Η γύρη της παράδοσης
Βρισκόμαστε σ’ ένα καφενείο στο χωριό Αρνάδος της Τήνου. Στο διπλανό τραπέζι ένας παππούς καθαρίζει σύκα για την εγγονή του. Κάποια στιγμή, το κορίτσι τον ρωτάει πώς γίνεται το σύκο· εκείνος της εξηγεί ότι, για να καρπίσει η συκιά, η θηλυκή σφήκα πρέπει να τρυπώσει στο σύκο μεταφέροντας τη γύρη. Το τίμημα της εισόδου είναι βαρύ: χάνει τα φτερά και τις κεραίες της και πεθαίνει εκεί μέσα. Ο θάνατός της, ωστόσο, γίνεται προϋπόθεση ενός νέου κύκλου ζωής. Το κορίτσι, εντυπωσιασμένο, ρωτάει: «Δηλαδή εγώ τώρα τρώω και τη σφήκα;» Ο παππούς γελάει. Γελάμε παραδίπλα κι εμείς.
Σκέφτομαι πως η σχέση ανάμεσα στη συκιά και στη σφήκα συνιστά εύγλωττη αλληγορία του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η πολιτισμική παράδοση. Κάθε δημιουργός εισέρχεται σ’ έναν ήδη διαμορφωμένο συμβολικό κόσμο και εργάζεται πάνω σε υλικά που του παραχωρήθηκαν – τη γλώσσα, τα είδη, τις τεχνικές, τα μοτίβα, τις ιδέες, τις αισθητικές συμβάσεις. Η δημιουργία δεν συντελείται σε πολιτισμικό κενό· το καινούργιο αναδύεται από μια προηγούμενη ύλη που έχει υποστεί μεταμόρφωση.
Η σφήκα μεταφέρει τη γύρη, δεν είναι εκείνη που τη δημιούργησε: η συμβολή της είναι ουσιώδης, χωρίς να είναι πρωταρχική. Κατ’ αναλογία, ένας δημιουργός μπορεί να προσδώσει σ’ ένα παλαιότερο υλικό νέα μορφή, ένταση και σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υλικό γεννήθηκε μαζί του. Η αναγνώριση της επιρροής δεν μειώνει την πρωτοτυπία· την τοποθετεί μέσα στην πραγματική της ιστορική συνθήκη. Η παράδοση παρέχει τη γύρη, αλλά δεν προκαθορίζει τον καρπό.
Το ερώτημα του κοριτσιού επιστρέφει στο μυαλό μου. Κάθε καρπός της παράδοσης κρύβει μέσα του κάτι από εκείνους που έζησαν πριν από εμάς. Και ίσως, αν αποδειχθούμε άξιοι και τυχεροί, μέσα στον επόμενο καρπό να βρεθεί και κάτι δικό μας.
Από το neoplanodion.gr
