Από τον Γιάννη το Πενταμοδιανό
Κτίστε γέφυρες και όχι φράχτες…..Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικέςφάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια,εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικάμηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντωντους.Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μιαμικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξεσε ανταλλαγή πικρών λόγων.Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνοςάνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιεςμικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».“Πράγματι” αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. “Έχω μια δουλειά για σένα.Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ογείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχριτην περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε μετην μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει έναποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ’ εκνευρίσει, αλλάεγώ θα κάνω κάτι χειρότερο. Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο;Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπο του!”.Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότιμπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειάμου”.Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιεςδουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για τηνπόλη.Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν τοηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσειτη δουλειά του.Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχεκατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μιαγέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς τομέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσετα χέρια του και είπε: “Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω.Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυραανάμεσα μας”.Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους.Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να τηνκρεμάει στον ώμο του.“Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες γιασένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.“Θα ήθελα πολύ να μείνω, είπε ο ξυλουργός, αλλά έχω να χτίσω κι άλλεςγέφυρες…”!
Κτίστε γέφυρες και όχι φράχτες…..Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικέςφάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια,εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικάμηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντωντους.Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μιαμικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξεσε ανταλλαγή πικρών λόγων.Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνοςάνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιεςμικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».“Πράγματι” αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. “Έχω μια δουλειά για σένα.Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ογείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχριτην περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε μετην μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει έναποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ’ εκνευρίσει, αλλάεγώ θα κάνω κάτι χειρότερο. Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο;Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπο του!”.Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότιμπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειάμου”.Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιεςδουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για τηνπόλη.Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν τοηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσειτη δουλειά του.Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχεκατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μιαγέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς τομέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσετα χέρια του και είπε: “Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω.Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυραανάμεσα μας”.Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους.Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να τηνκρεμάει στον ώμο του.“Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες γιασένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.“Θα ήθελα πολύ να μείνω, είπε ο ξυλουργός, αλλά έχω να χτίσω κι άλλεςγέφυρες…”!
