Περίεργη μέρα σήμερα, του Αγίου Πνεύματος: είναι αργία για μερικούς, και μαλιστα σε τριήμερο, άλλοι όμως δουλεύουν -αυτά στην Ελλάδα, αφού στην Εσπερία η αντίστοιχη αργία ήταν την προηγούμενη βδομάδα. Τις Κυριακες και αργίες βάζουμε θέμα λογοτεχνικό, χτες είχαμε διήγημα, τη μέρα τη σημερινή επέλεξα να τη θεωρήσω αργία κι έτσι να βάλω θέμα φιλολογικό, αν και σε κάποιο βαθμό είναι επανάληψη παλιότερων άρθρων του ιστολογίου.
Την Παρασκευή που μας πέρασε, στις 25 Μαΐου, ο Μορφωτικός Σύλλογος Αίγινας πραγματοποιησε εκδήλωση με τίτλο “Ο Βάρναλης στην Αίγινα”. Δεν μπορούσα να παρευρεθώ, οπότε έστειλα ένα σύντομο κείμενο που διαβάστηκε στην εκδήλωση.
Το ίδιο κείμενο θα δημοσιεύσω σήμερα, προσθέτοντας ένα-δυο λινκ, αφού κάποια από τα κείμενα του Βάρναλη που σταχυολογούνται στο κειμενο έχουν παρουσιαστεί παλιότερα στο ιστολόγιο.
Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης, όπου το δικό μου κείμενο διαβάζεται πρώτο και ακολουθεί η εισήγηση της φιλολόγου Τασούλας Μπέση.
Διανθίζω το κείμενο με μια-δυο από τις πολλές φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση.
Ο Βάρναλης και η Αίγινα
Ευχαριστώ τον Μορφωτικό Σύλλογο για την τιμητική πρόσκληση που μου έκανε να γράψω αυτό το σύντομο κείμενο και λυπάμαι που δεν μπορώ να παρευρεθώ ο ίδιος στην εκδήλωσή σας· μια εκδήλωση που θέλει να αναδείξει τη σχέση του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη με την Αίγινα, μια σχέση μακρόχρονη και δημιουργική, ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστή.
Πολύ περισσότεροι ξέρουν κάτι για τη σχέση του άλλου μεγάλου των γραμμάτων μας, του Νίκου Καζαντζάκη, με την Αίγινα· βοηθάει σ’ αυτό και το σπίτι του που έχει διατηρηθεί, όπως και η ονομασία της παραλιακής λεωφόρου. Ο Βάρναλης δεν αξιώθηκε, αν δεν σφάλλω, ούτε ένα δρομάκι στ’ όνομά του στο νησί, ενώ έχει τιμηθεί με τον τρόπο αυτό σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας με τις οποίες δεν είχε καμιά σχέση· ας το έχει αυτό υπόψη ο Δήμος Αίγινας για μελλοντική αποκατάσταση.
Και χωρίς να θέλω να φέρω σε αντιπαράθεση δυο μεγάλες μορφές των γραμμάτων μας, ο Βάρναλης, όχι μόνο έγραψε, όπως και ο Καζαντζάκης, κάποια σημαντικά του έργα όσο βρισκόταν στο νησί, αλλά και (σε αντίθεση με τον Καζαντζάκη) έγραψε εκτενώς και για την Αίγινα και τους κατοίκους της, τόσο στα Φιλολογικά του απομνημονεύματα, όσο και σε χρονογραφήματά του.
Ακόμα, έγραψε και ένα ποίημά του που αναφέρεται στο νησί και σε κατοίκους του αν και χωρίς να τους κατονομάζει. Εκατομμύρια Έλληνες έχουν τραγουδήσει το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη για τον καμπούρη Αντρέα και την ξομπλιαστή του βάρκα, λίγοι όμως ξέρουν (και το έμαθαν τα τελευταία χρόνια χάρη στο Διαδίκτυο) ότι ο Αντρέας, η Κατερίνα, η Ζωή, το Αντιγονάκι και η Ζηνοβία είναι όλοι τους υπαρκτά πρόσωπα και ότι οι ειδυλλιακές αυτές σκηνές εκτυλίσσονταν στην Αίγινα.

Το σπίτι της κυρα-Ολγας της Γκρίτζαινας όπου έμενε ο Βάρναλης υπάρχει ακόμα.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ο Βάρναλης γνώρισε την Αίγινα το καλοκαίρι του 1921, όταν αναζητούσε ένα νησί κοντινό στην Αθήνα για να παραθερίζει. Ένα απόγεμα λοιπόν πήρε το πλοίο της γραμμής, την περίφημη «Χρυσώ», με σκοπό να επισκεφτεί ένα προς ένα όλα τα νησιά του Σαρωνικού και να διαλέξει. Αλλά τόσο πολύ τον μάγεψε η Αίγινα που, όπως λέει, «Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου».
Το ίδιο καλοκαίρι γράφει στην Αίγινα τη μνημειώδη ποιητική του σύνθεση «Φως που καίει», την οποία εξέδωσε σε βιβλίο έναν χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 επέστρεψε στην Αίγινα, και έγραψε τα διηγήματα της συλλογής «Ο λαός των Μουνούχων», στο καφενείο που βρισκόταν στον μόλο του Άγιου Νικόλα, το «Κόρτε» όπως το έλεγαν τότε πειραχτικά οι Αιγινήτες. Έγραφε το απόγευμα, μέχρι ν’ αρχίσει να μαζεύεται ο κόσμος. Σε διπλανό τραπέζι καθόταν και συνέγραφε ο λογοτέχνης Πέτρος Πικρός ενώ το επόμενο καλοκαίρι στην παρέα προστέθηκε ο πεζογράφος Θράσος Καστανάκης που έπιασε δωμάτιο απάνω απ’ το καφενείο του Βουτέρη. Είναι λοιπόν ο Βάρναλης ο πρώτος λογοτέχνης που εγκαινίασε την Αίγινα ως τόπο παραθερισμού των ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, για ν’ ακολουθήσουν ο Γιώργος Πολίτης, η Λιλή Ιακωβίδη, ο Φωτιάδης, το ζεύγος Περσάκη, ο Νίκος Καζαντζάκης, «τραβώντας ο ένας τον άλλονε» όπως γράφει στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα.

Ο Άγιος Νικόλαος και το υπόστεγο του καφενείου στο Κόρτε σε φωτογραφια προπολεμική.

Και θυμάται: «Ο μόλος του Αϊ-Νικόλα είναι το δεξιό μπράτσο του λιμανιού της Αίγινας. Αρκετά φαρδύ, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν οι άνθρωποι και μ’ ένα παραπέτο ίσαμε ένα μέτρο προς το μέρος της θάλασσας. Εκεί, που σπάζει ο αγκώνας του μπράτσου σχηματίζεται μια μικρή πλατεία. Στη μια της άκρη είναι το παρεκκλήσι του Αϊ-Νικόλα, που μοιάζει με… καμίνι του ασβέστη και που κάθε άνοιξη το ασπρίζουνε (αυτός είναι όλος του ο στολισμός)· κι αντίκρα στο παρεκκλήσι είναι το καφενείο με το υπόστεγό του, τις καρέκλες του, τα σιδερένια του τραπέζια και το φωνόγραφό του ή το πιάνο του. Γιατί κάθε Σαββατοκύριακο (τα καλοκαίρια, φυσικά), ανάβει ο χορός. Τα ευτυχισμένα ζευγάρια, στόμα με στόμα, δεν έχουνε καιρό να προσέχουνε τα ακάλτσωτα ποδάρια τους. Αυτά τα προσέχουνε και τα τρώνε με τα μάτια τους οι χαζοί της γαλαρίας!…»
Ο Βάρναλης δεν τσιγκουνεύεται τα καλά λόγια για τους Αιγινήτες: για τα όμορφα κορίτσια της Αίγινας «που η ψυχή τους είναι γεμάτη Θεό», για τα ψαρέματα και τα γλέντια τους που χάρη σε αυτά «η Αίγινα έχει πολλούς ευτυχισμένους ανθρώπους», για τα περίφημα κρασιά της, ρετσίνες και κοκκινέλια, αλλά και τους αληθινούς της μπεκρήδες, «άξιους καλλιτέχνες του ποτηριού» και τη μυσταγωγία τους στο καφενείο του Γληγόρη του Μαλτέζου.
Αλλά και για το νησί και τα τοπία του ο Βάρναλης είναι όλο επαίνους. Έχει πολλές φυσικές ομορφιές και λαμποκοπά σαν ερωτικός πειρασμός, γράφει στα Απομνημονεύματα.
Ο Βάρναλης μας έχει επίσης αφήσει τουλάχιστον τρία χρονογραφήματα αφιερωμένα στην Αίγινα και άλλο ένα για το μικρότερο αδελφάκι της, το Αγκίστρι, στο οποίο έκανε εκδρομές με μεγάλη παρέα, με μια βάρκα, την «Πόπη». Το Αγκίστρι το αποκαλεί «Νησί των μακάρων»
Εκεί όλα: τα κρουσταλλένια νερά, η πλούσια αμμουδιά, τα πράσινα πεύκα, οι γκρίζες ελιές, τα μελάτα σύκα, το κεχριμπαρένιο ρετσίνι, το εξαίσιο κρασί, ο μυρωμένος αέρας … Ο αφρός σπιθοβολά και ραντίζει μάγουλα, μπράτσα, λαιμούς· τα μαλλιά των κοριτσιών φλέγονται στον ήλιο· οι καρδιές αγγίζουνε η μία την άλλη· κι η φαντασία δεν ακούει τιμόνι· [Ολόκληρο το χρονογράφημα εδώ]
Σε ένα χρονογράφημα, γραμμένο καλοκαίρι, με αφορμή το αυγουστιάτικο φεγγάρι αναθυμιέται τα καλοκαιρινά βράδια που περνούσε στην Αίγινα, και την απλόχερη φιλοξενία της νοικοκυράς του, της κυρα-Όλγας:
Στο παράθυρο άφησε η νοικοκυρά ένα βαθύ πιάτο με φρέσκα σταφύλια και σύκα, δίπλα στο κανάτι του νερού. Η καλοσύνη των στοιχείων, η καλοσύνη των απλών ανθρώπων και προπαντός τα νιάτα κάμνανε τότε την υψηλότερην αρμονία της χαράς
Σε ένα άλλο κομμάτι του διηγείται την ιστορία του καμπούρη Αντρέα που την έκανε ποίημα, αλλά δεν παραλείπει κι έναν ύμνο στο νησί –και μια περιγραφή αξεπέραστου λυρισμού για τα ψαρικά του:
Καλοκαίρι. Ξέρετε τι θα πει καλοκαίρι σ’ ένα νησί του Αιγαίου! Ήλιος τυφλωτικός από τα… μεσάνυχτα· μπάτης· μαϊστράλι· τρεμούλα ή αφροί της θάλασσας· μόλοι, φανάρια, καΐκια: σκούνες, τρεχαντήρια, γολέτες, ψαρόβαρκες, μπενζίνες, κατάρτια, πανιά –κι απάνου απ’ όλα τα σπαθίσματα των γλάρων. Κάτω στον παραλιακό δρόμο καφενεία, μαγέρικα, ταβέρνες με τις τέντες τους: μπαρμπέρικα, χρωματοπωλεία, ξενοδοχεία ύπνου. Μένουλες αυγωμένες ψητές στη σκάρα· κατσούλες (παπαγάλοι της θάλασσας) τηγανισμένες σε μπόλικο λάδι· χελιδονόψαρο ψημένο ανάσκελα στο φούρνο και τα φιλέτα του καυτά ακόμα μέσα στο λαδολέμονο· καβουρομάνες μ’ ένα τόπι αυγά έξω από την κοιλιά τους ψητές στο φούρνο –τ’ αυγά χτυπημένα μαζί με το λαδολέμονο και ύστερα όλα τα ψαχνά βαλμένα μέσα σ’ αυτήν την κόκκινη σάλτσα· χάνοι μια πιθαμή –πρώτο μπόι— σούπα αυγολέμονο, θεός! Αμ’ αυτά θα φας στα νησιά και στις απόμακρες παραλίες, για να καταλάβεις το μεγαλείο της θάλασσας! Όχι μπαρμπούνια, λυθρίνια, σφυρίδες του… πάγου: Αυτά τα «δευτερότερα» ψάρια και θαλασσινά, όταν βγαίνουνε λαχταριστά από το πανέρι της ψαροπούλας, είναι ύψος –και πάγο δεν σηκώνουν!
Να προσέξουμε ότι ο Βάρναλης δεν κατονομάζει το νησί –ωστόσο, είναι φανερό, και από την ιστορία του Αντρέα αλλά και από την αναφορά στις κατσούλες, πως για την Αίγινα πρόκειται. [Όλο το χρονογράφημα εδώ]
Τέλος, στην πιο ζοφερή στιγμή της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας, το σκληρό Πάσχα του 1941, την ώρα που οι ναζιστικές στρατιές προέλαυναν προς την Αθήνα, ο Βάρναλης εμψυχώνει τους αναγνώστες του με τις αναμνήσεις του από ένα Πάσχα που είχε περάσει στη δεκαετία του 1920 στην Αίγινα, που και πάλι δεν την κατονομάζει αλλά την αποκαλεί «Της Χαράς το νησί». Αξίζει να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα, και να κλείσω με αυτά.
Γυρίζει και πάλι ο νους αυτές τις ημέρες στα παλιά χρόνια της ειρήνης. Αν εκείνα τα χρόνια είναι τώρα παλιά, όμως οι τωρινοί παλιοί ήσαν τότε νέοι! Κι αυτός ο λόγος κάνει τα περασμένα περισσότερο αγαπητά και την ψυχή, που τα θυμάται, περισσότερο νοσταλγική.
Η θάλασσα, ο αέρας, η στεριά, ο ήλιος ήτανε τότες όλου του κόσμου. Κανένας δεν τα είχε μαντρώσει για οικόπεδά του. Ο νέος άνθρωπος, που τ’ αγαπούσε όλα, γιατί ξεχειλούσε η ψυχή του από το περίσσευμα της ζωής, περίμενε τη Μεγάλη Βδομάδα για να πάει στο γελούμενο νησί του να περάσει εκεί τις ημέρες αυτές μαζί με τους ντόπιους φίλους, απλούς άνθρωπος, απλούς σαν τη γαλανή θάλασσα, τα χλοϊσμένα λιβάδια, τ’ ανθισμένα περιβόλια. Έπαιρνε τη «Χρυσώ», ή τη «Γόησσα», ή την «Τρίγλια», ή την «Ύδρα» στις δυο το απόγευμα. Απάνω στο καράβι κόσμος πολύς, γνωριμίες πολλές, ανοιχτοκάρδια—πάντα ο άνθρωπος που φεύγει είναι ανοιχτόκαρδος, γιατί αλλάζει… καύκαλο! Πολλοί τα πίνουνε από τώρα δίπλα στην κουζίνα του βαποριού, καθισμένοι απάνω σε κάσες και τσουβάλια κι ο περίφημος κουτσός λοταριτζής με τα πιτσούνια ή με τον κόκορα σου πασάριζε το τετράδιο των αριθμών και σου ’κλεινε το μάτι, δείχνοντάς σου σε ποιο κατεβατό να γράψεις –ματσαράγκα!
Κάτου από τον κατάχρυσον ήλιο, ανάμεσα από τα αεροζυγιάσματα των άσπρων γλάρων, και με το λεπτό αεράκι και με το τραγούδι των… Σειρήνων (όχι του συναγερμού, παρά του Μύθου) πήγαινε το όραμα-καράβι, γιατί πραγματικά τα νιάτα της ημέρας και των ανθρώπων το μεταμορφώνανε σε πλεούμενον όραμα της Άνοιξης.
Και κάθεται τώρα ο νοσταλγός του παλιού καιρού σε κάποιο ύψωμα κι αγναντεύει τη θάλασσα, την άλλοτε ζωντανή και χαρούμενη, αλλά τώρα νεκρή και σκυθρωπή. Κλείνει τα μάτια και βλέπει την Ανάσταση στην εκκλησία της Παναγίτσας, δίπλα στο μόλο, με τις λαμπάδες, με τους γιορτινούς ψαράδες και τ’ ανοιξιάτικα κορίτσια. Μετά την Ανάσταση πηγαίνει με την παρέα του στο μαγαζί του Σπαρή, που πουλάει μπογιές, σκοινιά, σιδερικά, νέφτια, λάδια, στουμπέτσια και καρφιά για τις βάρκες. Κι εκεί μέσα στη «βαπορίλα» αυτήν είναι στρωμένο το τραπέζι, με τα πιάτα της σούπας, με τα αυγά τα κόκκινα, με τη μαρουλοσαλάτα και με τα ποτήρια του κρασιού και με το σταρένιο καρβέλι στη μέση, όπου όλοι οι «κλητοί» έρχονται και μπήζουν την αναμμένη τους λαμπάδα. Αφού μαζευτούνε όλοι και καθίσουνε στο τραπέζι, άλλος σε καρέκλα, άλλος σε σκαμνί κι άλλος σε κάσα, μέσα στο κινούμενο μισοσκόταδο του μακριού μαγαζιού (γιατί το σκοτάδι το κινούνε δεξιά κι αριστερά οι γλώσσες των λαμπάδων, που τρέμουν), σερβίρεται η μαγειρίτσα η σπιτίσια, όλη μοσκοβολητό και συνεπαρμός, σερβίρονται κατόπι τα κοψίδια του τετράπαχου αρνιού από τα Πίδαυρα, τσουγκρίζονται τ’ αυγά και τα ποτήρια κι όταν αρχίζει να δουλεύει το ρετσινάτο του Παπαδιαμάντη «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», αρπάζει ο Ρουμάνος μούτσος την κιθάρα κι αρχίζει ένα παθητικό τραγούδι όλο νοσταλγία για την πατρίδα, που δεν θα την ξαναδεί ποτές, γιατί έτσι ήτανε γραμμένο, να κάνει φόνο στο Σουλινά κι ύστερα να γυρίζει, σ’ όλα τα λιμάνια μούτσος, χωρίς ποτές του… ν’ αράξει κάπου.
Το βάθος του μαγαζιού ζωντανεύει. Ίσκιοι χαρούμενοι, ίσκιοι λυπητεροί γίνονται όλοι χαρούμενοι! Κι απάνω στον καημό του τραγουδιού σπρώχνεται λίγο η οξώπορτα και μπαίνει ο Παπαλάσκαρης, που ξέρει να χαίρεται το κρασί ατόφιο χωρίς να το νοθεύει με ξένες ουσίες: με μεζέδες! Κι όταν μετά τα «Χριστός Ανέστη», που θα ψάλει, προχωρήσει η ευτυχία της ειρηνικής ζωής, θα βγάλει το καλημαύχι του –κι άλλος νοσταλγός αυτός της πατρίδας του, που δε θα την ξαναδεί –θα σύρει με τη δυνατή και μεταλλική του φωνή κανένα παθητικότατο σαμπάι. Και τότες από την πολλή φωτιά του μερακιού ανάβουνε τα… νέφτια, βράζουνε τα… λάδια, ξεκουλουριάζονται τα σκοινιά και χορεύουνε αγκαλιά με τις βούρτσες και τις άγκουρες κι όξω, ψηλά στον ουρανό, σκάζει ο ήλιος σαν οβίδα. 
Και τότες ανοίγουνε οι πόρτες και τα παντζούρια και γεμίζει η πλάση φως, ενώ μπροστά εκεί η θάλασσα ασπρογάλανη, ανάερη, τυλιγμένη στα ρόδινα τούλια της πρωινής άχνας, ανατριχιάζει σύγκορμη κι όλες οι «Μαρίκες», οι «Βαγγελίστρες», οι «Πόπες» κι οι «Αφροδίτες», με τα ξάρτια τους, με τα πανιά τους, με τις παντιέρες τους ξαφνιάζονται στο πρώτο άγγιγμα του φωτός και νιώθουνε να περνάει από το ζωντανό σκαρί τους η μοιραία φρικίαση του Έρωτα—αυτού του Έρωτα, που υπάρχει παντού κι είναι η πρώτη αρχή των όντων και κινεί όλην την Πλάση, «τον ουρανό και τ’ άλλα τ’ άστρα», όπως λέγει ο Δάντης στον τελευταίο στίχο του «Παραδείσου» του. Αλλά τώρα το ίδιο κινούνε κι αναστατώνουνε τον ουρανό με τ’ άστρα και οι δυνάμεις του Σκοταδιού με το Μίσος τους. Χωρίς αμφιβολία η νίκη θα είναι νίκη των δυνάμεων του Φωτός. [Στην πραγματικότητα, είναι ολόκληρο το χρονογράφημα, όχι ‘εκτενή αποσπάσματα’ οπως γράφω]

Η Δώρα Μοάτσου και ο Βάρναλης στην παραλία της Αίγινας το 1932

Θα άξιζε, πιστεύω, να εκδώσει κάποιος αιγινήτικος φορέας τα θαυμάσια αυτά κείμενα του Βάρναλη, σ’ ένα κομψό τομίδιο. Θα ήταν κι αυτό ένας φόρος τιμής στον ποιητή που τόσο αγάπησε την Αίγινα.
Σας ευχαριστώ
Το βίντεο της εκδήλωσης μπορείτε να το δείτε εδώ.