“Το φαίνεσθαι και το είναι”
Του Μανόλη Ευκλ. Χρονάκη*
Η ιστορία, που σας παρουσιάζω είναι πραγματική και αναφέρεται στο τέλος της δεκαετίας του 1980
O xώρος, όπου έγινε ο διάλογος, είναι αυτός της δικής μου εργασίας.
Δεν είναι ασυνήθιστο, στην αρχή ή στο τέλος της επίσκεψης των ασθενών στο ιατρείο, να γίνεται μια, σύντομη βέβαια, κουβέντα περί την υγεία, την εργασία, τα οικονομικά αλλά και τη γενικότερη κατάσταση της οικογένειας. Πολλές φορές αυτό βοηθάει στην ανάπτυξη στενότερης σχέσης με τους γονείς.
Δεν έχει το χαρακτήρα της αδιακρισίας και του κακόβουλου σχολιασμού ούτε εκλαμβάνεται ως τέτοια.
Ο Αριστόδημος είχε τελειώσει τις βασικές ή εγκύκλιες, όπως αλλιώς λέγονται, σπουδές του και σε σύντομο χρόνο μπήκε ολοσούμπιτος στον αγώνα για ανεύρεση εργασίας. Παντρεύτηκε την Πολυξένη και μαζί της ένα ακίνητο σε αναπτυσσόμενη τουριστική περιοχή κι αυτό τον βοήθησε πολύ.
Βρέθηκε, λοιπόν, χωρίς καθόλου κόπο-ευνοούσαν και οι συνθήκες της εποχής-να ασκεί το επάγγελμα της εμπορίας φθηνών τουριστικών ειδών (souvenir) σε πολυσύχναστο και εμπορικό θέρετρο του νησιού.
Παντρεμένος με μιά σύζυγο και δυό χαριτωμένα παιδιά, που πριν ακόμα τα γεννήσει, την απασχολούσε, περισσότερο κι από το παρόν, το μέλλον τους, όπως η ίδια το φανταζόταν. Το είχε συνδέσει πάντως με πολύ χρήμα. Ο Αριστόδημος έκανε τη δουλειά του και κανένα σύννεφο δε φαινόταν να σκιάζει την επαγγελματική του ζωή και την οικογενειακή του γαλήνη. Άλλο, όμως, το φ α ί ν ε σ θ α ι και εντελώς άλλο το ε ί ν α ι.
Μετά το τέλος μιας επίσκεψης του στο ιατρείο, ρώτησα τον Αριστόδημο, για την πορεία και την εξέλιξη της δουλειάς του την περίοδο εκείνη.
Σαν έτοιμος και προετοιμασμένος αλλά και με διάθεση να μιλήσει για το θέμα, μου είπε:
-Οι δουλειές φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να πηγαίνουν καλά. Εγώ, όμως, δεν είμαι ευχαριστημένος. Έχω κουραστεί, έχω βαρεθεί και στο τέλος φοβάμαι πως ντρέπομαι!
Όπως ήταν φυσικό μια επόμενη ερώτησή μου ήταν αναμενόμενη. Εξ άλλου μου την υπέβαλε η απάντησή του.
-Με ξαφνιάζεις με την απάντησή σου. Ιδιαίτερα με το αίσθημα της ντροπής, που σε συνδέει με τη δουλειά σου. Να κουραστείς, να μη σε ικανοποιεί μια δουλειά το καταλαβαίνω, να ντρέπεσαι όμως;… Θα αστειεύεσαι υποθέτω.
Με σοβαρότητα, που προσέγγιζε τη φιλοσοφική αντιμετώπιση του θέματος, μου είπε.
-Στην εποχή μας (δεκαετία του ’80), το να κάνεις μια δουλειά, για να κερδίσεις χρήματα δεν είναι καθόλου δύσκολο. Να βρεις όμως μια εργασία μέσα από την οποία να μπορείς να διασκεδάσεις τις ανησυχίες σου, να δημιουργείς ή τουλάχιστον να έχεις αυτή την αίσθηση κι ας μην είναι έτσι, χρειάζεται πολύ χρόνο, κόπο και θυσίες, για να το καταφέρεις. Και τότε, όχι άδικα, μπορεί να θεωρηθείς εξαιρετικά ευνοημένος από την τύχη κι ας μην πιστεύεις σ’ αυτή. Στην περίπτωσή μου και όλων όσων κάνουμε αυτή τη “δουλειά”, τα πράγματα είναι τραγικά απογοητευτικά ως προς το δεύτερο, δηλαδή τη δημιουργία μέσα από τη δουλειά.
Διαπίστωσα ότι έθιγε ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό, δύσκολο και άλλο τόσο ενδιαφέρον. Δεν ήθελα να παίξω το ρόλο του πνευματικού, του εξομολογητή, που άλλωστε δεν μου ταιριάζει, αλλά αμυδρά φαινόταν ότι δεν θα τον απέφευγα.
-Δεν καταλαβαίνω ακριβώς τί εννοείς, τον διέκοψα.
-Θα σου περιγράψω, σύντομα, μια συνηθισμένη μέρα μου, για να καταλάβεις.
Το πρωΐ, πριν ανοίξω το μαγαζί, καθαρίζω το χώρο και ανανεώνω το εμπόρευμα στα ράφια-όσο δεν μπόρεσα το προηγούμενο βράδυ. Ανοίγω τις πόρτες και περιμένω, με κάποια αγωνία είν’ αλήθεια, τους πελάτες. Περαστικοί, περίεργοι μπαίνουν, για να χαζέψουν και όχι υποχρεωτικά να ψωνίσουν. Και ενώ γνωρίζω αυτόν τον κανόνα της αγοράς, όταν μπουν μέσα τους βλέπω σαν πεντοχίλιαρο! Ναι, όπως το ακούς! Επειδή όμως οι περισσότεροι δεν ψωνίζουν δυσθυμία, εκνευρισμός ή και θυμός με καταλαμβάνει, με στενοχωρεί και με εξουθενώνει. Μου προκαλεί ενοχές η συμπεριφορά μου αυτή, γιατί δεν περίμενα ποτέ πως θα έφτανα στο σημείο, χωρίς λόγο και αιτία, να θυμώνω με ανθρώπους άγνωστους, που τίποτα δε μου έχουν κάνει. Με σκυθρωπάζει και με καταθλίβει αυτή η αυθόρμητη αντίδρασή μου. Το κακό είναι πως δε μπορώ να την ελέγξω, να την πολεμήσω και μ’ ακολουθεί τις ώρες της ξεκούρασης ή το βράδυ στον ύπνο μου.
Όλη τη μέρα μπαίνουν, βγαίνουν αλλόγλωσσοι κι αλλόφυλοι και ‘γω είμαι υποχρεωμένος να τους προτείνω και να τους πουλάω, χωρίς την όρεξή μου, μικρά μπιμπλό, παχνίδια, κάρτ ποστάλ, μικρά αρχαία αγγεία, ειδώλια και αναθηματικά κάθε μορφής κακοαντιγραμμένα μέχρι παραποίησης. Όλα κατασκευασμένα πολλές χιλιάδες μίλια μακριά από ανθρώπους, που ποτέ ο ίδιος δεν εγνώρισα και κείνοι ποτέ δεν άκουσαν για την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μου.
Η συνεννόηση με τους επισκέπτες μου περιορίζεται στα εντελώς απαραίτητα, σε μια γλώσσα, που αποτελεί ανάμειξη λέξεων άγνωστων σε μένα γλωσσών. Φτάνει να καταλήξουμε στη συνναλλαγή. Οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν για πάντα κι ούτε θα τους ξαναδώ. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία επαφή μαζί τους. Μόνο το χαρτονόμισμα, που μούδωσαν και για όσο μείνει στα χέρια μου είναι ό,τι μας συνδέει. Απογοήτευση! Κι όμως η ίδια διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί, υποχρεωτικά, πολλές φορές ακόμη και κάθε μέρα. Κουβέντα καμιά και με κανένα. Μόνος στο κατάστημα περιφέρω το βλέμμα μου στα ράφια με την πραμάτεια, αλλά ουσιαστικά δεν είμαι εκεί. Το μυαλό μου με βγάζει έξω απ’ όλ’ αυτά. Φαγητό στα όρθια και ο καφές κρύος και άνοστος δεν πίνεται.
Αδειάζουν σιγά σιγά τα ράφια και ΄γω ανοίγω κούτες και με νέο εμπόρευμα τα γεμίζω ξανά. Αδειάζω και γεμίζω, στολίζω συνεχώς. Εισπράττω, θυμώνω, χαμογελώ, εκνευρίζομαι. Περιφέρομαι σαν άσχετος στο χώρο του μαγαζιού, χωρίς να ξέρω ή να καταλαβαίνω τί κάνω. Ποιά είναι η εργασία μου, ποιά η δημιουργία μου; Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Πού βρίσκομαι;
Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται η μοναξιά και η απογοήτευση μέσα σ’ αυτό το χώρο, που έχω αιχμαλωτίσει τη ζωή μου.
Τελειώνει η μέρα και δεν ανταλλάσσω μια κουβέντα με τα παιδιά ή τη γυναίκα μου. Πέφτω στο κρεβάτι σαν να είμαι μόνος μου. Η γυναίκα μου με ρωτά “πώς πήγε η μέρα” και εννοεί πόσα χρήματα έβγαλα. Της απαντώ βαριεστημένα και ανόρεκτα πως κάτι έγινε από χρήματα και βλέπω μιά χαρά στο πρόσωπό της. Και ΄γω, με τη σειρά μου, τη ρωτώ, “πώς είναι τα παιδιά”. Μου λέει, “καλά” και με καθησυχάζει. Γυρίζω στο πλάϊ και με τα δυό μου χέρια σφίγγω την καρδιά μου! Απολογισμός: Άλλη μια μέρα πέρασε χωρίς να νιώσω τη χαρά της δημιουργίας. Άλλη μια χαμένη μέρα στη ζωή μου!…
Συλλογισμένος, μελαγχολικός μπροστά μου ο Αριστόδημος σταματά για λίγο. Εγώ ξαφνιάστηκα από την τόση ευαισθησία, τον τόσο προβληματισμό. Πίστεψα πως έπρεπε να συνεχίσει, να φτάσει ως το τέλος το συλλογισμό του, έσπασα τη σιωπή και του είπα:
-Προς τί η τόση απογοήτευση; Η δουλειά σου απέφερε κέρδος, δεν σου αρκεί; Κι ύστερα μιλάς για δημιουργία. Μα τα τόσα ακίνητα σε οικοδομές, που φτιάχνει ο κόσμος από παρόμοιες δουλειές, τα ταξίδια και η καλοπέραση, που απολαμβάνει δεν αποτελούν δημιουργία;
-Όχι. Κατ’ αρχάς δεν είναι αυτή δουλειά, μου απαντά. Ύστερα, ποιό κέρδος εννοείς, τα χρήματα; Αυτά που καταθέτεις, για ν’ αγοράσεις τα ακίνητα;
-Mα, ναι. Δεν σου αρκούν ή είσαι άπληστος; του είπα.
-Βεβαίως και τα χρήματα, το κέρδος αποτελούσαν ένα στήριγμα, ένα σκοπό. Τελευταία όμως άλλαξα, κουράστηκα. Σιγά σιγά κατάλαβα πως δεν είναι δικά μου, δεν μου ανήκουν, αποτελώ ένα ενδιάμεσο στην κυκλοφορία τους. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο καθαρά το νιώθω αυτό, τελευταία, σ’ αυτή τη δουλειά. Κι ακόμα όμως αν, για λίγο, μείνουν στα χέρια μου, καθόλου δεν μπορούν να απαλύνουν το βαθύ και καταθλιπτικό αίσθημα της απουσίας της δημιουργίας, της ματαίωσης, που νιώθω. Άρχισα να σκέφτομαι: γιατί πρέπει να χαίρομαι, που η τσέπη μου γεμίζει χρήματα;…Και τα ακίνητα!…Τα ακίνητα είναι ψυχρά, απάνθρωπα, δεν αποτελούν δημιουργήματά μου, φτιάχνονται από άλλα χέρια, δεν μου ανήκουν!
Ίσως σε πολλούς να συμβαίνει αυτό, που τόση ώρα προσπαθώ να σου περιγράψω και να μην ενοχλούνται, να μην το σκέφτονται καν, αλλά εγώ ζηλεύω κι ονειρεύομαι, ολοένα και περισσότερο, εκείνους, που με τα χέρια ή το μυαλό τους δημιουργούν ή ανασταίνουν κάτι. Τον γεωργό, τον καλλιτέχνη, τον δάσκαλο, αυτόν, που παίρνει στα χέρια πρώτη ύλη και πλάθει. Αυτόν, που παίρνει γνώση και ιδέες και πλάθει δικές του, αυτόν, που οδηγεί. Αυτόν, που επηρεάζει και επηρεάζεται. Αυτόν, που ανταλλάσσει όχι χρήματα και ανόητα αντικείμενα αλλά την ψυχή του!
-Είσαι, βαθιά, βαθύτατα ρομαντικός κι ανήσυχος, αγαπητέ μου Αριστόδημε και αποτελείς μια, μάλλον σπάνια, περίπτωση ανθρώπου του επαγγέλματός σου…του είπα, με εμφανή την έκπληξή μου από τα ό σ α είπε, αλλά κυρίως από το π ώ ς τα είπε.
-Ονόμασέ με όπως θες, με διακόπτει, πειράζει, όμως, που είμαι απαιτητικός από τον εαυτό μου, που πιστεύω πως έχω κάτι μέσα μου και πρέπει να το βγάλω; Οι μέρες περνούν, χάνονται και ΄γω δεν ξέρω τί να κάνω.
-Και να σκεφτεί κανείς, συνεχίζω εγώ, ότι πολλοί είναι αυτοί, που σας μακαρίζουν, για την ξεκούραστη και αποδοτική δουλειά σας, που ψάχνουν τρόπους και δικαιολογίες να παρατήσουν επαγγέλματα σαν κι αυτά, που μου αράδιασες πιο πάνω και να ασχοληθούν με την τουριστική αγορά. Ακόμη κι οι παπάδες “ξύπνησαν” και ζήτησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, να μη χάσουν! Κάνουν λάθος θα μου πεις…
Και κείνος τελειώνει μ’ ένα απίστευτο κρεσέντο οικτιρμού για τον εαυτό του.
-Δεν ξέρω για τους άλλους. Κάποιοι μπορεί να βρουν αυτό, που θέλουν μέσα απ’ αυτή τη μονότονη, τη βυθισμένη στην απραξία δουλειά, αν και δεν ξέρω τί μπορεί να είναι αυτό, εκτός από τα χρήματα. Αν δοκιμάσουν, φοβάμαι θα χαθούν και στο τέλος θα παραδεχθούν πως βρίσκονται στον κόσμο αυτόν, χωρίς αιτία και σκοπό, απλώς για να μην είναι άδειος κι ας κάνουν ταξίδια κι ας καλοπερνούν, κατά βάθος δεν θα είναι ικανοποιημένοι. Για ευτυχία, ούτε λόγος. Εκείνο, που γνωρίζω εγώ είναι πως δεν έχω επαφή ούτε με τους προμηθευτές, τους κατασκευαστές ούτε με τους πελάτες. Ολοένα και πιο πολύ διαπιστώνω ότι χάνω την επικοινωνία με τους δικούς μου ανθρώπους και μου απομένει μόνο μια γάτα, που τρίβεται και γουργουρίζει στα ποδάρια μου και τα, χωρίς αξία, χαρτονομίσματα στην τσέπη, που φουσκώνει. Μου λείπει η συντροφιά της φύσης, η φροντίδα και το μεγάλωμα των παιδιών μου, ενός φυτού η ανάσταση, το άπλωμα μιας ρίζας, ο καρπός, που λάμπει χρωματιστός και προκαλεί όλα τα πετεινά του ουρανού. Μου λείπει η δυνατότητα μετάδοσης της λίγης γνώσης, που κατέχω και της ζωής, που σφύζει μέσα μου. Δε μπορώ να πιστέψω πως τα δέκα δάχτυλα των χεριών μου δόθηκαν, για να αδειάζω και να γεμίζω χαρτόκουτες και να μετρώ χαρτονομίσματα σ’ όλη μου τη ζωή. Τα θεωρώ τόσο άχρηστα, έτσι άπραγα, που τα κατάντησα, ώστε ντρέπομαι να χαϊδέψω τα παιδιά μου! Δυο χέρια, μόνο για το μέτρημα των χαρτονομισμάτων…. Μια ζωή..! Για σκέψου..! Ούτε καν μια ζεστή χειραψία να μη μπορούν να ανταλλάξουν!
Μ’ αυτά τα λόγια έκλεισε την κουβέντα του, μαζί μου, ο Αριστόδημος. Και ΄γω, ακούγοντάς τον, ανακουφίστηκα και μελαγχόλησα συγχρόνως. Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σαν κι αυτόν ανήσυχοι, ευαίσθητοι, ελπιδοφόροι και χάνονται! Πόσοι, φτάνοντας στο τέλος του δρόμου της ζωής, αναρωτιούνται: τί έκανα στη ζωή μου; Υπήρχε λόγος να περάσω απ’ αυτό τον κόσμο; Απάντηση δε βρίσκουν, όσο κι αν ψάξουν! Κι όμως για όλους μας αναμφισβήτητα υπάρχει…
• Ο Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης είναι παιδίατρος
