρεσε πολύ του πατέρα μου σαν ατάκα.
– Αγαπημένα του θέματα;
Οι αλήτες, οι περιθωριακοί, οι ποιητές, οι αυτόχειρες, οι παραγνωρισμένοι, οι αυτοκαταστροφικοί- τον ενδιέφερε η διάγνωση του περίεργου, του διαφορετικού.
«Το Ιδεοδρόμιο ειδικά λειτούργησε σαν ένας πυρήνας όπου καινούργιες ιδέες στην τέχνη ή στην πολιτική παρουσιάζονταν πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μεταφρασμένες ”στο πόδι”, πρόχειρα, αλλά με ένα τρομερό κόνσεπτ όσον αφορά την αμφισβήτηση, την αντί- εξουσία, το εναλλακτικό. Και το έκανε ο Χρηστάκης αυτό με έναν τρόπο αξεπέραστο και μοναδικό στον οποίο έχουν εντρυφήσει οι πάντες (στον χώρο), χρειάζεται μια γενιά ακόμη για να εξαφανιστούν οι επιδράσεις του. Αν σου πω όλα τα «μεγάλα ονόματα» της ελληνικής τέχνης και διανόησης που έχουν περάσει από ’κει, η λίστα θα είναι ατέλειωτη».
– Ο ίδιος ήταν τόσο μποέμ, όσο «θρυλείται»;
Όταν βρισκόμουν στο περιβάλλον του πατέρα μου, ήταν πάντοτε μια ενδιαφέρουσα εμπειρία- διάβαζα ποιήματα, έβλεπα σχέδια, ή μου πρότεινε καινούργιους δίσκους, όπως το “Exile on Main Street” των Rolling Stones, που αυτός μου το χάρισε. Ανακάλυψα σιγά σιγά ότι ο πατέρας μου ήταν φοβερός τύπος αλλά δεν έκανε για οικογένεια. Η σχέση του με το χρήμα και την κανονικότητα ήταν διαταραγμένη. Λέω συμπαθητικά το «διαταραγμένη», αλλά μπορεί να γίνει και αντιπαθητικό. Χρώσταγε, έφευγε από τα σπίτια που νοίκιαζε, δεν πλήρωνε το ρεύμα, διάφορα. Πάντως δεν είχε ποτέ χρήματα, τα ξόδευε- όχι σε μαλακίες και πολυτέλειες, δεν είχε ποτέ καν αυτοκίνητο.

5a 9000631e 000046057ac 9b6COURTESYΟ Λεωνίδας Χρηστάκης (κέντρο), αριστερά ο Νάνος Βαλαωρίτης και στα δεξιά ο Γιάννης Μόραλης.

– Δεν είχε ιδιόκτητη περιουσία;
Εδώ δεν είχε ταυτότητα- έβγαλε μετά από χρόνια και μόνο για να ταξιδεύει. Δεν είχε τίποτα. Τα χρήματα τα ήθελε μόνο για να «περνάει» και για να πληρώνει το χαρτί και τον τυπογράφο του Ιδεοδρόμιου.
– Από που μπορεί να προερχόταν αυτή η μη-κανονικότητα;
Ο Χρηστάκης μεγάλωσε σε μια δύσκολη εποχή, στην Κατοχή και ο πατέρας του βρέθηκε νεκρός κάτω από περίεργες συνθήκες όταν ο ίδιος ήταν 14-15 χρονών. Πρέπει να ήταν τεράστιο σοκ για αυτόν. Νομίζω ότι ο τρόπος που διαχειρίστηκε τα βιώματα της Κατοχής, την πείνα, την κακουχία, τον φόβο, τον έκανε να μην μπορεί να ζει κανονικά. Δεν τον ενδιέφερε να ζει κανονικά. Και ασχολήθηκε μόνο με την τέχνη.
– Ιδεολογικά που βρισκόταν;
Δεν είχε ιδεολογία. Και δεν τον ενδιέφερε κιόλας, να πιστεύει το ίδιο πράγμα για πολύ ώρα και με πολλούς ανθρώπους μαζί. Οι πολλές ζυμώσεις, οι ομάδες, τα γραφειοκρατικά, δεν τα άντεχε καθόλου αυτά- και να ανήκει σε ομάδες, με κυρίαρχη ιδεολογία και καταστατικό, το θεωρούσε σταλινικό αμέσως.
– Δεν ήταν αναρχικός;
Όχι. Απλά ήταν ένα περιβάλλον με το οποίο είχε συνάφειες, όπως και με τους μπίτνικ. Περισσότερο τον ενδιέφερε να βλέπει πως ζούνε οι διάφοροι- από τους μπίτνικ μέχρι τα μέλη της «Μπάαντερ-Μάινχοφ». Ξέρεις, έτυχε να τους γνωρίσει, τον έναν τον έκρυβε κάποτε. Είχε κατηγορηθεί ως τρομοκράτης- γιατί είχε βγάλει ένα βιβλίο (Οδηγίες προς τους αδελφούς Κυπρίους) με οδηγίες για την κατασκευή μολότοφ – αλλά αθωώθηκε πανηγυρικά. Δεν είχε σχέση ο ίδιος με βία, καμία, ποτέ-δε γούσταρε.

5a 8ff 91f 210000c 30060219aCOURTESYΜε τον γιο του Αλέξη και έναν από τους περίφημους χαρταετούς – έργα τέχνης του Χρηστάκη.

– Είχα πάντα την απορία πως ένας τόσο ελευθεριακός άνθρωπος τα «έβγαλε πέρα», μάλιστα με τόσο ιδιότυπο τρόπο, εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, που μου φαίνονται τόσο μαύρα…
Τα σημερινά είναι πιο μαύρα νομίζω αλλά θα σου απαντήσω για τον Χρηστάκη- εργαζόταν σαν γραφίστας και έκανε παρέα με την «αφρόκρεμα» της εποχής, τους μεγαλύτερους ποιητές και ζωγράφους, δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην τον ήξερε. Με τους περισσότερους είχε σχέσεις «αγάπης- μίσους»- μπορούσε να γίνει χυδαίος και «ψιλοκατίνα», πάντως έβγαζε τα άπλυτά τους στη φόρα. Πολλοί τον φοβόντουσαν και οι περισσότεροι σταμάτησαν να του μιλάνε.
– Στη Χούντα τι έκανε;
Έβγαζε τα περιοδικά του. Κατά καιρούς «του τη βάραγε» και έκανε διάφορα, είχε μηνύσει την αμερικανική πρεσβεία για διατάραξη κοινής ησυχίας, επειδή του στέλνανε φυλλάδια. Ο μύθος λέει ότι είχε κλέψει μια λίστα με όλους τους Έλληνες υπότροφους “Ford”. Αυτή ήταν μια μεγάλη καμπή στη ζωή του και στον τρόπο σκέψης του, όταν κατάλαβε ότι αυτοί που θεωρούσε αμφισβητίες, ήταν έτοιμοι να πάρουνε την επιχορήγηση Ford και να βουλώσουν το στόμα τους. Λειτούργησε αυτό ως αφορμή, υποτίθεται, για να στραφεί στην καθαρά πολιτική δράση, με τον τρόπο του βέβαια.
«Πάντα ήταν δύσκολος άνθρωπος, εριστικός- είχε ένα υπαρξιακό στρες που δεν τον άφηνε ποτέ να ηρεμήσει, ήταν συνεχώς στην πρίζα. Και είχε σκληρές όψεις, μπορούσε να σου επιτεθεί πολύ άγρια, αν στον παραστήσω θα τρομάξεις. Πάθαινε φοβερές κρίσεις νεύρων, έβριζε. Ήταν ανυπόφορος, εκρηκτικός. Τον θαύμαζα και τον φοβόμουν για πολλά χρόνια».
– Και τον θαυμάζατε;
Γιατί ήταν φοβερά δυνατός σε ότι έκανε, σκεφτόταν, έλεγε. Είχε τρομερό χιούμορ, ήταν πολύ γοητευτικός, σε έπειθε-αλλά μπορεί να σε «κρέμαγε» μετά.
– Σας «τιμούσε» ως συνομιλητή;
Ναι, εγώ δεν τον τιμούσα όταν ήμουν νεότερος. Τα φοβερά χρόνια του Ιδεοδρομίου, σπούδαζα στη Γαλλία- μου ταχυδρομούσε κάθε τεύχος αλλά δεν με ενδιέφερε καθόλου, μέχρι που μερικά τεύχη τα πέταγα. Έχω μετανιώσει για αυτό. Μόνο όταν άρχισα να εργάζομαι ως κοινωνικός επιστήμονας και ερευνητής άρχισε να με ενδιαφέρει κάπως αυτό που έκανε ο Χρηστάκης. Η σκέψη του ήτανε πολύ μπροστά από τη δική μου αλλά, συγχρόνως, εξαιρετικά πρόχειρη, μου φαινόταν εντελώς διαισθητική. Αυτός ρωτούσε τη γνώμη μου αλλά με την πρώτη ευκαιρία μου τα «έχωνε» κιόλας: «έγινες κι εσύ ένας γαμημένος πανεπιστημιακός»… Άργησα να τον καταλάβω, τι ήθελε να πει και πως έβλεπε τα πράγματα.
– Σας επηρέασε;
Νομίζω πάρα πολύ. Ποτέ δεν ανήκα σε κυκλώματα, πολιτικά κόμματα, στο πανεπιστήμιο προσπαθούσα να ασχολούμαι με θέματα δύσκολα στην Ελλάδα. Και τώρα που τελειώνω την καριέρα μου, με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο να γράφω και να κάνω τα δικά μου.Και να είμαι χειροτέχνης.
Αλέξης Χρηστάκης: Ο γέρος μου ήταν «ακτήμων καλλιεργητής», μοναχικός λύκος της Τέχνης.