ΕΝΑΣ-ΕΝΑΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ!

Χρήστος Χωμενίδης από τα Νέα:

Όσοι είδαμε κι ακούσαμε τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να αποχαιρετά, με λόγο μεστό και τρυφερό, τον παιδικό του φίλο Κώστα Σημίτη πώς να το φανταστούμε ότι προτού περάσουν είκοσι μήνες, θα πήγαινε -τρόπος του λέγειν- να τον συναντήσει; Η στιβαρή φωνή, το λεβέντικο παράστημά του μας ξεγελούσαν. Ο θάνατος όμως δεν ξεγελιέται. Διαγράφουμε μηδενός εξαιρουμένου μια επίγεια καμπύλη ορισμένων δεκαετιών και επιστρέφουμε στην ανυπαρξία. Ή -κατά τους πιο αισιόδοξους- στον πλάστη μας.

Το καλοκαίρι που ακόμα διανύουμε σημαδεύτηκε από αρκετές απώλειες σημαντικών, λαοφίλητων Ελλήνων. Το παρήγορο; Κι όσοι δεν ήταν πλήρεις ημερών είχαν ζήσει στα γεμάτα. Άφηναν πίσω τους έργο. Βαθύ ίχνος.

Το θλιβερό; Ο κουρνιαχτός που σηκώθηκε. Οι υλακές που έβγαζαν οι σύγχρονοι Θερσίτες των διαδικτυακών καφενείων. Η εργαλειοποίηση του πένθους στην οποίαν επιδίδονταν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η στοιχειώδης τσίπα έχει προ πολλού καταλυθεί. Ο κάθε νάρκισσος ευλογάει τα γένια του, πατώντας ευχαρίστως επί πτωμάτων.

Πρώτη παρόλα της ντροπής. «Ορφανεύουμε! Οι γίγαντες της τέχνης και της σκέψης χάνονται, μένουμε με ένας νάνους!» Εκείνοι που, με κροκοδείλια δάκρυα, το λένε αυτό δεν έχουν ιδέα πως στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών βρίσκονται σήμερα σε πλήρη ακμή άξιοι επίγονοι των εκλιπόντων. Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, που οι «Περιπέτειες της Μεσαίας Τάξης» του συνιστούν ήδη έργο αναφοράς. Ο Βασίλης Βαμβακάς. Οι λαμπροί ιστορικοί Κωστής Κορνέτης, Ιάσων Χανδρινός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, για να μην αναφέρω το πάλαι ποτέ δίδυμο Στάθης Καλύβας-Νίκος Μαραντζίδης και μου χυμήξουν εκ δεξιών και εξ αριστερών.

Δεν είχαν οι σημερινοί τη μαύρη τύχη να παρακολουθήσουν σαν τον Τσουκαλά τη δίκη του Μπελογιάννη. Όταν γράφουν για τον Εμφύλιο, δεν επανέρχονται στη μνήμη τους θολές έστω, νηπιακές εικόνες από τα Δεκεμβριανά. Διαθέτουν ωστόσο το προνόμιο της απόστασης. Μπορούν να αναστοχαστούν. Να αντικρύσουν τα γεγονότα με μικρότερη συναισθηματική φόρτιση. Να μας προσφέρουν -το πιο πολύτιμο- τα φώτα τους για όσα σήμερα συμβαίνουν. Και για όσα μέλλονται στον δόλιο πλανήτη μας.

Δεύτερη κακογουστιά, που αγγίζει συχνά τη χυδαιότητα. Να συγκρίνεις τους εκλιπόντες μεταξύ τους. Να αποθεώνεις τον έναν και να λιθοβολείς τον άλλον. Μπήκαν στο ζύγι σου, βρε κούφε; Συμμετέχουν μήπως σε τίποτα νεκρικά καλλιστεία κι εσύ, από το πληκτρολόγιό σου, είσαι μέλος της κριτικής επιτροπής; Δεν σου περνάει καν απ’το μυαλό ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που θαυμάζουν το ταλέντο, τον οίστρο του Νίκου Καλογερόπουλου και ενδιαφέρονται συνάμα για τις ιδέες του Στέλιου Ράμφου; Που δεν φοράνε παρωπίδες, δεν λαμβάνουν κομματική γραμμή ποιόν να θρηνήσουν; Ωρύεσαι που η κηδεία του Καλογερόπουλου δεν έγινε δημοσία δαπάνη. Ο ίδιος, σου απαντάω, ως αδάμαστος αντιεξουσιαστής, μάλλον θα έφριττε εάν η επίσημη πολιτεία τον έπαιρνε νεκρό κάτω από τις φτερούγες της. Η σιωπή σημαίνει κάποτε σεβασμό.

Τρίτο κι ανατριχιαστικότερο; Η μακάβρια αδιακρισία στις κηδείες των «επωνύμων». Παλιότερα, κάποιοι πήγαιναν ειδικά για να πάρουν μάτι, να δουν από κοντά την οικογένεια και τους φίλους. Ως και σκαρφάλωναν την ώρα της ταφής στα γύρω μνήματα, τέντωναν τους λαιμούς τους, γούρλωναν όταν άνοιγε το φέρετρο για να αντικρύσουν τη σορό. Σήμερα, οι απεσταλμένοι φωτορεπόρτερ τους τα δίνουν στο πιάτο. Αραχτοί στον καναπέ, επιδίδονται σε στυλιστικές επισημάνσεις, μεγεθύνουν κλικάροντας για να διακρίνουν λεπτομέρειες. Έχω πέσει θύμα αυτού του κανιβαλισμού. Η εκφορά του Θεόδωρου Πάγκαλου έγινε σε κλειστό κύκλο – ο ίδιος είχε αποφασίσει ποιοί θα παραστούν. Μια μεγαλοκυράτσα εντούτοις με διέκρινε σε ένα στιγμιότυπο να έχω σταυρώσει τις γάμπες μου και μου έσουρε τα εξ αμάξης. Με σηκωμένο φρύδι έπαιζε στα δάχτυλα το σαβουάρ βιβρ. Ή μάλλον το σαβουάρ μουρίρ.

Στην κοινωνία του θεάματος, πώς θα μπορούσε ο θάνατος ως μείζον γεγονός να μην υπερπροβάλλεται, να μην σχολιάζεται παντοιοτρόπως, να μην κουτσομπολεύεται; Να μην αμπελοφιλοσοφείται;

Αλλού ωστόσο βρίσκεται η ουσία. Στο καθημερινό αναστάσιμο γεγονός. «Ένας-ένας φεύγουν…» χαμογελάει σαρδόνια ο νεκροθάφτης. «Ένας-ένας έρχονται!» του απαντάει θριαμβευτικά ο μαιευτήρας.-

Χ. Χωμενίδης, συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *