1 Εταίρες και Πόρνες στην Εξουσία, στον αρχαίο ελληνικό κόσμο
by antiklidi
Ασπασία, η Εταίρα-Σύζυγος
Αναμφίβολα, η πιο ένδοξη και φημισμένη εταίρα της αρχαίας Ελλάδας ήταν η Ασπασία. Κι όχι βέβαια μόνον επειδή ήταν ιδιαίτερα όμορφη και καλλιεργημένη, αλλά κι επειδή υπήρξε σύντροφος του μεγαλύτερου στην εποχή του Αθηναίου άνδρα, του Περικλή. Η Ασπασία δεν επηρέαζε απλώς τον Περικλή. Μερικοί φτάνουν να λένε ότι ασκούσαν την εξουσία από κοινού και ότι όλες οι αποφάσεις που παίρνονταν για τα κοινά της πόλεως αποτελούσαν συμφωνία και των δύο.
Οι Έλληνες της εποχής τής χρεώνουν, μεταξύ άλλων, και τη σύγκρουση των Αθηναίων με τους Μεγαρείς, αιτία της οποίας υπήρξε -όπως λένε- η αρπαγή μιας παρθένας από τα Μέγαρα, της Σιμαίθης, από τον Αλκιβιάδη.
Όταν είδε την κοπέλα η Ασπασία, τη θαύμασε για την ομορφιά της και την πήρε στη «Σχολή» της (η οποία βρισκόταν μέσα στο σπίτι της, όπου ζούσε με τον Περικλή), για να τη μορφώσει και να την καταστήσει τέλεια εταίρα, μαζί με τις άλλες τρεις κοπέλες που ήδη εκπαίδευε.
Είναι χαρακτηριστική, κατά τη γνώμη μου, και ιδιαίτερα ενδεικτική για την ιερότητα με την οποία περιέβαλλε τον έρωτα, η απάντηση της Ασπασίας προς τον Αλκιβιάδη: «Μην την κάνεις δική σου τώρα, γιατί έτσι θα σβήσει πολύ σύντομα ο έρωτάς σου γι’ αυτήν, αφού είναι ακόμη αμόρφωτη. Άφησέ με να την εκπαιδεύσω, να την κάνω αντάξιό σου, και τότε θα μπορείς να την έχεις δική σου». Ο Αλκιβιάδης φυσικά δέχτηκε κι έτσι η κοπέλα έμεινε με την Ασπασία.
Οι Μεγαρείς, ύστερα από λίγο καιρό, έκλεψαν αιφνιδιαστικά, σε μια ανέμελη εκδρομή, δύο από τις εκπαιδευόμενες κοπέλες της Ασπασίας, τη Δροσίδα και την Πράξιλλα, σχεδόν μπροστά στα μάτια του Αλκιβιάδη και της Ασπασίας, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν.
Από τότε, ο Περικλής, καθοδηγούμενος φυσικά από τη γυναίκα του, άρχισε την επιθετική πολιτική του απέναντι στους Μεγαρείς, για τους οποίους, ούτως ή άλλως, οι Αθηναίοι έτρεφαν μεγάλο μίσος.
Τους ζήτησε πίσω τις δύο κοπέλες. Οι Μεγαρείς δέχτηκαν με την προϋπόθεση να τους επιστρέφουν τη Σιμαίθη. Η Ασπασία αρνούνταν κατηγορηματικά κάτι τέτοιο (η ίδια η απαχθείσα μάλιστα δεν ήθελε να επιστρέφει στην πατρίδα της, αλλά επέλεξε να παραμείνει κοντά στην Ασπασία) κι έτσι ο Περικλής απέκλεισε τους Μεγαρείς από τα λιμάνια της αθηναϊκής επικράτειας και την αγορά των Αθηνών, μέχρις ότου να επιστρέφουν τις δύο εκπαιδευόμενες της Ασπασίας.
Λέγεται μάλιστα -και είναι πάρα πολύ πιθανό- ότι το μέτρο αυτό κατά των Μεγαρέων αποτελούσε έμπνευση της Ασπασίας και κοινή απόφαση του ζευγαριού. Τότε όμως άρχισε να συζητιέται και η βοήθεια των Σπαρτιατών προς τους Μεγαρείς, που θορύβησε ιδιαίτερα τους Αθηναίους.
Έτσι, βρήκαν την ευκαιρία οι εχθροί του Περικλή να ασκήσουν τη δική τους προπαγάνδα ενάντια σ’ αυτόν και τη σύντροφό του. Κυρίως ο μονόφθαλμος θεατρικός συγγραφέας Έρμιππος μισούσε θανάσιμα τον Περικλή και συχνά τον σατίριζε και καυτηρίαζε δημοσίως, όχι μόνον την πολιτική του, αλλά και την προσωπική του ζωή.
Τότε λοιπόν, έκρινε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να επιτεθεί στην Ασπασία και μάλιστα να ζητήσει το θάνατό της με μήνυση που κατέθεσε. Το κείμενο της μήνυσης έχει, περιεκτικά, ως εξής:
…Η Ασπασία αδικεί, διότι δεν παραδέχεται τους θεούς τους υπό της πόλεως λατρευομένους, διότι εξεφράσθη ασεβώς περί των ιερών εθίμων των Αθηναίων και διότι παραδέχεται τας ερευνάς και τας γνώμας αθέων φιλοσόφων. Αδικεί επίσης διότι διαφθείρει την νεολαίαν με κινδυνώδεις λόγους και διότι διατηρεί παρ’ αυτή όχι μόνον νεάνιδας εταιριζούσας, αλλά και ελευθέρας γυναίκας, τας οποίας ωθεί εις την ακολασίαν και την διαφθοράν. Ποινή θάνατος.
Η δίκη έγινε και μάλιστα ο Έρμιππος κατάφερε να πείσει το δικαστήριο. Το γενικό κλίμα και η αίσθηση ήταν σαφώς εναντίον της Ασπασίας και η καταδίκη της θεωρούνταν βέβαιη, μέχρι που, ξαφνικά, ο Περικλής (ο οποίος καθόταν διαρκώς στο πλάι της και δεν την εγκατέλειψε ούτε στιγμή) ζήτησε από τους δικαστές να μιλήσει για την Ασπασία ως απλός άνθρωπος.
Οι δικαστές τού το επέτρεψαν και τότε, μέσα σε απόλυτη σιγή που επικράτησε στο δικαστήριο, ο Περικλής είπε λόγια μοναδικά, τα οποία όχι μόνον αθώωσαν την Ασπασία, αλλά συγκίνησαν τους περισσότερους Αθηναίους μέχρι δακρύων. Αξίζει να αναφέρουμε κάποια αποσπάσματα από τον ιδιαίτερο και συναισθηματικά φορτισμένο λόγο του:
_ Η γυνή αυτή είναι σήμερον σύζυγός μου. Εάν λοιπόν είναι όντως ένοχος των εγκλημάτων δια τα οποία την κατηγορούν, είμαι και εγώ συνένοχος… Ω άνδρες Αθηναίοι, δύναμαι να καυχώμαι ότι μετέχω της υμετέρας δόξης δια τα κατορθώματά σας, διότι αντί να μειώσω τον προς τους θεούς σεβασμόν της χώρας, τουναντίον τον κατέστησα περίβλεπτον όσον ουδείς προ εμού… Την δε σεμνοτυφίαν και τα ήθη- προήγαγον, προσπαθήσας να σας καταστήσω θεράποντος του υψηλού και του καλού, εχθρών πάσης διαφθοράς.Εις τας τοιαύτας όμως προσπάθειας μου, η γυνή αύτη, η εκ Μιλήτου Ασπασία, όχι μόνον δεν με παρημπόδισεν, αλλά τουναντίον με υπεβοήθησε και με παρώρμησε… Η σημερινή λαμπρότης των Αθηνών είναι έργον της. Το δε όνομά της θα συνδέεται όχι με την παρακμήν των Αθηνών, αλλά με την πλέον υπέροχον αυτών ακμήν, ισχύν και λαμπρότητα. Κατόπιν όλων αυτών έρχεται ο’Ερμιππος και σας λέγει να αποσπάσετε την έγκριτον αυτήν γυναίκα -την σύζυγον του Περικλέους- από τους κόλπους του. Φρίκη.
Στο σημείο αυτό ο πάντα ήρεμος Περικλής δάκρυσε, γεγονός που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους Αθηναίους και συζητήθηκε με ιδιαίτερη φόρτιση από στόμα σε στόμα. Η Ασπασία βέβαια, ύστερα από τέτοια μεγαλειώδη παρέμβαση, αθωώθηκε σκορπίζοντας χαρά στο μεγαλύτερο μέρος του λαού.
Πολλά έχουν γραφτεί για τη μεγάλη και σπουδαία αυτή εταίρα από τη Μίλητο, η οποία παρέμεινε στο πλάι του Περικλή μέχρι το θάνατό του, πιστή και με αυτοθυσία, με τον κίνδυνο μάλιστα να μολυνθεί κι εκείνη από την πανώλη που σκότωσε τον Περικλή.
Το όνομά της έσβησε μετά το θάνατο του μεγάλου άνδρα. Κάποιοι λένε ότι παντρεύτηκε κάποιον άξεστο άνδρα, αλλά αυτό μάλλον είναι ανακρίβεια που προέρχεται από το φθόνο των ανθρώπων.
Η Ασπασία χάθηκε, ταυτόχρονα με το θάνατο του Περικλή, μολονότι έζησε, φτωχή και άσημη, αρκετά ακόμη χρόνια.
